«Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες» τραγουδούσε ο ΛΕΞ το 2018, την εποχή που οι επιπτώσεις της βαθιάς οικονομικής κρίσης που είχε ξεσπάσει στη χώρα σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα ήταν εμφανείς σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας. Η γενιά της κρίσης, η γενιά που είδε τα πρώτα χρόνια της νεότητάς της να μαστιγώνονται από τη φτώχεια, την ανεργία και τα χρέη των γονιών της, που είδε τα όνειρά της να σμπαραλιάζονται και αναγκάστηκε να δημιουργήσει τον χώρο και τον χρόνο για να ονειρευτεί ξανά, κόντευε τα 30 ή διάβαινε ήδη το κατώφλι τους. Και αν το τραγούδι του ΛΕΞ χτύπησε αυτή τη γενιά σαν ηλεκτρικό ρεύμα, δίνοντας σε όλους τους επιζώντες της οικονομικής κρίσης τη συλλογική ανακούφιση της επίγνωσης ενός κοινού βιώματος, μας δώρισε και κάτι πολύ μεγαλύτερο. Την ανάγκη να μετατρέψουμε και εμείς σε τέχνη τα δικά μας βιώματα, την ανάγκη των φτωχών να κάνουν τέχνη τον δικό τους πόνο, πάντα μακριά από τα ειρωνικά βλέμματα των αστών που σηκώνουν τη μύτη τους μπροστά στην ανέχεια και τη μιζέρια που οι ίδιοι δημιούργησαν. Είναι απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει, οι ιστορίες μιας γενιάς που μεγάλωσε απότομα και που δεν έπαψε ποτέ να αναζητεί τον νεανικό εαυτό της που χάθηκε σε μεροκάματα του τρόμου, σε μικρά διαμερίσματα, σε διαλυμένες σχέσεις, στη δολοφονική βία του κράτους που εξαπολύεται με ασίγαστο μίσος σε εκείνους που επιλέγουν να της αντισταθούν. Αυτές είναι οι ιστορίες εκείνων που προσπάθησαν να αντισταθούν, όχι μόνο στους κυβερνώντες που μας βούλιαζαν διαρκώς στον οικονομικό πνιγμό, αλλά σε εκείνη την πρωτοφανή απόγνωση που έσφιγγε σαν θηλιά τον λαιμό μας, στη διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων που εν τέλει κρατήθηκαν με νύχια και με δόντια, στις πολιτικές υποθέσεις που αθετήθηκαν και άφησαν πίσω τους καμένη γη. Στη ντροπή του να είσαι φτωχός, καταφρονημένος και πεινασμένος για μια άλλη ζωή. Αυτές είναι οι δικές μας ιστορίες, εκείνων που επιβίωσαν και είναι ακόμα εδώ, να μας επαναφέρουν εκείνες τις σκληρές μνήμες που κρύφτηκαν μέσα σε σκόρπιες σελίδες, ανάμεσα σε μελάνια, μολύβια και σκονισμένα πληκτρολόγια.

Τα «Δρόμο-λόγια» μιας γενιάς που αντέχει ακόμα
Ο Βob Dylan στο τραγούδι του «Señor (Tales of Yankee Power)», του εμβληματικού δίσκου «Street Legal», αναρωτιέται εάν βαδίζει προς την Lincoln County Road ή προς έναν Αρμαγεδώνα. Κάπως έτσι μάλλον νιώθει και ο αναγνώστης των διηγημάτων του Γιώργο Αντωνόπουλου στην πρώτη του συγγραφική δουλειά με τίτλο «Δρόμο-λόγια» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Τρι.Ενα», ακόμα και εκείνος που δεν έτυχε να ακούσει τα τραγούδια του Dylan. Στις ιστορίες του Γιώργου δεν μπορείς να προβλέψεις ποτέ εάν στην επόμενη γωνία ενός δρόμου της Θεσσαλονίκης ή της Αθήνας θα βρεις την κάθαρση ή την καταστροφή, θα βυθιστείς στο κενό ή στην πραγμάτωση του ονείρου και όλων των προσδοκιών που εσωκλείει βαθιά μέσα του. Σε εκείνα τα όνειρα και τις προσδοκίες μια γενιάς που μεγάλωσε απότομα και βάναυσα μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και ακόμα προσπαθεί να διαχειριστεί τις πληγές που της κληροδότησε εκείνη η βάρβαρη εποχή, η οποία μετατράπηκε σε μια ακόμα πιο σκληρή πραγματικότητα των 30αρηδων που κάπως κατάφεραν να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά.
Ο Γιώργος γράφει για τη γενιά μας, τη γενιά της κρίσης. Για εκείνα τα όνειρα που δεν κατάφεραν να ψηλώσουν και ματαιώθηκαν, για τις φοιτητικές παρέες που τις σκόρπισε ο χρόνος, για τους έρωτες που συνετρίβησαν από τη φαντασιακή προσμονή ενός εαυτού που έψαχνε μανιωδώς να βρει την ουσία του, την ταυτότητά του. Γράφει για μέρες που δεν θα ξαναρθούν και ίσως να μην υπήρξαν και ποτέ, αλλά χορεύουν αιθέριες μέσα σε ένα ποτήρι ουίσκι κάποιο μοναχικό βράδυ στα σκοτάδια ενός μπαρ μιας μεγαλούπολης. Σε εκείνα τα παρανοϊκά σκοτάδια που με κόπο προσπαθεί να αντιμετωπίσει η γενιά μας, για μια ζωή που προσπαθεί να χωρέσει αυτά τα σκοτάδια στον πενιχρό χρόνο που απομένει από τις κακοπληρωμένες και πολύωρες εργασίες, στα απάνθρωπα στεγανά μιας καθημερινότητας που παρά τις εξαγγελίες για το τέλος της κρίσης, δεν έπαψε ποτέ να σφίγγει σαν μέγγενη τον λαιμό μας. Τα «Δρόμο-λόγια» χαρτογραφούν εκείνα τα χρόνια, εκείνους τους δρόμους και εκείνα τα μουσικά ακούσματα, όπως χαρτογραφούν και τις δύο πόλεις στις οποίες διαδραματίζονται οι ιστορίες του Γιώργου, προσκαλώντας τον αναγνώστη να περπατήσει μαζί του στις ίδιες μικρές και μεγάλες περιπλανήσεις των χαρακτήρων του, να ακούσει την ίδια μουσική μαζί τους, να ξαναρχίσει τη ζωή από την αρχή ενώ ταυτόχρονα χάνεται μέσα σε δρόμους και σε ανθρώπους που υφαίνουν το παράξενο και αλλόκοτο μωσαϊκό του αστικού τοπίου. Και αν η καλύτερη θέα βρίσκεται σε υπόγεια πνιγμένα από καπνό και όνειρα αλλά και σε έρημες ταράτσες πολυκατοικιών που κοιτάνε κατάματα την ώσμωση του κόσμου, ο Γιώργος Αντωνόπουλος, με τον μικροπερίοδο λόγο του που δεν χαρίζεται σε κανέναν, έρχεται για να μας διηγηθεί τις μοναδικές ιστορίες τους.
Για εκείνους που έζησαν στις «Πολυκατοικίες» ενός κόσμου που γκρεμίστηκε συθέμελα

«Η επιτυχία της αποτυχίας με έχει τρελάνει» είναι σίγουρα ένας από τους στίχους που νιώθει στο πετσί του ο Δήμος, ο κεντρικός χαρακτήρας του κόμικ «Πολυκατοικίες» σε σενάριο Μι Δέλτα και σκίτσο Δημήτρη-Κρις Αγκαράι που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Όπως αποσαφηνίζει και ο ίδιος ο υπότιτλος του έργου, το κόμικ είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ που περιλαμβάνεται στον εμβληματικό ραπ δίσκο «2ΧΧΧ» του 2018 ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους δίσκους που αποτύπωσαν όσο λίγοι την ελληνική οικονομική κρίση χωρίς να έχει καμία πρόθεση να αποτυπώσει οτιδήποτε άλλο πέρα από το βίωμα του να γεννηθείς και να ανδρωθείς μέσα στα σπλάχνα της εργατικής τάξης. Με φόντο την «υγρή Θεσσαλονίκη», ο Δήμος -ένα παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας και μιας διαλυμένης χώρας-, περπατάει στους βροχερούς δρόμους της πόλης για να συναντήσει μέσα από τα θραύσματα του παρόντος, τα απομεινάρια ενός τραυματικά επίπονου και επίμονου παρελθόντος που μετουσιώνονται στο πρόσωπο του χρόνια αποξενωμένου και άρρωστου πατέρα του. Ο Μι Δέλτα, άλλωστε, έγραψε αυτή την ιστορία ως μια ιδιότυπη απάντηση στα δικά του επίπονα τραύματα που του άφησαν εκείνοι οι σκοτεινοί καιροί, όταν ένα δικό του κοντινό οικογενειακό πρόσωπο αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Όπως και για τις μνήμες που του άφησε η Θεσσαλονίκη της κρίσης, τότε που η πόλη έμοιαζε γενικώς σαν «τάφος οικογενειακός», για να θυμηθούμε τους στίχους του «Τυμβωρύχου» που τραγουδούσε ο Δημήτρης Μητροπάνος.
Τα βιώματα και οι μνήμες του Δήμου, οι προσπάθειες του να βρει την οικογένεια που «έχασε» μέσα από φίλους και πολιτικούς συντρόφους, μέσα από καλή μουσική και βόλτες που οδηγούσαν στο πουθενά, όλα άρρηκτα συνδεδεμένα με την Θεσσαλονίκη, συνομιλούν με το τραγούδι του ΛΕΞ και με τη ζωή εντός και εκτός των ζοφερών Πολυκατοικιών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι συνομιλούν με όλο το έργο του ράπερ, μια συζήτηση που άνοιξε πριν από πολλά χρόνια και ολοένα μεταμορφώνεται και αλλάζει όψεις αντί να κλείσει οριστικά, όπως μεταμορφώνονται και αλλάζουν όψεις τα ίδια τα ενεργά υποκείμενά της. Ο Δήμος, κάτω από τα βουητά τούτης της αστικής μυρμηγκοφωλιάς, επιζητά να αποχαιρετήσει τον πατέρα του με τον ίδιο τρόπο που επιζητά να αποχαιρετήσει και τον νεανικό εαυτό του, με εκείνη τη γλυκόπικρη γεύση της νοσταλγίας που αφήνει πίσω του οτιδήποτε μας εξαναγκάζει να συμφιλιωθούμε απότομα μαζί του. Η εικονογράφηση του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι, ενός καλλιτέχνη που και εκείνος έζησε στην ασφυκτική ατμόσφαιρα των πολυκατοικιών μιας μεγαλούπολης, έρχεται με τα έντονα μελάνια και τις βαθιές χαρακιές των προσώπων να μας επιδείξει πως οι ιστορίες όλων των ταπεινών και πεινασμένων για μια ζωή διαφορετικού φυράματος, αποτελεί το βασικό κοινό βίωμα μιας κοινωνικής τάξης που μονίμως εγκλωβίζεται μέσα στα στενά όρια των μικρών διαμερισμάτων των κάτω ορόφων και προσπαθεί με κάθε τρόπο να δραπετεύσει, να δημιουργήσει τα δικά της αξιακά συστήματα δίχως να
Μπορεί, άραγε, η ίδια η Θεσσαλονίκη να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο εκτός από μια πόλη περιπλανώμενων φαντασμάτων και ονείρων; Σε έναν τόπο όπου το διαρκές τραύμα δεν συσσωρεύεται το ένα μετά το άλλο, αλλά της δίνεται επιτέλους η δυνατότητα να ανασάνει και να ανακουφιστεί, να επανακατασκευάσει τον εαυτό της στο μπόι των ανθρώπων και της συλλογικής μνημοσύνης που χαράχτηκε πάνω στις σόλες των παπουτσιών που κάνουν καθημερινά απανωτά «Δρόμο-λόγια» για να καταλήξουν μέσα στη αδυσώπητη μοναξιά υποφωτισμένων διαμερισμάτων;
Ίσως κάποτε να γίνει και αυτό. Γι’ αυτό υπάρχουν συγγραφείς σαν τον Γιώργο και σαν τον Μι Δέλτα, καλλιτέχνες σαν τον Αγκαράι και αρκετοί άλλοι από εκείνους τους νέους της κρίσης που σταδιακά αποφασίζουν να μας μιλήσουν για το επίμαχο παρελθόν χωρίς να το εξωραΐζουν με τους δύστροπους επιθετικούς προσδιορισμούς μιας κίβδηλης νοσταλγίας, όπως και όλα όσα αντιμετωπίζει στο σήμερα εκείνη η γενιά που μπορεί να τριαντάρησε αλλά μέσα της παραμένει ένα 20χρονο που το μόνο που θέλει είναι να αράξει σε ένα παγκάκι και να πιει μια μπύρα με τους αγαπημένους του ανθρώπους.
Να δώσει την υπόσχεση πως ό,τι είπαμε παλιά, ισχύει. Πάντα και για πάντα.