Ο παππούλης μου από τη μεριά της μάνας μου πήρε τη δεκαετία του ’30 ένα δάνειο για να χτίσει σπίτι στην Αθήνα, σε μια εποχή που τα στεγαστικά δάνεια δεν είχαν έρθει ακόμα στη μόδα. Δεκαετία του ’30. Μεσοπόλεμος – μια μικρή ανάσα. Αλλά ο φασισμός ήδη έκανε το ντεμπούτο του στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία, και ακόνιζε τα νύχια του για να ενσκύψει και στην Ελλάδα. Τα τύμπανα του πολέμου ηχούσαν ήδη, εις ώτα ακουόντων και μη ακουόντων – κυρίως μη ακουόντων.

Μέρος του δανείου αυτού ο παππούς μου το γλύτωσε εξαιτίας του πληθωρισμού που επακολούθησε του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όχι ότι ο καημένος ο παππούς θα ευχόταν να γίνει πόλεμος για να γλυτώσει τις δόσεις του δανείου, όπως υποψιάζομαι ότι λειτουργούν σήμερα αρκετοί «επενδυτές». Ίσως όχι για να γλιτώσουν ένα δάνειο, αλλά οπωσδήποτε προκειμένου να γλιτώσουν ένα πακέτο δανείων που το ανέλαβαν κάποτε για να τα κονομήσουν χοντρά, αλλά τελικά έμειναν με την καυτή πατάτα στα δικά τους χέρια και το πακέτο έγινε βαριά θηλιά στο λαιμό τους. Ο παππούς δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να σκεφτεί έτσι, άσε που δεν περνούσε καθόλου απ’ το χέρι του το αν θα γινόταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εξάλλου, τον πλήρωσε ακριβά τον πόλεμο σε όλα τα άλλα επίπεδα, και είναι θαύμα το πώς επιβίωσε εκείνος και η οικογένειά του, και προπαντός η κόρη του, με αποτέλεσμα να υπάρχω και να γράφω τώρα αυτές τις γραμμές προσπαθώντας να κατανοήσω την Ιστορία ως αλληλουχία  δανείων.

Ο πατέρας μου, στον δικό του καιρό, δεν πήρε ένα στεγαστικό αλλά τρία – όχι ταυτόχρονα αλλά διαδοχικά, σε μια πορεία είκοσι χρόνων, από το ’64 ως το ’85. Τα ξεπλήρωσε πάντως και τα τρία όχι μέχρι την τελευταία δραχμή αλλά μέχρι το τελευταίο σεντς – οι τελευταίες δόσεις ξεπληρώθηκαν μέσα στον δικό μας αιώνα από τη μάνα μου, ενώ ο ίδιος είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Εγώ, τώρα, με τη σειρά μου, παιδί μιας άλλης κουλτούρας ή πιθανότατα ανεπρόκοπος και ακαμάτης, ουδέποτε πήρα δάνειο -στεγαστικό ή άλλο-, σε πείσμα του τρελού πάρτυ που είχε στηθεί γύρω μου από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά επίσης φρόντισα να μη χρωστάω στην εφορία, ούτε στα ασφαλιστικά ταμεία, σε τοκογλύφους, σε φίλους ή στις επιχειρήσεις όπου κατά καιρούς μίσθωνα την εργατική μου δύναμη.

Κάποιος θα πει ότι είμαι τυχερός άνθρωπος -στον καιρό της κρίσης να μη χρωστάω-, αλλά εγώ δεν το βίωσα έτσι. Ούτε και ο περίγυρός μου, μάλλον, που έμοιαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα να μη σε μετράει πια με βάση το εμβαδόν της πισίνας σου, του αυτοκινήτου σου ή της πιστωτικής σου κάρτας, αλλά με βάση το ύψος των οφειλών σου. Ακούγεται ανεδαφικό αυτό, αλλά το μάθημα των τελευταίων δεκαετιών είναι ότι όποιος χρωστάει λίγα έχει πρόβλημα, ενώ όποιος χρωστάει πολλά κανένα.

Σκέψου τώρα εσύ να μου χρωστάς ένα εκατομμύριο δολάρια και να βρίσκεσαι σε πρόσκαιρη αδυναμία να μου τα επιστρέψεις. Είναι φανερό ότι θα σε έχω αναγκαστικά στα ώπα ώπα, μη σου συμβεί κανένα κακό και μείνω με τα χαρτιά στα χέρια. Μέχρι μπόντιγκαρντ θα πληρώσω να σε προστατεύουν, μη μου πάθεις τίποτα και μετά τρέχω.

Έτσι είναι. Αν δεν χρωστάς, στις μέρες μας νιώθεις κορόιδο. Όλοι σπεύδουν να σου προσφέρουν διευκολύνσεις, να σου παρατείνουν τις δόσεις, να σου προστατέψουν τα περιουσιακά σου στοιχεία έναντι των πιστωτών σου, μήπως καταστραφεί η κότα που κάνει τα αυγά. Κι αν χρειαστεί, διαγράφουν κι ένα μέρος των οφειλών σου με την ελπίδα να πάρουν πίσω τα υπόλοιπα.

Κι εμένα που δεν χρωστάω τίποτα και -δόξα τω Θεώ- δεν μου χρωστάει επίσης κανένας, εκτός από μερικούς εκδοτικούς οίκους που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (της οικονομικής, γιατί όσον αφορά την πνευματική αυτό έχει συντελεστεί προ πολλού), με βλέπουν όλοι σαν ξερολούκουμο. Με περιμένουν στη γωνία για να με βάλουν στο λούκι και να με υπερχρεώσουν με δάνεια νέας εσοδείας, κι επειδή δεν τσιμπάω αναλαμβάνει τη δουλειά το κράτος, που με φορολογεί υπέρμετρα για να σώσει και πάλι τις τράπεζες, εκείνον δηλαδή που έκανε την αρχή σε όλον αυτό το φαύλο κύκλο, πουλώντας δάνεια δεξιά αριστερά λες και ήταν ομόλογα του παραδείσου.

Κι από πάνω, αν από όλη αυτή την επιδρομή μείνει τίποτα στο λογαριασμό μου (νάτες πάλι οι τράπεζες), φοβάμαι πως θα μου ρίξουν στο κεφάλι μια χρεοκοπία και θα με αποτελειώσουν μια και καλή. Θα μου πεις, στείλε κι εσύ, κακομοίρη μου τα λεφτά σου στο εξωτερικό όπως κάνουν όλοι! Ναι, αλλά πού; Σκεφτόμουν την Ιταλία, που είναι εδώ δίπλα, και να την κι αυτή στο κόκκινο από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Έτσι που τα καταφέραμε, και στην Τράπεζα της Αγγλίας αν είχα τον τρόπο να τα καταθέσω, την άλλη μέρα θα κινδυνέψει να χρεοκοπήσει κι αυτή.

Το μόνο που μου απέμεινε είναι να επιστρέψω σ’ εκείνο το σπίτι που έχτισε ο παππούς μου στη δεκαετία του ’30 και το ανακαίνισε ο πατέρας μου στα σίξτις, για να καταντήσει ερείπιο ελλείψει πόρων στη δεκαετία του 2000. Κι ίσως πρέπει να υψώσω στην ταράτσα του κάποια σημαία ευκαιρίας – κι αν γίνεται να το ανακηρύξω ζώνη ελεύθερων οικονομικών συναλλαγών, διεθνή φορολογικό παράδεισο, μήπως και το διασώσω από τις έκτακτες εισφορές για τα ακίνητα…




Από το βιβλίο “Ανώνυμοι χρεοκοπημένοι”, κεφάλαιο 10, σελ. 51-54, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012.

Σημείωση: Αν και γραμμένο προ διετίας, το κείμενο παραμένει τραγικά επίκαιρο. Με μόνη τη διαφορά ότι εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχε και το παραμικρό ενδεχόμενο να αρθεί η προστασία της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς. Να όμως που έγινε κι αυτό…