γράφει η Μπρικένα Γκίστο
Πέρασε ο καιρός βραβεύτηκε με νόμπελ ο László Krasznahorkai και αφού βούηξε ο τόπος με αναρτήσεις σχετικές αποφάσισα να τιτλοφορήσω το κείμενό αυτό ως: Όχι, αυτό δεν είναι ένα κείμενο για τον László Krasznahorkai. Επειδή, όμως, η αναβλητικότητά μου με ξεπέρασε, έπειτα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Τσίπρα, ύστερα του Κ. Πουλή και πάει λέγοντας βρέθηκα εκτός επικαιρότητας να μην έχω κάποιον ευφάνταστο τίτλο και εισαγωγή γι’ αυτό το κείμενο.
Ευτυχώς όμως η καλή ποίηση δεν χρειάζεται ούτε ευφάνταστους τίτλους, ούτε μεγάλους άνδρες για να την συστήσεις.
Αστική Αγωνία, λοιπόν, της Ιωάννας Λιούτσια από τις εκδόσεις Θράκα.
Πολλές φορές συζητάμε για το πόσο άβολες είναι ορισμένες φορές οι παρουσιάσεις βιβλίων κι αναρωτιόμαστε τι λέμε σε αυτές, τι χρειάζεται να πούμε για να ανταπεξέλθουμε στο κάλεσμα και καταλήγω πάντα στο πιο ειλικρινές ίσως, ότι αυτό που πραγματικά θέλουμε είναι να αποκτούν οι συναντήσεις αυτές με αφορμή βιβλία μία διάσταση μετάβασης από την μοναχική-προσωπική ανάγνωση στη συλλογική εμπειρία – στο μοίρασμα, ώστε κι αυτό με τη σειρά του να καταλήξει σε μία άλλη μοναχική ανάγνωση και να συνεχίσει σε συναντήσεις, συζητήσεις κι έτσι να δημιουργούνται διαρκώς αφορμές να βρισκόμαστε, να μην αποξενωνόμαστε, να δυναμώνουμε για να μη μας καταπιεί η πραγματικότητα της αστικής αγωνίας που αποτυπώνεται στο βιβλίο.
Έχω, λοιπόν, την τύχη να μιλάω για το βιβλίο αυτό από τη θέση της προνομιούχας αναγνώστριας, καθώς με την Ιωάννα είμαστε φίλες πάρα πολλά χρόνια (απ’ τα μικράτα μας μαζί) και μεγαλώνουμε παρέα, παρακολουθώ και συμμετέχω στις αγωνίες της μια ανάσα μακριά, παρακολουθώ πώς μεγαλώνει εκείνη και η γραφή της και η σκέψη της. Πώς μετουσιώνει την ύπαρξή της σε τέχνη, πώς υπάρχει μέσα σε έναν κόσμο που μας θέλει μοιρολάτρες, μίζερες, ματαιωμένες και μας ωθεί να τα παρατήσουμε. Σε έναν κόσμο που μας σπρώχνει μακριά από κάθε σκηνή, μας θέλει κάτω από αυτήν, μας συρρικνώνει και προσπαθεί με σταδιακά βήματα να μας εξαφανίσει σαν φωνές, σαν υπάρξεις.
Ελλαδώματα
«Τα ποιήματα δε γράφονται με ιδέες, αλλά με λέξεις».
Αν όμως τώρα αραδιάσω τις λέξεις
παραμνησία
τραυματουργία
πένθος για ψευδαισθήσεις
αιματώματα
ελαττώματα
«συνέχεια» – το ουσιαστικό
και «κάποτε»
(παρελθόντος και μέλλοντος χρονικό)
δε θα έχετε πάρει μια ιδέα πώς λέγεται η χώρα μου;
Ποια είναι αυτή η χώρα, ποια είναι αυτή η πόλη, τι μας χωράει; Και πώς εφευρίσκουμε τρόπους να χωρέσουμε; Χωράμε εν τέλει ή βλέπουμε την αντανάκλασή μας λιωμένη; «πρέπει να κάνεις προσπάθεια μέχρι να δεις την αντανάκλασή σου λιωμένη, με ασαφή τα περιγράμματά της τέλεια εναρμονισμένη στο τοπίο.» Αθήνα – Θεσσαλονίκη.
Η αστική αγωνία είναι η αποτύπωση του κόσμου που υπάρχει η Ιωάννα Λιούτσια, που υπάρχουμε κι εμείς μαζί της, η αποτύπωση δηλαδή των ζωών μας στις πόλεις που κατοικούμε και της χώρας που μας φιλοξενεί, και λέω φιλοξενεί γιατί έτσι βιώνουμε την κατοίκηση αυτή που είναι διαρκώς μετέωρη, με το ένα πόδι εντός και το άλλο πόδι εκτός των συνόρων, αλλά παρόλα αυτά με μία ανάγκη υπεράσπισης της επιλογής μας αυτής να παραμένουμε στην χώρα τούτη.
Είμαστε κι εμείς ο στερεωμένος καφές της Ιωάννας στην απλώστρα του μπαλκονιού, μισός μέσα μισός έξω. Η λέξη «αγωνία» στο βιβλίο αυτό παίρνει χωρικές διαστάσεις. Φεύγει από το ένα σώμα στο άλλο, από μέσα προς τα έξω, από την μία πόλη στην άλλη και επεκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα. «Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι στην Αθήνα για δουλειά..»
Γιατί φεύγουν άραγε οι Θεσσαλονικείς και κατεβαίνουν στην Αθήνα; Επιστρέφουν άραγε ποτέ; Είναι εν τέλει χαρούμενοι; Και ποιοι είναι αυτοί που τελικά μένουν;
Στις σελίδες του βιβλίου αποτυπώνεται αυτό το βίωμα της εσωτερικής μετανάστευσης, της εσωτερικής ξενιτιάς και της βαθιάς ματαίωσης και μοναξιάς που βιώνεται ως απόρροια και αυτών των μετακινήσεων.
Δεν είναι οι λέξεις της Ιωάννας Λιούτσια πια, δεν είναι τα δικά της ποιήματα, είναι οι λέξεις και οι αγωνίες της γενιάς της και για να είμαστε πιο συγκεκριμένες, είναι αυτή η γενιά της επισφάλειας, της ανεργίας, των διαρκών εμποδίων της γενιάς που αγωνίζεται.
Η Ιωάννα γράφει και η γραφή της αυτή με τόση φροντίδα τοποθετημένη στο χαρτί αγκαλιάζει τις φίλες της, τις θηλυκότητες που βάλλονται από το διαρκές πατριαρχικό βλέμμα, αγκαλιάζει όλους αυτούς τους ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν σε αυτόν τον τόπο με νύχια και με δόντια, μα πάντα με βλέμμα στην πραγματικότητα. Η γραφή της Ιωάννας σε, με, μας συμπεριλαμβάνει.
Είναι η γραφή της κουρασμένης γενιάς, της ματαιωμένης, είναι η γενιά που δεν ξέρει αν θέλει τη γονεϊκότητα, αν ευθύνεται που δεν είναι γονέας, αν της επιτρέπεται, αν μπορεί να ανταπεξέλθει «ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν / πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών / ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;», «συγκίνηση και ηττοπάθεια / όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά / για περισσότερα δεν είμαστε». Και αυτό είναι οκ!
Μέσα σε όλη αυτή την ασφυκτική διάσταση, όμως, δεν λείπει και η υπεράσπιση σαν έννοια και αυτό είναι που κάνει το βιβλίο αυτό ένα μικρό καταφύγιο, αυτό κάνει το βιβλίο αυτό φωτεινό, γιατί μέσα από την αποτύπωση όλων αυτών των μικρο – μεγάλων εγκλωβισμών υπάρχει πάντοτε μία ανάγκη υπεράσπισης των επιλογών, της γραφής της ίδιας ακόμη και της χώρας που δε μας χωρά, «μιλάω για τη χώρα μου όπως μιλάω για τα παιδιά μου [..] μα όταν κάποιος άλλος την κατηγορήσει τότε μιλάω για τη χώρα μου όπως μιλάω για τα παιδιά μου».
Μιλάμε για τη νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια, και αξίζει φυσικά να ειπωθεί ότι η Ιωάννα δεν είναι μόνο ποιήτρια, είναι ηθοποιός, performer, σκηνοθέτρια, θεατροπαιδαγωγός, δραματουργός, θεατρική συγγραφέας, διδακτόρισσα, ερευνήτρια, μεταφράστρια, συγγραφέας παιδικών παραμυθιών, είναι θεία, σύντροφος, φίλη, κόρη, αδερφή, εργαζόμενη, ενίοτε άνεργη, είναι μαγείρισσα, νοικοκυρά, οικοδέσποινα, είναι γυναίκα και γράφει περικλείοντας κάθε της ρόλο, κάθε ιδιότητα και κομμάτι της πολυδιάστατης ταυτότητάς της με πλήρη επίγνωση των διακρίσεων εις βάρους της μα και ενίοτε των προνομίων της. Μία γραφή που την παρατηρούμε και σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές της κι εδώ τη βλέπουμε να μεστώνει, να ωριμάζει μαζί της.
Στην Αστική αγωνία η Ιωάννα Λιούτσια αρθρώνει ακόμη πιο δυναμικά το λόγο της πάντα με μια αίσθηση ταπεινότητας και κατανόησης πως η σπουδαιότητα αυτού που κάνει μπορεί να είναι και το τίποτα ορισμένες φορές, κι αυτή η επίγνωση την καθιστά σπουδαία ποιήτρια, σπουδαίο άνθρωπο, σπάνια ύπαρξη.
Περί τυφλότητας
Σήμερα στη λαϊκή / κάποιος πλανόδιος φακούς πουλούσε
«για τα καταφύγια, για όταν έρθει εδώ ο πόλεμος». Κι εγώ αναρωτιέμαι: Ποιος τότε θα θελήσει να’χει το φως του για να βλέπει;
Η Ιωάννα κλείνει τη συλλογή αυτή με το ποίημα «όταν ξύπνησα» και λέει:
όταν ξύπνησα μόνο τον εαυτό μου βρήκα πλάι
κι αυτόν, ριγμένο ήδη
στην πραγματικότητα
κι εγώ χαίρομαι τόσο που σε αυτήν την πραγματικότητα υπάρχει η Ιωάννα και ζούμε μαζί, μεγαλώνουμε μαζί, παλεύουμε μαζί και κουρνιάζω κάθε φορά στις σελίδες της όταν δεν μπορώ στην αγκαλιά της. Εύχομαι να είναι και για εσάς το βιβλίο της μια αγκαλιά και τα ποιήματά της φάρμακα με ή χωρίς συνταγογράφηση και να μας προτρέπουν να συνεχίσουμε να γράφουμε, να αγαπάμε, να ερωτευόμαστε, να ζούμε ακόμη και σε αυτήν την πραγματικότητα στην οποία είμαστε ριγμένες, κόντρα σε κάθε πολιτική που μας θέλει, χωρίς φωνή, χωρίς υπόσταση, ζωντανές – νεκρές μα και νεκρές.

Σ’ ευχαριστούμε.