Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή της γιατρού, κρίνοντας ότι υπέστη ηθική βλάβη από παραλείψεις της διοίκησης του νοσοκομείου παρά τα απανωτά της αιτήματα.

Το δικαστήριο συμπέρανε ότι αυτή η παρατεταμένη στάση της διοίκησης επέδρασε καθοριστικά στην εμφάνιση συνδρόμου εργασιακής εξουθένωσης (burn out) και τελικά στην παραίτησή της από το Εθνικό Σύστημα Υγείας, μετά από δύο δεκαετίες υπηρεσίας.

Όπως έχουν καταγγείλλει δεκάδες σωματεία νοσοκομειακών γιατρών της χώρας και σύμφωνα και με αυτή την υπόθεση, η γιατρός εργαζόταν επί μακρό χρονικό διάστημα με συνεχείς 24ωρες εφημερίες, καλύπτοντας ταυτόχρονα πολλαπλές δομές του νοσοκομείου, χωρίς να λαμβάνει τις προβλεπόμενες άδειες.

Παρά τις επανειλημμένες αναφορές και τα υπηρεσιακά έγγραφα με τα οποία επισήμαινε την έλλειψη προσωπικού και την επιβάρυνση της κλινικής, δεν υπήρξε, σύμφωνα με την απόφαση, ουσιαστική ανταπόκριση από τη διοίκηση.

Το δικαστήριο αναγνώρισε ακόμα ότι οι ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό παρέμειναν χωρίς αντιμετώπιση, ενώ αντί να ληφθούν μέτρα αποσυμφόρησης, η γιατρός συνέχισε να επωμίζεται ακόμα περισσότερα καθήκοντα μέσω διαδοχικών υπηρεσιακών εντολών.

Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας είχαν άμεσες συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία της, επηρεάζοντας παράλληλα την επαγγελματική της πορεία και οδηγώντας την στην αποχώρηση από το ΕΣΥ. Οι δικαστές έκριναν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται ακόμη και εξαναγκασμός σε παραίτηση, καθώς η παραμονή της στην εργασία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες είχε καταστεί πρακτικά αδύνατη.