Το κακό ξεκίνησε με τον συνήγορο κ. Σινέλη, ο οποίος είχε τη φαεινή ιδέα να πει αρχικά ότι η εισαγγελική πρόταση δεν είχε αρχή, μέση και τέλος, για να παραδώσει στη συνέχεια ένα υπόδειγμα της δραματουργικής τέχνης του Γκοντάρ, που είχε πει ότι οι ταινίες του έχουν αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά.

Μίλησε λοιπόν για πολλή ώρα για τον Μπακούνιν, τον πρίγκιπα Κροπότκιν, τον Νετσάγεφ – γι’ αυτό και τα αναφέρω. Δεν ήταν μια περαστική αναφορά, ήθελε πραγματικά να δείξει την καταβύθισή του σε αυτόν τον κόσμο.

Βεβαίως, θεωρώ ότι απουσίαζε μια αναφορά στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι και ακόμα καλύτερα στην φράση του ότι «για τους μηδενιστές πρέπει να γράφεις με το μαστίγιο», που θα έδενε πολύ ωραία με το συντηρητικό επιχείρημα για τον φόβο προς τον μηδενισμό, αλλά αυτά που παρακολουθήσαμε ήταν σουλατσάρισμα στη Wikipedia, με σκοπό να μην αντιμετωπιστούν τα όσα πολύ ουσιαστικά ανέπτυξε η εισαγγελέας.

Η εισαγγελέας στη δική της πρόταση (εδώ μπορείτε να διαβάσετε τον βασικό κορμό των επιχειρημάτων της στην ανταπόκρισή μου) έδειξε ότι δεν έχει πειστεί από τα επιχειρήματα των συνηγόρων για την αδυναμία τους να ασκήσουν δίωξη εναντίον του Μάγγου. Συμπέρανε πολύ λογικά ότι αυτός ο άνθρωπος έφτασε στο αστυνομικό τμήμα σε κατάσταση που μπορούσε να βγάλει μόνος τα παπούτσια του, και καταλήγει ράκος στην άκρη του δρόμου. Οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι συνεπείς με τα ευρήματα, το συμπληρωματικό βίντεο όπου κάποιος αναφωνεί «τον βαράνε» και την κατάστασή του όπως διαπιστώνεται. Τι ακούσαμε αντί για αναίρεση αυτών των ουσιαστικών επιχειρημάτων;

Ότι την ανάρτησή του ο Μάγγος δεν την έγραψε ο ίδιος. Οι συνήγοροι ωρύονται διαρκώς ότι πρέπει να βασιζόμαστε στα στοιχεία και όχι σε εικασίες. Υπάρχει το παραμικρό στοιχείο ότι δεν έγραψε ο ίδιος ο Μάγγος την επίμαχη ανάρτηση; Όχι βέβαια. Είναι ψηφιακή δημοσίευση, δεν υπάρχει γραφικός χαρακτήρας, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο.

Ακούγαμε όμως για τους καθηγητές πανεπιστημίου που στηρίζουν την αναρχία, όπως πριν ακούγαμε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που τον πέτυχε ο συνήγορος στη Σκόπελο, τον Πάμπλο, που τον πέτυχε στο Πήλιο, και κάπως από εκεί προέκυπτε το συμπέρασμα ότι είναι διάφοροι διανοούμενοι που λένε τέτοια, άρα μπορεί και να έγραψαν την ανάρτηση του Μάγγου. Βεβαίως, αυτό δεν μπορεί να βασιστεί πουθενά. Αναφέρεται όμως ότι πράκτορες της Στάζι βρήκαν καταφύγιο στον νομό Μαγνησίας, οπότε εικάζω ότι την ανάρτηση έγραψε ο Καστοριάδης με τη συνεργασία της Στάζι, και παρακαλώ να μου αναγνωριστεί ότι η ασυναρτησία δεν οφείλεται στη δική μου διάσπαση προσοχής, αλλά ήταν το βασικό γνώρισμα της αγόρευσης του συνηγόρου που ήθελε αρχή, μέση και τέλος.

Μετά προσπαθεί να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν ασκήθηκε δίωξη στον Μάγγο. Η εισαγγελέας ως προς αυτό έχει δώσει ένα πολύ ισχυρό όπλο: μπορεί να τους φαίνεται επικοινωνιακά ωφέλιμο να παρουσιάσουν τον Μάγγο ως επικίνδυνο και επιτιθέμενο, αλλά και κατηγορούμενος να ήταν, τα πραγματικά περιστατικά θα ήταν ακριβώς τα ίδια. Ούτε σε κατηγορούμενους σπάμε πλευρά. Το προσπερνώ όμως για να αφηγηθώ τι τελικά είπε ο πρώτος συνήγορος.

Έπρεπε να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν ασκήθηκε δίωξη. Να ξαναθυμίσω εδώ την προσήλωση στα αποδεικτικά στοιχεία και την αποστροφή προς τις ατεκμηρίωτες εικασίες, για να προσθέσω ότι η εξήγηση είναι ότι στόχος της επίθεσης (!) του Μάγγου ήταν η κατάληψη της Ασφάλειας του Βόλου. Το ξέρουμε αυτό; Όχι, απλώς το λέει ο συνήγορος. Είδαμε κάποιον στρατό ατάκτων, να έχει παραταχθεί με επαρκή δύναμη πυρός απέναντι στην ασφάλεια, με σχέδιο κατάληψης; Όχι, αλλά δεν πειράζει. Έτσι είναι ο σεβασμός στα στοιχεία. Και μετά ακολουθεί το θάψιμο του διοικητή που δεν προσήλθε να καταθέσει. Με τη ρητορική κορύφωση του «Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελέυθερος», όπου από την παιδεία Wikipedia περνάμε σε τυπωμένο μπλουζάκι σε τουριστικό κατάστημα στο Μοναστηράκι, ο συνήγορος εξηγεί ότι δεν φοβάται να ζητήσει την κακουργηματική δίωξη του αξιωματικού που δεν άσκησε δίωξη στον Μάγγο. Ας τον ενημερώσω ότι δυσκολευόμαστε να πετύχουμε δίωξη αστυνομικού όταν πυροβολεί άοπλους εφήβους Ρομά, οπότε η ιδέα ότι θα διωχθεί αστυνομικός διοικητής για αυτόν τον λόγο, ας πούμε ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν τον κρατάει ξάγρυπνο από αγωνία.

Αφηγείται ταραγμένος ο κ. Σινέλης ότι συγκλονίστηκε από τη φράση του πρώτου κατηγορούμενου που είπε ότι θα προτιμούσε τώρα να είχε μείνει αμέτοχος. Συμπληρώνει ότι τέτοια αστυνομία θα έχουμε, να παρακολουθεί τα σπασμένα καταστήματα και τις ληστείες, όπως στη Γαλλία, και δεν θα κάνει τίποτα.

Το δικαστήριο του δίνει τη δυνατότητα να τα λέει αυτά χωρίς κανείς να αναφωνεί «τι λες, άνθρωπέ μου;», ωστόσο εμείς μπορούμε εδώ να κάνουμε μια μικρή παύση για σχολιασμό: Ποιο Παρίσι; Ποια καταστήματα; Ποιες ληστείες; Απέτρεπαν κάποια ληστεία οι βασανιστές του Μάγγου; Και τι αμέτοχοι; Να μη βασανίζουν τους ζητήθηκε. Αν δεν μπορούν να παρέμβουν χωρίς να διαπράττουν κακουργήματα, αν δεν μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά μεταξύ παρέμβασης και βασανιστηρίων, ναι, καλύτερα να είναι άπραγοι, χίλιες φορές καλύτερα.

Ακολούθησε μια μακρά παρέκβαση προς τη δίκη των Τεμπών, ας την ονομάσουμε σύντομο διάλειμμα από το συζητούμενο θέμα, χρησιμοποίησε τη φράση «το σύμπαν συνωμοτεί», ολοκληρώνοντας τον φιλολογικό του κύκλο, και κατέληξε στις βλάβες που προκλήθηκαν.
Αυτό, για μια φορά, είναι ουσιαστικό ζήτημα, πώς διαπιστώνεται ποια χτυπήματα έχουν γίνει έξω από το δικαστικό μέγαρο (για τα οποία οι κατηγορούμενοι έχουν καταδικαστεί στον Βόλο) και ποια έγιναν μέσα στο αυτοκίνητο και την ασφάλεια. Μόνο που ο πατέρας του παθόντος έχει απαντήσει σε αυτό ότι δεν ήταν δική του ιδέα να χωριστούν οι δίκες. Είναι τέχνασμα που επιτρέπει αυτές τις ακροβασίες.

Ο δεύτερος συνήγορος, κ. Σκαλίμης, ήταν τουλάχιστον πιο φειδωλός στις φιλολογικές του εκρήξεις, αλλά εξίσου αδιάφορος για οποιονδήποτε αποδεικτικό συλλογισμό, που θα χαρακτηριζόταν από κάποια προσήλωση στα γεγονότα.

Ξεκίνησε από το ότι οι άνθρωποι αυτοί (εννοεί τους κατηγορούμενους) έχουν ήδη καταδικαστεί στα μάτια της κοινής γνώμης. Ας απαντήσουμε σε αυτό ότι η καταδίκη στα μάτια της (θεσμικά αδύναμης και πληθυσμιακά ευάριθμης προοδευτικής κοινής γνώμης) είναι μια πολύ επιεικής μοίρα, για αστυνομικούς που συνεχίζουν κανονικά τη ζωή και την υπηρεσία τους μετά από όσα έχουν γίνει. Όσο για την αναφορά στις ιστοσελίδες που παρακολουθούν τη δίκη, μας είπε ότι καλύπτεται η δίκη μόνο από τη μία πλευρά. Τι να κάνω όμως εγώ που τα ΜΜΕ δεν παρακολουθούν τις δίκες για την αστυνομική βαναυσότητα, διότι είναι μέρος του ίδιου μηχανισμού που παράγει και συγκαλύπτει την κρατική βία; Μακάρι να την κάλυπταν αυτή τη δίκη, θα ήταν ωφέλιμο για την κοινωνία να ακούσει την εισαγγελέα να περιγράφει πώς έδρασαν αυτοί οι αστυνομικοί.

Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις οικογένειες και τα παιδάκια των κατηγορουμένων, γιατί βασανιστής με παιδάκια δεν μπορεί να υπάρξει. Οι βασανιστές είναι άτεκνοι, ως γνωστόν.

Αφού εξήγησε και αυτός με τη σειρά του (κέρασε λίγο mansplaining, θα έλεγε κανείς) ότι η κρίση πρέπει να βασίζεται σε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, άρχισε να εξηγεί για ποιον λόγο η ανάρτηση του Μάγγου δεν μπορεί να έχει γραφτεί από τον ίδιο. Ξαναρωτώ: έχουμε κάποιο στοιχείο γι’ αυτό; Μας λέει να μη βασιζόμαστε σε συλλογισμούς και εικασίες, και αναρωτιέμαι: έχουμε κάποια φωτογραφία του αναρχικού καθηγητή που ανέφερε, να γράφει την ανάρτηση του Μάγγου; Όχι βέβαια. Υπάρχει κάποιος ειδικός που κατέθεσε ότι η χρήση μιας σπάνιας λέξης ή η στίξη παραπέμπουν στον τάδε καθηγητή; Όχι, βέβαια.

Αλλά μας εξηγεί ότι κατά την άποψή του ο άνθρωπος που έχει χτυπήσει δεν μπορεί να γράφει για την ΑΓΕΤ. Μπορεί, αλλά πού να εξηγείς γιατί ένας αναρχικός θέλει να μιλήσει πολιτικά για αυτό που του συνέβη και δεν θέλει μόνο να πει πώς τον βασάνισαν.

Και μετά περνάμε στη δεύτερη θεωρία συνωμοσίας, που είναι ότι επιμένει ότι «τυχαία» τον βρήκαν και τον πήγαν σπίτι του, ειρωνευόμενος αυτό που εμφανίζει ως πολλαπλές συμπτώσεις, προωθώντας μια θεωρία που λέει ότι οι μάρτυρες δεν τον είδαν ποτέ, απλώς περιγράφουν τον ανθρώπινο πόνο όπως πολλοί τον ξέρουμε, αλλά ψεύδονται, όλοι, απλώς δεν φάνηκε, δεν αποδείχτηκε στη διαδικασία, δεν συνελήφθησαν ως ψευδομάρτυρες, αλλά είναι πολύ απλό, είναι όλο στημένο και δεν συνέβη ποτέ. Αυτή τη θεωρία προωθεί ο συνήγορος υπεράσπισης στο όνομα της αυστηρής απόδειξης και της ιερής προσήλωσης στα στοιχεία.

Για το αδίκημα της έκθεσης σε κίνδυνο, απαντά: «Δεν είναι γιατροί, αστυνομικοί είναι. Πού να ξέρουν αν πονάει το δόντι του ή αν πονάνε τα πλευρά του;» Δεν είναι η μοναδική στιγμή που νιώσαμε ότι προσβάλλεται η νοημοσύνη μας.

Έχει μετά τη φαεινή ιδέα να νουθετήσει τον πατέρα Μάγγο ότι θα έπρεπε να έχει ρωτήσει το παιδί του γιατί κινήθηκε προς τους αστυνομικούς. Αναφέρεται στο παιδί του, που δεν ζει πια, και του λέει ότι η ευθύνη ανήκει στον παθόντα που ήταν εκεί, όχι σε αυτούς που τον βασάνισαν, και θα έπρεπε να απολογηθεί για το ότι προκάλεσε τους αστυνομικούς. Ωστόσο, να κατηγορείς το θύμα είναι πρακτική που εφαρμόζεται πρωτίστως κατά τη δικαστική υπεράσπιση εγκληματιών από τους συναδέλφους του. Εκτός αυτού του πλαισίου, κανείς δεν θέλει να κάνει τον Κούγια στο ίδιο το παιδί του, φορτώνοντάς του το φταίξιμο για τα κακουργήματα που διαπράττουν ένστολοι.

Αναρωτιέται και πάλι, τι μπορεί να είχε ο Μάγγος κάτω από το μπουφάν. Πέτρες; Μαχαίρι; Όταν είχε ακουστεί κατά τη διαδικασία αυτό, το προεδρείο είχε αντιδράσει λέγοντας ότι δεν μπορεί οι αστυνομικοί να χτυπούν επειδή μπορεί κάτι να κρύβει μια μακρυμάνικη μπλούζα.

Αφιέρωσε στη συνέχεια μεγάλο μέρος της αγόρευσης στη χρήση ουσιών από τον Μάγγο. Και πάλι, ή αδιαφορία για τα στοιχεία είναι κραυγαλέα. Επειδή δεν υπάρχει τοξικολογική, οι γονείς μπορούν να κρύβονται, λέει! Μα, αυτό θα ήταν το τεκμήριο ότι ήταν ενεργός χρήστης, τι στρεψοδικία είναι αυτή; Να θεωρείται η έλλειψη στοιχείων απόδειξη; Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη έχει προσθέσει μια σειρά από συμπληρωματικά επιχειρήματα: δεν είχε συμπτώματα στέρησης, δεν του χορηγήθηκαν οι φαρμακευτικές ουσίες που θα αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση της στέρησης κλπ. Αδιάφορα όλα αυτά για την υπεράσπιση, αφού ξέρει πολύ καλά ένα πράγμα: τι σημασία έχει αν ο Μάγγος ήταν ενεργός χρήστης; Θα άλλαζε κάτι; Εδώ να θυμηθούμε τη δίκη για τον Ζακ: το υπονοούμενο είναι ότι τα δεινά στη ζωή του τα έφερε ο ίδιος, με τη χρήση. Αυτό είναι το υπονοούμενο επιχείρημα, που δεν έχει καμία νομική σχέση με όσα συζητούνται, αλλά πατάει στα στιγματιστικά στερεότυπα γύρω από τη χρήση για να στερήσει από το θύμα τη συμπόνια. Και αν αυτό είναι στιγματιστική ακροβασία, τι να πει κανείς για την κατακλείδα, όπου η έγνοια του ήταν να πει πως οι γονείς δεν είχαν κοντινή σχέση με το παιδί τους.

Είναι νομικά κρίσιμο αυτό; Τίποτα από αυτά που ακούστηκαν δεν ήταν νομικά κρίσιμο με την αυστηρή έννοια. Η δίκη, μάλιστα μια δίκη με ενόρκους, λαϊκούς δικαστές, μπορεί όντως να κριθεί στη συναισθηματική στάση που έχει κανείς απέναντι στην αστυνομία, το κράτος, τη χρήση ουσιών κοκ. Φαίνεται ότι σε αυτή τη φάση οι συνήγοροι υπεράσπισης θεωρούν ότι το προεδρείο έχει διαμορφώσει την άποψή του, οπότε προσπαθούν να χτυπήσουν στο συναίσθημα για τους ενόρκους. Η, πιο απλά και κυνικά, δεν απευθύνονται στην έδρα, αλλά στους εντολείς τους, ή, αλλιώς, τους πελάτες τους. Μπορεί να μην προσφέρουν επιχειρήματα, αλλά μπορούν να πουν «εγώ το πολέμησα». Οπότε καμία ρητορική κορώνα δεν πάει χαμένη.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε την έκβαση, γιατί τα μελλούμενα τα γνωρίζουν οι θεοί, δηλαδή κανείς. Ξέρουμε όμως ότι η φιλολογίζουσα υπεραναπλήρωση είναι δείγμα αδυναμίας, γιατί οι αστυνομικοί που υπερασπίζονται οι συνήγοροι πήραν έναν άνθρωπο, τον τσάκισαν, τον βασάνισαν, τον χλεύασαν και τον πέταξαν στον δρόμο, και ελπίζουμε να τιμωρηθούν γι’ αυτό.