Η ταινία για την οποία βρίσκομαι σήμερα εδώ αφορά δύο χαρακτήρες, έναν στο
φάσμα του αυτισμού, έναν με σύνδρομο Τουρέτ. Δύο ανθρώπους που
αντιλαμβάνονται και βιώνουν τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους.
Μία από τις πιο βασικές μου επιθυμίες όταν δουλεύω είναι να αισθάνομαι ότι όλοι οι
συντελεστές είναι ισάξιοι. Να μπορεί ο ένας να στηρίζει τον άλλον. Όχι να
αναδεικνύεται κάποιος ως καλύτερος από κάποιον άλλον. Και αυτό αισθάνομαι ότι
συνέβη και στη συγκεκριμένη ταινία. Και χαίρομαι πολύ τη Ρωξάνη Κριμιζή και τον
Μιχάλη Κίμωνα που τη σκηνοθέτησαν, τον Jef Maarawi και όλους τους ηθοποιούς
που παίξαμε μαζί και όλους τους ανθρώπους που εργάστηκαν γι’ αυτήν.

Εκτιμώ επίσης την πρόθεση των ανθρώπων της επιτροπής να μου απονείμουν αυτή τη
διάκριση, όπως εκτιμώ και τους ίδιους.

Θα ήθελα όμως, με αυτή την αφορμή, να μιλήσω για κάτι που με απασχολεί εδώ και
πολλά χρόνια: τον ίδιο τον θεσμό των βραβείων. Προσωπικά, θα προτιμούσα να
καταργηθούν τα βραβεία.

Με προβληματίζει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να επηρεάσουν την ίδια
τη δημιουργία ενός έργου. Όταν το αν μια ταινία θα ταξιδέψει, αν θα βρει διανομή,
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διακρίσεις της, η λογική αυτή δεν μπορεί παρά να
επηρεάζει και τις καλλιτεχνικές επιλογές της.

Δεν είμαι η πρώτη που εκφράζει την αντίθεσή της στη λογική των βραβεύσεων. Η
Νάνσυ Σιδέρη, ο Βαγγέλης Αμπατζής, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Γιώργος
Διαμαντόπουλος και πολλοί άλλοι έχουν μιλήσει γι’ αυτό, με τρόπους που με
βρίσκουν βαθιά σύμφωνη.

Κάπως θα ντρεπόμουν να δω στο βιογραφικό μου τη λέξη «βραβευμένη». Και δεν το
λέω από συστολή. Θα το αισθανόμουν σχεδόν σαν προσβολή. Σαν να μου έχουν
βάλει μια σφραγίδα καλού κρέατος. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια σφραγίδα
πιστοποίησης κάποιας υπηρεσίας.

Καταλαβαίνω ότι κάποιοι μπορεί να βλέπουν τα βραβεία αλλιώς, να παίρνουν
πραγματική χαρά από αυτά ή να αναγνωρίζουν θετικές πλευρές. Αναγνωρίζω επίσης
ότι οι διακρίσεις μπορούν να βοηθήσουν μια ταινία και τους ανθρώπους που
εργάστηκαν γι’ αυτήν. Αλλά ίσως το ότι έχουν γίνει τόσο σημαντικό εργαλείο μέσα
στην εμπορική λειτουργία της τέχνης να είναι ακριβώς ένα από τα προβλήματα.

Γιατί τελικά καλούμαστε να συμφωνήσουμε σε κάτι που δεν πιστεύω ότι ισχύει: ότι
τα έργα και οι άνθρωποι που τα δημιουργούν μπορούν να μπουν σε μια σειρά και να
καταταχθούν από τον καλύτερο στον χειρότερο.

Ανάμεσα στα πιο αγαπημένα μου έργα βρίσκονται ταινίες που τις είδα με έναν
κωδικό και που δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν σε κάποιο φεστιβάλ. Κείμενα που
έμειναν σε συρτάρια, τραγούδια ανολοκλήρωτα.

Ζωγραφιές στον δημόσιο χώρο που, χωρίς πολλή σκέψη, καλύφθηκαν από αφίσες.
Αυτοσχεδιασμοί σε πρόβες που δεν μπήκαν στην παράσταση. Ο χορός μιας 87χρονης
γυναίκας που η αγορά δεν αναγνωρίζει πια ως επαγγελματία χορεύτρια.

Όλα αυτά είναι για μένα η πιο αγαπημένη μου τέχνη. Αναρωτιέμαι μήπως ένας από
τους λόγους που τα αγαπώ τόσο πολύ είναι ακριβώς ότι βρίσκονται έξω από τα
πλαίσια των βραβείων, των διακρίσεων και των αξιολογήσεων. Ότι υπάρχουν χωρίς
να χρειάζεται να αποδείξουν την αξία τους σε κανέναν.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα μπορούσαν να λειτουργούν διαφορετικά οι διανομές των
ταινιών ή η οικονομική υποστήριξη των καλλιτεχνών μέσα στον καπιταλισμό. Δεν
είμαι οικονομολόγος για να προτείνω ένα συγκεκριμένο μοντέλο, αλλά είμαι σίγουρη
ότι μπορούμε να φανταστούμε άλλους τρόπους. Άλλωστε, το ότι δεν ξέρω πώς θα
μπορούσε να λειτουργήσει κάτι διαφορετικό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχτώ
αυτό που υπάρχει. Να μπορούμε να στηρίζουμε ανθρώπους και έργα χωρίς να
χρειάζεται να δηλώνουμε ότι στηρίζουμε τον καλύτερο έναντι κάποιου άλλου.

Δεν με εμπνέει καθόλου η ιδέα του καλλιτέχνη που χτίζει μια κλειστή καριέρα,
συγκεντρώνοντας διακρίσεις, τίτλους και επιτυχίες. Δεν την καταλαβαίνω καν ως
στάση ζωής.

Δε θα αποδεχτώ, λοιπόν, το συγκεκριμένο βραβείο. Δεν θα το συμπεριλάβω στο
βιογραφικό μου και θα ήθελα να μην αναφέρεται ως διάκριση που έχω λάβει.
Αυτό που κρατώ είναι όσα μοιραστήκαμε και όσα συνέβησαν ανάμεσά μας και δεν
θα ήθελα να τα επισκιάσει μια ατομική διάκριση.Γιατί η τέχνη που αγαπώ να βλέπω και να κάνω δεν χρειάζεται νικητές.
Χρειάζεται ανθρώπους που συναντιούνται, που στηρίζουν ο ένας τον άλλον, που
τολμούν να πειραματίζονται, να ανακαλύπτουν πράγματα που δεν ήξεραν ότι
μπορούσαν να συμβούν. Και που συνεχίζουν να δημιουργούν, χωρίς να χρειάζεται να
αποδείξουν την αξία τους σε κανέναν.