γράφει η Ιλιρίντα Μουσαράι, πολιτική επιστημόνισσα και υπ. διδακτόρισσα Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ
Ένας διαδηλωτής δέχτηκε στο μάτι πλαστική σφαίρα από αστυνομικούς και χρειάστηκε να μεταφερθεί εσπευσμένα σε νοσοκομείο στην Ιταλία. Είδαμε, επίσης, αστυνομικούς να χτυπούν έναν λιπόθυμο άνδρα σε ένα απόμερο σημείο και να σταματούν μόνο όταν έφτασαν δημοσιογράφοι για να καταγράψουν το περιστατικό. Αν βλέπουμε στις οθόνες μας πυροβολισμούς με πλαστικές σφαίρες και ξυλοδαρμούς, φανταστείτε τι συμβαίνει όταν οι κάμερες σβήνουν και δεν υπάρχουν μάρτυρες.
Οι αστυνομικοί έχουν, προφανώς, λάβει ξεκάθαρο μήνυμα από την κυβέρνηση να καταστείλουν τις διαδηλώσεις με κάθε κόστος και να σπείρουν τον φόβο στους διαδηλωτές και τις διαδηλώτριες. Οι πολυπληθείς συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετέχουν καθημερινά δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, διαλύονται γρήγορα από τις επιθέσεις των αστυνομικών.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έχει προχωρήσει σε μια διπλή τακτική. Από την μια, ανακοινώνει καθημερινά μέτρα ποινικοποίησης των διαδηλώσεων: πρόστιμα σε διαδηλωτές-τριες, ποινές φυλάκισης, αποκλεισμούς από κρατικές παροχές και κοινωνική διαπόμπευση. Έβγαλε μάλιστα λίστες με διαδηλωτές και τους κατηγόρησε για συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες. Μεταξύ αυτών ήταν και o 20χρονος Jon Sinoimeri που τον πρόβαλλε δημόσια ως κατηγορούμενο για παραγωγή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Ο Jon διέψευσε δημόσια τις κατηγορίες και ανέφερε ότι είναι αριστούχος φοιτητής της Ιατρικής και ανέφερε ότι “αυτές είναι οι τελευταίες πράξεις ενός δικτάτορα”. Από την άλλη, καλεί τους διαδηλωτές σε “διάλογο” φτιάχνοντας μια εγκατάσταση με καρέκλες έξω από το πρωθυπουργικό γραφείο, για να δώσει μια επίφαση δημοκρατίας στα γκλοπ, τις πλαστικές σφαίρες και τις απειλές, αλλά και για να διασπάσει το κίνημα.΄
View this post on Instagram
Αυτή την στιγμή οι διαδηλώσεις έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια κρίσιμη μάζα κόσμου: φοιτητές-τριες, μαθητές-τριες, εργαζομένους, παιδαγωγούς, καλλιτέχνες. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στην λαϊκή τραγουδίστρια Irini Qirjako που κατέβηκε και υποστήριξε τις διαδηλώσεις. Η κυβέρνηση Ράμα δεν έχει απέναντί μονάδες. Έχει να αντιμετωπίσει τον λαό από τον οποίο εξαρτάται η νομιμοποίησή και η επανεκλογή της.
Στις εφημερίδες του Σαββατοκύριακου στην Ελλάδα δημοσιογράφοι του κεντρώου χώρου δεν μπορούν παρά να σχολιάσουν τις εξελίξεις διεθνώς. Αντί να δώσουν έμφαση στο κοινωνικό αδιέξοδο της πλειοψηφίας του κόσμου παγκόσμια και στην αποτυχία των (νεο)φιλελεύθερων πολιτικών, δίνουν έμφαση στην βία των διαδηλωτών. Κάνουν έναν διαχωρισμό ανάμεσα στους ήρεμους, σωστούς διαδηλωτές και στους βάνδαλους μπαχαλάκηδες. Η διάκριση αυτή είναι ψευδής και η συσπείρωση του κόσμου στην Αλβανία γύρω απ’ όλες τις μορφές πάλης είναι η πιο τρανή απόδειξη. Η λαϊκή βία απέναντι στην κρατική βία και αδιαφορία ενεργοποιείται ως τελευταία επιλογή και μόνο αφού έχουν εξαντληθεί άλλα μέσα καθώς, όπως βλέπουμε, μπορεί να επιφέρει πολλαπλάσια καταστολή.
136 μέρες διαδηλώσεων στα Τίρανα και ο πρωθυπουργός δεν προχώρησε σε καμία νομοθετική αλλαγή. 13 συνεχόμενα χρόνια πρωθυπουργίας και δεν σημειώθηκε καμία καλυτέρευση στο βιοτικό επίπεδο των Αλβανών πολιτών. 7 χρόνια μετά από τις μαζικές διαδηλώσεις των φοιτητών-τριών το 2018 για δημόσια και ποιοτική παιδεία, δεν υπήρξε καμία κρατική χρηματοδότηση για δημόσια δωρεάν παιδεία και φοιτητική στέγαση.
Ο διάλογος προϋποθέτει διάθεση για συμβιβασμό και υιοθέτηση κάποιων από τα αιτήματα των διαδηλωτών. Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας όμως δεν θέλει να κάνει σε τίποτα πίσω. Επιμένει στο όνειρο της “ισχυρής” Αλβανίας, των ουρανοξυστών, του πολυτελούς τουρισμού, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φυσικά με αυτόν ως βασικό πρωταγωνιστή. Σε αυτό το όνειρο δεν τον δεσμεύει μόνο η προσωπική αλαζονεία, αλλά και η αλληλεξάρτησή του με Αλβανούς ολιγάρχες, ξένα επενδυτικά κεφάλαια και δίκτυα που φαίνεται να συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα. Τι κι αν οι συνταξιούχοι παίρνουν 150 ευρώ σύνταξη, τι κι αν οι φοιτητές-τριες δεν μπορούν να σπουδάσουν και να βρουν δουλειά, τι κι αν ο κόσμος δεν μπορεί να νοικιάσει/αγοράσει σπίτι, τι κι αν εξαναγκάζονται σε μετανάστευση στο εξωτερικό;
Για αυτό ακριβώς είναι φανερό ότι δεν ζητάει διάλογο, ζητάει να αποσχιστούν τα πιο πρόθυμα κομμάτια για συνθηκολόγηση και παρόλο τον τρόμο, κανένα άτομο δεν υποχωρεί. Οι φοιτήτριες-ες του απαντάνε ενωμένα “Κανένας διάλογος. Μονάχα παραίτηση”. Βασικό ενοποιητικό αίτημα έχει γίνει η παραίτηση του Ράμα και συνολικότερα η εξυγίανση του πολιτικού συστήματος στην Αλβανία. Μετέπειτα, ξεδιπλώνονται πολλαπλά αιτήματα που αφορούν την δημιουργία ενός ικανού κράτους πρόνοιας (δημόσια υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση), την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου, την στέγαση και την δυνατότητα ποιοτικών θέσεων εργασίας και αξιοπρεπών μισθών.
View this post on Instagram
Εκεί που η ακροδεξιά αποτυγχάνει;
Σε όλες τις χώρες που συντελούνται διαδηλώσεις αυτή την στιγμή, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία και αυτό δεν αποτελεί μια τυχαιότητα. Πρωταγωνίστριες είναι οι νεολαίες διεθνώς που εκφράζουν την αντίθεσή τους με την υπάρχουσα συνθήκη των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων και της απουσίας μιας καλύτερης προοπτικής. Η ακροδεξιά παγκόσμια αδυνατεί να καρπωθεί τα κινήματα αυτά και προσπαθεί να τα αποδώσει στους μετανάστες-τριες των Ευρωπαϊκών χωρών που έχουν ως στόχο να αποσταθεροποιήσουν και να καταστρέψουν τις χώρες υποδοχής. Στην Αλβανία όμως δεν εξεγείρονται μετανάστες, εξεγείρονται τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και η παρολίγον μεσαία τάξη που δεν ευδοκίμησε ποτέ να γίνει μεσαία, ακριβώς για να μην γίνουν μετανάστες-τριες.
Ο κοινός παρονομαστής των διαδηλώσεων είναι η φτώχεια. Και η φτώχεια και ως απόλυτο μέγεθος, δηλαδή ως αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών όπως τροφής και περίθαλψης, αλλά και η φτώχεια ως σχετικό μέγεθος. Στην εποχή που συζητάμε για επενδύσεις δισεκατομμυρίων στην τεχνητή νοημοσύνη και για μια νέα στρατιά δισεκατομμυριούχων διεθνώς, έχουμε παράλληλα διαδηλώσεις στην Αλβανία, στην Γαλλία, στην Ισπανία, στο Μεξικό για την κάλυψη των πιο βασικών μας αναγκών: στέγαση, τροφή, υγεία, παιδεία.
Η ακροδεξιά αποτυγχάνει σε αυτόν τον γύρο των διαδηλώσεων να πρωταγωνιστήσει και για αυτό τις λοιδορεί, γιατί στον πυρήνα της είναι συστημική και συντάσσεται παγκόσμια με τις οικονομικές ελίτ. Σε περιπτώσεις όπως των ΗΠΑ όχι μόνο συντάσσεται με τις παγκόσμιες ελίτ, αλλά ακροδεξιοί και καπιταλιστές έχουν γίνει ένα όπως στην περίπτωση του Αμερικανού προέδρου. Η επιβίωση των οικονομικών ελίτ μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ακροδεξιάς ιδεολογικής επικράτησης, και η ακροδεξιά επικράτηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της στήριξης των οικονομικών ελίτ.
Προνομιακό πεδίο της ακροδεξιάς αποτελεί το μεταναστευτικό και τα λοατκι+ δικαιώματα, κοινωνικών ομάδων που όχι μόνο έχουν στοχοποιηθεί και περιθωριοποιηθεί διαχρονικά, και στην περίπτωση των πρώτων έχουν αποτελέσει αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, πάνω στην οποία έχουν βασιστεί όλες οι δυτικές χώρες (κι όχι μόνο). Εκεί στρέφουν την συζήτηση, γιατί εκεί γνωρίζουν ότι μπορούν να ενεργοποιήσουν ρατσιστικά και ομοφοβικά/τρανσφοβικά ένστικτα και να συντάξουν σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα με την δική τους ρητορική. Και σύσσωμο το πολιτικό φάσμα, από τα δεξιά μέχρι τα αριστερά, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων φοβούμενο την εκλογική ήττα ή καθίζηση επιλέγει να μιλάει με όρους εθνικής ασφάλειας και προστασίας της παραδοσιακής οικογένειας. Και επιλέγει να μιλάει με αυτούς τους όρους, γιατί δεν μπορεί ούτε αυτή να αρθρώσει το λεξιλόγιο της κοινωνικής ισότητας, των κοινωνικών παροχών και της κατάργησης των οικονομικών διαφορών.
Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η αριστερά έχει συνδέσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με μια αναδιανεμητική πολιτική (φορολόγηση του πλούτου, δωρεάν υγεία, στεγαστική πολιτική) έχει καταφέρει να μετουσιώσει την κοινωνική οργή σε πολιτική εκπροσώπηση, όπως με την εκλογή της Ελίφ Εράλπ και του Ζοχράν Μαμντάνι. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων όμως, η σοσιαλδημοκρατία και η αριστερά, όχι μόνο δεν μπορεί να αρθρώσει αυτό το λεξιλόγιο, αλλά φαίνεται να έχει ξεχάσει εξολοκήρου την γλώσσα της αλληλεγγύης και της ισότητας.
Κι εδώ εμφανίζεται το παράδοξο αριστερών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων να προσεύχονται για τα εκλογικά αποτελέσματα των προαναφερθέντων χωρίς να θέλουν να καταβάλουν τον πολιτικό κόπο για την δημιουργία μιας κοινωνικής ατζέντας, αλλά και για την δημιουργία πολιτικού χώρου για την ανάδειξη των πιο φτωχοποιημένων, επισφαλών, των μεταναστών-τριων, των λοατκι+ σε πολιτικούς πρωταγωνιστές-τριες.
Υ.Γ. Λίγο αφότου γράφτηκε αυτό το κείμενο, ανακοινώθηκε η νίκη της «Φοιτητικής Λίστας – Οι φοιτητές νικούν!» στις χθεσινές εκλογές της Σερβίας. Πρόκειται για έναν ανεξάρτητο πολιτικό συνδυασμό, καρπός του φοιτητικού κινήματος και των μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων των τελευταίων δύο ετών. Αιτία των διαδηλώσεων στάθηκε η κατάρρευση του τσιμεντένιου στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεμβρίου 2024, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους. Ο συνδυασμός σημείωσε ποσοστό 52% και επικράτησε εναντίον του Βούτσιτς και του δεξιού συντηρητικού SNS (Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα) που κυβερνούσε για 12 συναπτά έτη. Το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές έφτασε το ιστορικό 70%. Η εκλογική κάθοδος της λίστας, αποτέλεσε την απάντηση του κινήματος κατά της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης με κύρια αιχμή τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος της Σερβίας. Αναμένεται να δούμε τι αποτελέσματα θα παράξει αυτή η νίκη. Είναι βέβαιο όμως ότι προστίθεται και αυτή στο μακρύ κατάλογο του φθινοπώρου της ανυπακοής.