Της Βασιλικής Σιούτη

Όσοι παρακολουθούν τη γερμανική πολιτική, γνωρίζουν, φυσικά, ότι τίποτα δεν γίνεται τυχαία.

Τα γερμανικά συστημικά ΜΜΕ εδώ και λίγο καιρό έχουν κόψει τις φιλοφρονήσεις για το πόσο καλά τα καταφέρνει  η ελληνική κυβέρνηση και πόσο προχωράνε οι μεταρρυθμίσεις. Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα (πιο διακριτικά στην αρχή και πιο έντονα τελευταία)  λένε ακριβώς τα αντίθετα. Το αποκορύφωμα αυτής της κριτικής ήρθε από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel που «αποκαλύπτει» -αυτό που ξέρουμε όλοι –  ότι καμία ανάκαμψη δεν υπάρχει και καμία δημοσιονομική εξυγίανση, επί της ουσίας, δεν προχωράει.  Και δε σταματάει εδώ, στην αποκαθήλωση του success story,  αλλά προχωρά και στην αποκαθήλωση στου πρωθυπουργού, τον οποίο χαρακτηρίζει «κατά φαντασία θεραπευμένο».

 
Καμία μύγα,  βεβαίως δεν τσίμπησε τους Γερμανούς. Η Ελλάδα ως success story ήταν ένα χρήσιμο προεκλογικό -και μόνο- τρικ του κόμματος της Άνγκελα Μέρκελ για να μην νομίζουν  οι γερμανοί φορολογούμενοι και ψηφοφόροι ότι τα λεφτά της διάσωσης μπορεί και να πήγαν χαμένα, αλλά και για να έχει να επιδείξει μία δήθεν επιτυχία της  ευρωπαϊκής πολιτικής της. Το παραμύθι αυτό διάρκεσε  όσο κράτησε  η προεκλογική περίοδος της Γερμανίας.
 
Οι Γερμανοί όμως, βλέπουν τώρα το δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου να έχει αναθαρρήσει από την ανοχή που σκοπίμως τους έδειξαν κι επιχειρούν τώρα να τους «μαζέψουν».
Γνωρίζουν ότι ο Α.Σαμαράς και ο Β. Βενιζέλος θα προσπαθήσουν  να αξιοποιήσουν την προεδρία της Ε.Ε για την ανάδειξη του ελληνικού προβλήματος και την άσκηση πίεσης για την επίλυσή του προβλήματος του χρέους.  Οι Γερμανοί, όμως,  αυτό δεν το θέλουν. Και για το λόγο αυτό φροντίζουν αυτή την περίοδο να τους υπενθυμίζουν ποια είναι η πραγματική τους κατάσταση.
 
Τους έχουν εξηγήσει άλλωστε,  ότι πρέπει να κάνουν υπομονή μέχρι τον Απρίλιο (τηρώντας μέχρι τότε ευλαβικά τα του μνημονίου) για να αποφανθεί η Ε.Ε για το πλεόνασμα και ότι πριν από τις ευρωεκλογές δεν πρόκειται να υπάρξει  καμία ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.
 
Στην προειδοποίηση του Α. Σαμαρά ότι έτσι θα  χάσουν τις ευρωεκλογές,  δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί  σε κάθε περίπτωση είναι προτιμότερη μία ασήμαντη αριθμητικά (για το ευρωκοινοβούλιο)  ήττα για τις ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις, από μία ήττα των γερμανικών και των υπολοίπων ευρωπαϊκών κυβερνητικών δυνάμεων.