«Ο σιδηρόδρομος ήταν μια ωρολογιακή βόμβα εν κινήσει» επεσήμανε ενώπιον του δικαστηρίου η κ. Βασάρα, η οποία στην πολύωρη κατάθεση της μίλησε για πληθώρα ζητημάτων όπως το «μπάζωμα», τον ρόλο των εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών στην Λάρισα, την εξέταση των οσταρίων και τις συνθήκες της σύγκρουσης.

Όσον αφορά τα οστάρια, για τα οποία μάλιστα έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών Παύλο Ασλανίδη, η κ. Βασάρα αναφέρθηκε στην εξέταση κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, αυτών που είχαν βρεθεί στο δεύτερο βαγόνι και στο κυλικείο και ζήτησε να εξεταστούν ξανά σε ειδικά εργαστήρια και να ταυτοποιηθούν αυτά για τα οποία δεν μπόρεσε να εξαχθεί κάποιο αποτέλεσμα.

«Μου είναι αδιανόητο να υπάρχει ένα κοκαλάκι της Αγάπης και να είναι στα αζήτητα. Αρκετά με τη σκύλευση των νεκρών παιδιών μας», είπε εξοργισμένη η κ. Βασάρα.

«Η δικογραφία έκλεισε με μεγάλα κενά. Αντιμετωπίσαμε ένα κράτος που ήταν εχθρικό απέναντι σε μας τους γονείς», είπε η κα Βασάρα και προσέθεσε: «Διαπιστώσαμε ότι τα τρένα τρέχανε με αυξημένες ταχύτητες. Ήταν τραγικά υποστελεχωμένος ο σιδηρόδρομος. Οι υπουργοί τα ξέρανε, φτάνανε στα αυτιά των υπουργών. Όλα ξεκίνησαν με τον κατακερματισμό του ΟΣΕ, με την ιδιωτικοποίηση του πιο κερδοφόρου τμήματος. Το κάνανε σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν υπήρχε καμία διαχείριση του κινδύνου. Το κόστος κόντρα στην ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής».

«Εδώ δικάζεται ένα έγκλημα που θα μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Όλοι ευθύνονται και κανείς δεν έκανε τίποτα για να το αποφύγει. Αυτό που θέλουμε είναι να μπουν στη φυλακή όσοι έχουν ευθύνη και υπαιτιότητα», σημείωσε.

Ο κ. Τσακλίδης, κατέθεσε νωρίτερα ζητώντας να ακουστούν στο δικαστήριο τρία ηχητικά της δικογραφίας με συνομιλίες μηχανοδηγών-σταθμαρχών που δεν εμπλέκονται στην υπόθεση για να καταδείξει όπως επεσήμανε το «μπάχαλο» που επικρατούσε στον σιδηρόδρομο και ότι ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας δεν ήταν «αρκετός» για την ασφαλή κυκλοφορία των τρένων.

Εστίασε ιδιαίτερα στο ότι πρέπει να κληθούν να καταθέσουν ως μάρτυρες οι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας TOMH-ALSTOM και ο πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ Παναγιώτης Τερεζάκης. Για την έκθεση Jowett είπε πως κάποιοι συγγενείς διαφώνησαν με τη μεθοδολογία του που οδήγησε στο συμπέρασμα των ελαίων σιλικόνης ενώ για το βίντεο της Λεπτοκαρυάς με την εμπορική αμαξοστοιχία ανέφερε πως εξετάστηκε από την Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών η οποία αναφέρει στην έκθεση της «ασυνέχεια σε κάποια σημεία».

Στη συνέχεια κατέθεσε ο Βασίλης Παυλίδης, αδερφός του Ανδρέα Παυλίδη ενός εκ των 57 θυμάτων των Τεμπών.

Ο κ. Παυλίδης αναφέρθηκε σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν τη δικογραφία για τα Τέμπη, όπως την σύμβαση 717, το GSM-R και την Τηλεδιοίκηση. Υπογράμμισε πως θα έπρεπε να κληθούν να καταθέσουν στον εφέτη ανακριτή οι πρώην γενικοί γραμματείς του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και πως τα έλαια σιλικόνης δεν μπορούν να ευθύνονται για την πυρόσφαιρα που δημιουργήθηκε μετά τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών.

«Πιστεύουμε πραγματικά στον θεσμό της Δικαιοσύνης. Αυτό το δικαστήριο είναι το τελευταίο που μας έχει απομείνει» τόνισε ολοκληρώνοντας την κατάθεση του ο κ. Παυλίδης.

Η δίκη συνεχίζεται αύριο, Τρίτη, με καταθέσεις των συγγενών των θυμάτων.