Η χθεσινή δικάσιμος ξεκίνησε με την κατάθεση της ψυχοθεραπεύτριας της Σ., ως μάρτυρα του κατηγορητηρίου, η οποία την παρακολουθούσε μεταξύ  του διαστήματος του Ιουνίου του 2022 και του Ιουνίου του 2023, στο πλαίσιο δημοσίου προγράμματος ψυχοθεραπείας στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Σημειώνεται πως η ψυχίατρος ήταν παράλληλα και Αστυνόμος Β’ της Ελληνικής Αστυνομίας και ψυχίατρος στο Κεντρικό Ιατρείο Αθήνας της ΕΛ.ΑΣ, γεγονός που η Σ. δε γνώριζε κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής τους σχέσης. «Ήμουν ψυχοθεραπεύτριά της, παρά την ψυχιατρική μου ιδιότητα, όχι ψυχίατρος. Δε συνηθίζω να λέω την άλλη μου ιδιότητα στους ψυχοθεραπευόμενούς μου» ανέφερε.

Η ψυχίατρος κλήθηκε από το δικαστήριο να απαντήσει σε πράγματα που άπτονται του ιατρικού απορρήτου και υποχρεώθηκε να καταθέσει τον φάκελο των συνεδριών με την επιζώσα, έχοντας για δεοντολογικούς λόγους λάβει και τη σύμφωνη γνώμη της Σ. Ανέφερε πληροφορίες που αφορούν την ψυχική ανθεκτικότητα και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της πρώην θεραπευόμενής της, κάνοντας σαφές πως υπήρξε επιδείνωση μετά από εκείνο το βράδυ στο Α.Τ.

Η ψυχίατρος ήταν επίσης, η πρώτη που έλαβε γνώση των γεγονότων εκείνης της νύχτας, μέσω τηλεφώνου μία μέρα μετά. «Μου είπε ότι συνάντησε κάποιους αστυνομικούς, τους ζήτησε κάποια βοήθεια, πήγε στο αστυνομικό τμήμα Ομόνοιας, την οδήγησαν σε ένα δωμάτιο, ο ένας έμεινε μέσα σε αυτό, ο άλλος βγήκε. Ακολούθησε διείσδυση, μετά έφυγε, ήρθε ο άλλος την ανάγκασε σε στοματικό έρωτα. Μετά η Σ. είδε ένα λαμπάκι, τρόμαξε και ζήτησε να φύγει» περιέγραψε.

Η Σ. δίσταζε να καταθέσει γιατί γνώριζε πως «δε βγαίνει άκρη σε τέτοιες υποθέσεις»

Η ψυχίατρος είπε πως το τηλεφώνημα ήταν για να ζητήσει η Σ. μία βοήθεια, μία δεύτερη γνώμη για το πώς να χειριστεί την κατάσταση και πως η ίδια είχε αποφασίσει ότι θα το πει στις αρχές. Την ανησυχούσε, όμως, πως συνήθως «δε βγαίνει άκρη σε τέτοιες υποθέσεις» όπως είχε ακούσει. Δικαιολογημένα εάν αναλογιστεί κανείς τις πολλαπλές φορές όπου η αστυνομία αδιαφόρησε ή συγκάλυψε περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Εάν λάβουμε υπόψιν μας κιόλας πως το συγκεκριμένο περιστατικό όχι μόνο αφορούσε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά εμπλέκονταν σε αυτήν και αστυνομικοί, μάλλον μπορούμε να αντιληφθούμε το γιατί η επιζώσα είχε ενδοιασμούς. «Μου είπε ότι ήθελε να το κάνει, ήθελε να βοηθήσει και άλλα άτομα» συμπλήρωσε η ψυχίατρος.

«Προσωπική ευθύνη στο συμβάν επέρριψε στον εαυτό της; Υπάρχουν θύματα βιασμού που το κάνουν αυτό» ρώτησε η Πρόεδρος, και η ψυχίατρος τής απάντησε πως η Σ. ένιωθε ενοχή μετά από λίγο καιρό.

Πρόεδρος: «Αναρωτηθήκατε αν υπήρχε και δική της ευθύνη;»

«Πώς θα χαρακτηρίζατε τους δράστες όταν αυτοί είναι ένστολοι και έχουν εξουσία; Αναρωτηθήκατε αν υπήρχε και δική της ευθύνη;» ρώτησε η Πρόεδρος, προκαλώντας αίσθηση στο ακροατήριο.

«Σύμφωνα με όσα μου είπε δεν είχε καταλάβει ότι θα πάρουν τέτοια τροπή τα γεγονότα. Θεώρησα ότι ήταν νέοι όταν άκουσα το περιστατικό. Μπορεί να έχει να κάνει με απειρία, με το πώς εκπαιδεύονται. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά αυτό που συνέβη» απάντησε η μάρτυρας, σε μία προσπάθεια κάλυψης του θεσμού τον οποίο υπηρετεί και των συναδέλφων της.

Η Πρόεδρος, ανακαλώντας λόγια από προηγούμενη κατάθεση της Σ., ανέφερε πως εκείνη είχε πει πως «δεν ήθελε να κακοχαρακτηριστεί». «Μπορεί κάποια που βιάζεται, να μη φεύγει για να μην κακοχαρακτηριστεί; Είχε αυτάρεσκη πρόθεση ή είχε ταμπού;» ρώτησε, και η ψυχίατρος απάντησε πως «η φράση της αυτή ταιριάζει με τον φόβο της να κάνει κάτι που θα στεναχωρήσει τον άλλο».

«Λειτούργησαν ως αστυνομικοί ή ως αντρική παρέα;» ρώτησε η Πρόεδρος, και η ψυχίατρος απάντησε πως λειτουργούσαν ως αντρική παρέα, επιμένοντας ουσιαστικά στη γραμμή της «απειρίας» των αστυνομικών. Υπενθυμίζεται πως η ψυχίατρος κλήθηκε ως μάρτυρας του κατηγορητηρίου από το δικαστήριο.

«Τι φορούσε; Φούστα ή παντελόνι;»

Στη συνέχεια, η Πρόεδρος, συνεχίζοντας τη γραμμή επίρριψης ευθυνών στην καταγγέλλουσα, προχώρησε στην χιλιοειπωμένη, συνήθη ερώτηση σε υποθέσεις βιασμού. Αυτή τη φράση των δύο λέξεων και του τεράστιου βάρους, αυτή τη φράση γεμάτη από στοιχεία κατηγορίας απέναντι στις επιζώσες και την υπόνοια πως, ίσως, εκείνες να είχαν αποτρέψει την επίθεση: «Τι φορούσε;».

«Φούστα ή παντελόνι; Παίζει ρόλο, έχει διαφορά το τι φοράει;» ρώτησε ξανά σαν να είναι αντικείμενο ψυχιατρικής διερεύνησης ποια ρούχα διευκολύνουν και ενθαρρύνουν τον βιασμό.

«Είναι πιο εύκολο να σε γδύσουν με φούστα παρά με παντελόνι», απάντησε η ψυχίατρος, χωρίς να παίρνει αποστάσεις από το πνεύμα της ερώτησης.

(Προειδοποίηση για ευαίσθητο περιεχόμενο)

«Δεν αντέδρασε επειδή φοβόταν ή ντρεπόταν;» ρώτησε η εισαγγελέας.

«Και τα δύο. Και να διευκρινίσω ότι πολλά άτομα όταν έχουν πανικό συμβαίνει το λεγόμενο ‘’freezing’’, το πάγωμα και έτσι αυτό μπορεί να συνέβη. Ένιωσε άσχημα με τον εαυτό της που δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει νωρίτερα ότι δεν ήθελε» απάντησε η ψυχίατρος.

Ο εισαγγελέας ρώτησε αν είναι πιθανό η ίδια να το ήθελε αρχικά και αργότερα να το μετάνιωσε, και η ψυχίατρος απάντησε επισημαίνοντας ότι δεν θυμάται να της έχει μεταφερθεί πως εκείνη εξέφρασε ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε.

Ρώτησε επίσης αν οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν καθαρά άρνηση από τη συμπεριφορά της, και η ψυχίατρος απάντησε ότι εκείνη έβγαλε μια κραυγή και στη συνέχεια έφυγε, κάτι το οποίο ο εισαγγελέας χαρακτήρισε πως συνιστά σαφή ένδειξη δυσαρέσκειας.

Παράλληλα, τέθηκε το ερώτημα αν η παραμονή της στον χώρο και η έλλειψη αντίστασης θα μπορούσαν να εξηγηθούν ως αντίδραση «παγώματος», συνδεδεμένη με φόβο απόρριψης. Η ψυχίατρος απάντησε θετικά.

Για «υπερβολικό πόθο» έκανε λόγο η έδρα

Η συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας ανέφερε ότι υπάρχει βίντεο στο οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος βιντεοσκοπούσε τη σεξουαλική πράξη με την επιζώσα, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για υλικό από υπηρεσιακή κάμερα, ενώ η συγκεκριμένη κάμερα GoPro έχει εξαφανιστεί ή αποκρυφθεί. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, στο βίντεο καταγραφόταν ολόκληρη η διάρκεια της δεύτερης συνεύρεσης και, κατά τη μεταφορά του υλικού από την κάμερα στο κινητό τηλέφωνο, προέκυψαν οι φωτογραφίες-στιγμιότυπα που εξετάστηκαν στο δικαστήριο.

Σε κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες, η Σ, φαίνεται να έχει μία έκφραση στο πρόσωπο, την οποία η γραμμή υπεράσπισης των κατηγορουμένων παρουσιάζει ως χαμόγελο. Έτσι, για πολλή ώρα η συζήτηση με την ψυχίατρο πραγματεύτηκε το αν πρόκειται όντως για χαμόγελο ή για άνθρωπο σε κατάσταση παγώματος, με την ίδια να δίνει αντιφατικές απαντήσεις, ενώ ελάχιστα συζητήθηκε το γεγονός ότι το δεκαοκτάλεπτο βίντεο «μυστηριωδώς» εξαφανίστηκε.

Η ψυχίατρος εξήγησε ότι ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση εμφανίζεται συνήθως πιο μηχανικός και πιο ανέκφραστος. Η έδρα συνέχισε ρωτώντας αν από τα στιγμιότυπα προκύπτει εμφανής δυσαρέσκεια και αν οι εικόνες παραπέμπουν σε σκηνικό βιασμού ή αν παραπέμπουν σε σκηνή υπερβολικού πάθους. Η ψυχίατρος απάντησε ότι η δυσαρέσκεια δεν είναι διακριτή μέσα από τις φωτογραφίες. Η ψυχίατρος επανέλαβε ότι δεν μπορεί να κρίνει μόνο με βάση τις φωτογραφίες, πέφτοντας σε αντίφαση, καθώς λίγα λεπτά είχε κάνει ακριβώς αυτό.

Σημειώνεται πως όταν η Σ. ρωτήθηκε γιατί εμφανίζεται με αυτή την έκφραση στο πρόσωπο, απάντησε ότι το συγκεκριμένο στιγμιότυπο έχει ληφθεί αμέσως μετά τον πρώτο βιασμό, ενώ η ίδια βρισκόταν σε κατάσταση αιμορραγίας. Η συνήγορος της καταγγέλλουσας τόνισε ότι, κατά τη Σ., η έκφραση που καταγράφεται δεν παραπέμπει σε γέλιο, αλλά σε μια νευρική κίνηση του προσώπου της.

«Δε θα ισχυριζόμουν ότι από αυτά τα στιγμιότυπα γελάει» είπε η ψυχίατρος.

Η ψυχίατρος ξεκαθάρισε ότι μετά από το επίμαχο βράδυ, η Σ. ήταν καταρρακωμένη φέρνοντας παραδείγματα από τη ζωή της.

Παίρνοντας τον λόγο, ο ένας εκ των δύο συνηγόρων υπεράσπισης των αστυνομικών ανέφερε ότι υπήρχε μήνυμα της Σ. στο οποίο έλεγε πως «έγινε κάτι με αστυνομικούς και όλα καλά». «Μπορείτε να το εξηγήσετε;» ρώτησε.

Η ψυχίατρος εξήγησε ότι μετά από ένα έντονα τραυματικό γεγονός ο άνθρωπος μπορεί να μπαίνει σε κατάσταση σε έναν μηχανισμό επιβίωσης. Τόνισε επίσης ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος τρόπος αντίδρασης σε τέτοιες καταστάσεις και πως η συμπεριφορά ενός ανθρώπου και το μήνυμα μετά από τραύμα δεν αποτελούν από μόνα τους τεκμήριο για το τι έχει συμβεί, καθώς κάθε άτομο διαχειρίζεται διαφορετικά το τραύμα και αντιδρά με διαφορετικό τρόπο, και πως κάτι τέτοιο έχει ξανασυμβεί.

«Συμβαίνει να υπάρχουν τρεις στιγμές γέλιου; Έχουμε 3 στιγμές γέλιου καταγεγραμμένες μετρά τον βιασμό. Θα μπορούσε να αντιδράσει έτσι;» ρώτησε ο συνήγορος, με την ψυχίατρο να απαντά θετικά και εκείνον να φαίνεται πως δυσπιστεί.

Συνήγορος υπεράσπισης αστυνομικών: «Είναι πιθανό η Σ. να έχει πιστέψει το ψέμα της;»

Κατά τη συνέχεια της εξέτασης, τέθηκε στην ψυχίατρο από τον συνήγορο το ερώτημα αν είναι δυνατόν κάποιος να δηλώσει ότι συνέβη κάτι που στην πραγματικότητα δεν έγινε και τελικά να πιστέψει ο ίδιος το ψέμα του, σχολιάζοντας πως κατά την εμπειρία του, βλέπει συχνά τέτοιες περιπτώσεις από… τους εντολείς του. Η ψυχίατρος απάντησε ότι το φαινόμενο της ψευδομνησίας μπορεί να εμφανιστεί, όμως αφορά γεγονότα που ανακατασκευάζονται μετά από δεκαπέντε χρόνια και όχι άμεσα μετά από ένα συμβάν.

Στη συνέχεια, ρωτήθηκε από τον συνήγορο αν είναι πιθανό η μηνύτρια να είδε αργότερα φωτογραφίες των αστυνομικών με τις συντρόφους τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτό να την ενόχλησε εκ των υστέρων, οδηγώντας την σε ψευδή καταγγελία, και η ψυχίατρος απάντησε ότι δεν έχει προκύψει κάτι τέτοιο από τα στοιχεία που γνωρίζει. Ακολούθως, ο συνήγορος έθεσε το ερώτημα αν συνηθίζεται ένας δράστης βιασμού να δίνει το Instagram του πριν από την πράξη, εφόσον η πράξη του βιασμού είναι προσχεδιασμένη. Η ψυχίατρος σημείωσε ότι μια πράξη βιασμού δεν σημαίνει απαραίτητα πως ο δράστης θα προσπαθήσει να αποκρύψει τα στοιχεία του ή την ταυτότητά του.

Συναίνεση σημαίνει «ναι»

Ακολούθησε μία κωμικοτραγική συζήτηση γύρω από την έννοια της συναίνεσης, κάνοντας εμφανές πως τόσο η πρόεδρος όσο και οι συνήγοροι υπεράσπισης δε γνωρίζουν μάλλον το τι σημαίνει συναίνεση στη σεξουαλική επαφή.

Υπενθυμίζεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την Τρίτη 28 Απριλίου ψήφισμα, με το οποίο ζητά να καθιερωθεί ένας ενιαίος ορισμός για τον βιασμό, με ψήφισμα που προτρέπει ότι «μόνο μια σαφής, καταφατική, ελεύθερα δοθείσα και αδιαμφισβήτητη ένδειξη συναίνεσης είναι έγκυρη» στις σεξουαλικές σχέσεις και προσθέτει ότι «η σιωπή, η έλλειψη λεκτικής ή σωματικής αντίστασης ή η απουσία ενός “όχι” δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως συναίνεση».

Η ψυχίατρος ανέφερε ότι συναίνεση σημαίνει μόνο να πεις «ναι». Ο συνήγορος αντέτεινε και ειρωνικά ρώτησε αν στην καθημερινότητα οι άνθρωποι… στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον και ζητούν ρητά άδεια για να προχωρήσουν σε σεξουαλική επαφή, ρωτώντας αν η συναίνεση είναι αποκλειστικά λεκτική. Τότε η πρόεδρος έθεσε το ερώτημα αν ένα φιλί συνιστά συναίνεση για σεξουαλική πράξη. Η ψυχίατρος απάντησε ότι το φιλί αποτελεί συναίνεση μόνο για το ίδιο το φιλί και όχι για οτιδήποτε περαιτέρω. Η πρόεδρος σχολίασε στη συνέχεια ότι, πάντως, μπορεί να εκληφθεί ως «πράσινο φως» για τη συνέχεια.

(Προειδοποίηση για ευαίσθητο περιεχόμενο)

Ακολούθησε κατάθεση και ανάγνωση εγγράφων, κατά την οποία η συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας ανέφερε το γεγονός πως στην έρευνα που ακολούθησε, πάρθηκε δείγμα από το εξωτερικό άνω μέρος της φούστας της Σ, εκεί όπου δεν υπήρχε φυσικά αίμα, ενώ όλη η υπόλοιπη φούστα ήταν γεμάτη αίμα. Η πρόεδρος απάντησε πως πάρθηκε δείγμα αίματος από το τραπέζι (σημείο διάπραξης του φερόμενου εγκλήματος), με τη συνήγορο υποστήριξης να απαντά πως «άλλο το λίγο αίμα που βρέθηκε στο τραπέζι, η κηλίδα, δηλαδή, άλλο η ακατάσχετη αιμορραγία».

Ακολούθησαν οι μάρτυρες υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου που επιχείρησαν να σκιαγραφήσουν μία θετική εικόνα για τον αστυνομικό. Ανάμεσα τους ένας ηλικιωμένος συγχωριανός του πρώτου κατηγορούμενου σε αμαξίδιο που περιέγραψε πόση βοήθεια έχει λάβει από τον κατηγορούμενο και η μητέρα του.

Μάρτυρας υπεράσπισης: «Η κυρία τον προκάλεσε»

Ο πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του είπε πως όσα συνέβησαν έγιναν με τη συναίνεση της κοπέλας. Ανέφερε ακόμη ότι τον είχε ρωτήσει ειδικά για το γεγονός ότι το περιστατικό φέρεται να συνέβη μέσα στον χώρο του αστυνομικού τμήματος. Όταν ο εισαγγελέας τον ρώτησε τι ακριβώς κατάλαβε ο ίδιος από τον όρο «συναινετικά», ο μάρτυρας απάντησε ότι «η κυρία τον προκάλεσε», υιοθετώντας την συνηθισμένη λογική του victim blaming. Κλείνοντας την κατάθεσή του, χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο «αξιοπρεπή άνθρωπο» που, όπως είπε, δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα με τη συμπεριφορά του.

Ακολούθησε η κατάθεση της μητέρας του πρώτου κατηγορούμενου, η οποία δήλωσε πως διαμένει στην επαρχία και ασχολείται με τα οικιακά, ο σύζυγός της είναι μηχανικός και έχουν και άλλη μία κόρη.

Η μητέρα του αστυνομικού δήλωσε ότι θεωρεί άδικο να κατηγορείται ο γιος της για βιασμό, υποστηρίζοντας πως τον μεγάλωσαν με σεβασμό προς τις γυναίκες. Είπε ότι αγαπούσε και προστάτευε την αδελφή του και ότι στο χωριό «προστάτευε τις κοπέλες». Τον περιέγραψε ως άνθρωπο χωρίς βίαιο χαρακτήρα, σημειώνοντας ότι η οικογένειά τους είναι ήσυχη και «δεν θέλει να δίνει δικαιώματα  στο χωριό».

Η μητέρα του κατηγορούμενου ανέφερε ότι τον επέκρινε όταν έμαθε πως η συνεύρεση έγινε μέσα στο αστυνομικό τμήμα και μάλιστα εν ώρα υπηρεσίας, λέγοντάς του: «Μα καλά, εκεί που δουλεύεις;».

Πρόεδρος: «Αφού είχε κοπέλα και δεν ήταν σε καμία μεγάλη στέρηση, το … ”επιπλέον” τι το ήθελε;»

Ύστερα, η Πρόεδρος, αφού έμαθε από τη μητέρα πως εκείνη τη περίοδο ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε σχέση, συνέχισε ανενόχλητη να προκαλεί και έθεσε το εξής… «ερώτημα»: «Αφού είχε κοπέλα και δεν ήταν σε καμία μεγάλη στέρηση, η στέρηση εξάλλου μπορεί να σε οδηγήσει σε κάτι παράτολμο, το… «επιπλέον» τι το ήθελε; Για να βρίσκεται εδώ σήμερα;», σαν ο βιασμός να συνδέεται με το αν ο θύτης έχει ενεργή σεξουαλική ζωή, και όχι με την επιθυμία του το θύμα να υποφέρει και να ταπεινώνεται, ενώ τον διεγείρει  σεξουαλικά η η εξουσία και η κυριαρχία που του ασκεί.

Η μητέρα επανέλαβε πολλές φορές κατηγορηματικά ότι «πιστεύει το παιδί της» και πως δεν θα έκανε ποτέ κάτι σε κοπέλα χωρίς συναίνεση.

Η πρόεδρος τη ρώτησε αν έκανε περισσότερες ερωτήσεις στον γιο της για το περιστατικό και εκείνη απάντησε πως όχι, γιατί αισθανόταν ότι είχε ήδη καλυφθεί και ήξερε «τι παιδί μεγάλωσε». Όταν ρωτήθηκε από πού προέκυψε το συμπέρασμα ότι υπήρχε συναίνεση, απάντησε ότι δεν έκανε περισσότερες ερωτήσεις και ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να πιστεύει το ίδιο.

Ο εισαγγελέας τη ρώτησε ποια είναι η προσωπική της ερμηνεία για το γεγονός ότι η μηνύτρια προχώρησε στην καταγγελία και αν θεωρεί ότι εκείνη είχε κάποιο λόγο να το κάνει. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι «αυτό θα το μάθει κι εκείνη στο τέλος», προσθέτοντας πως δεν μπορεί να γνωρίζει τον ψυχισμό της κάθε κοπέλας. Τέλος, σε ερώτηση αν ο γιος της διατηρούσε σχέση εκείνη την περίοδο, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ότι σήμερα έχουν χωρίσει, αλλά όχι εξαιτίας της υπόθεσης, και πως η πρώην σχέση του βρισκόταν για συμπαράσταση στη δικαστική αίθουσα.

Η δίκη ολοκληρώθηκε, με το ακροατήριο παγωμένο, νευρικό και φανερά ενοχλημένο. Επόμενη δικάσιμος ορίστηκε η 18 Ιουνίου 2026, με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και την απόφαση, στο δικαστήριο της Ευελπίδων, στο κτίριο 9 στην 14η αίθουσα. Υπενθυμίζεται πως οι αστυνομικοί δεν έχουν κριθεί προφυλακιστέοι, αλλά βρέθηκαν σε διαθεσιμότητα και μετά τη λήξη αυτής μετακινήθηκαν σε αστυνομικά τμήματα άλλων περιοχών, όπου και θα συνεχίσουν να υπηρετούν.