Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ προκαλούν σημαντική αναδιάταξη των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσινγκτον, καθώς οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των αντιπροσώπων, καταφέροντας σοβαρό εκλογικό πλήγμα στους Ρεπουμπλικανούς και στον Ντόναλντ Τραμπ. Η εκλογική αναμέτρηση αποτύπωσε τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για την οικονομική κατάσταση, τις αυξημένες τιμές και τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, ενώ ανέδειξε τις δυσκολίες της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρήσει την εκλογική συμμαχία που την οδήγησε στην επιστροφή στον Λευκό Οίκο το 2024.
Η απώλεια της Γερουσίας αναμένεται να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να προωθήσει την πολιτική του ατζέντα κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του. Ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η δυνατότητα έγκρισης διορισμών σε ανώτατες ομοσπονδιακές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων κενών στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, τα μέλη του οποίου υπηρετούν ουσιαστικά ισοβίως.
Ο Τραμπ έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα χρησιμοποιήσει το προεδρικό δικαίωμα βέτο για να εμποδίσει πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών, προειδοποιώντας ουσιαστικά για περίοδο πολιτικού αδιεξόδου στην Ουάσινγκτον.
Οι ανατροπές που έφεραν τη Γερουσία στους Δημοκρατικούς
Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν εντυπωσιακές νίκες ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούν προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ανατρέποντας εκλογικά δεδομένα δεκαετιών.
Στην Αϊόβα, ο Τζος Τούρεκ επικράτησε της Ρεπουμπλικανής βουλευτή Άσλεϊ Χίνσον, ενώ στο Κάνσας ο Άνταμ Χάμιλτον νίκησε τον γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ. Στο Τέξας, ο Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του υπερσυντηρητικού Κεν Πάξτον, βάζοντας τέλος σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες κυριαρχίας των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία.
Στη Νότια Καρολίνα, η Άνι Άντριους επικράτησε της Ντάρλιν Γκράχαμ, ενώ στο Οχάιο ο Σέροντ Μπράουν νίκησε τον γερουσιαστή Τζον Χάστεντ. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο Ρόι Κούπερ κέρδισε την ανοιχτή έδρα της Γερουσίας.
Σημαντική ήταν και η επανεκλογή του Δημοκρατικού γερουσιαστή Τζον Όσοφ στην Τζόρτζια, όπου επικράτησε του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Μάικ Κόλινς, στερώντας από τους Ρεπουμπλικανούς μια έδρα που θεωρούσαν ότι είχαν σοβαρές πιθανότητες να κερδίσουν.
Στο Νιου Χάμσαϊρ, ο βουλευτής Κρις Πάπας επικράτησε του πρώην γερουσιαστή Τζον Σανούνου, καταλαμβάνοντας την έδρα της Δημοκρατικής γερουσιαστή Τζιν Σαχίν, η οποία αποχωρεί από την πολιτική.
Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, η γερουσιαστής Άσλεϊ Μούντι επικράτησε στην ειδική εκλογική αναμέτρηση της Φλόριντα, εξασφαλίζοντας την ολοκλήρωση της θητείας του Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τραμπ το 2025. Στο Γουαϊόμινγκ, η βουλευτής Χάριετ Χέιγκμαν κέρδισε την έδρα της Γερουσίας, διαδεχόμενη τη γερουσιαστή Σίνθια Λάμις, η οποία αποχωρεί.
Οι Δημοκρατικοί παίρνουν και τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία συνοδεύεται από σημαντικές ανατροπές και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι Δημοκρατικο κέρδισαν κρίσιμες περιφέρειες, με τους Ρεπουμπλικανούς να χάνουν έδρες ακόμη και σε περιοχές όπου είχαν επικρατήσει με σημαντική διαφορά στις προηγούμενες εκλογές.
Στο Νιου Τζέρσεϊ, η πρώην πιλότος ελικοπτέρων του Πολεμικού Ναυτικού Ρεμπέκα Μπένετ επικράτησε του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Τομ Κιν. Ο τελευταίος είχε απουσιάσει επί τέσσερις μήνες από τις ψηφοφορίες στην Ουάσινγκτον, καθώς υποβαλλόταν σε θεραπεία για κατάθλιψη, διάγνωση την οποία γνωστοποίησε μετά την επιστροφή του στα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα.
Στην Πενσιλβάνια, οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές Ράιαν Μακένζι, Σκοτ Πέρι και Ρομπ Μπρεσνάχαν έχασαν τις έδρες τους, ενώ στη Βόρεια Καρολίνα η Δημοκρατική Τζέιμι Έιτζερ επικράτησε της Ρεπουμπλικανής Τζένιφερ Καπς Μπάλκκομ. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν επίσης ανοιχτές έδρες στο Κεντάκι και τη Βόρεια Καρολίνα.
Με βάση την καταμέτρηση που περιλαμβάνεται στα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 204 έδρες, έναντι 123 των Ρεπουμπλικανών, ενώ χρειάζονται 218 για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας. Για να ανακτήσουν τον έλεγχο του σώματος απαιτείται καθαρό κέρδος τριών εδρών.
Η νίκη του Ταλαρίκο στο Τέξας και η ήττα του εκλεκτού του Τραμπ
Μία από τις πλέον ηχηρές ανατροπές σημειώθηκε στο Τέξας, όπου ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον, στενού συμμάχου του Ντόναλντ Τραμπ και υπερσυντηρητικού πολιτικού.
Η νίκη του Ταλαρίκο σηματοδοτεί το τέλος μιας μακράς περιόδου ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας στην πολιτεία και αποτελεί μία από τις πιο πολυσυζητημένες και δαπανηρές εκλογικές αναμετρήσεις της χρονιάς.
Ο 37χρονος Δημοκρατικός, σπουδαστής πρεσβυτεριανής θεολογίας, αναφέρθηκε στην επικράτησή του απέναντι στον πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό που στήριξε τον αντίπαλό του.
«Σήμερα το βράδυ νικήσαμε τον Γολιάθ», δήλωσε από το Όστιν, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες τον στήριξαν παρά τα εκατομμύρια δολάρια που δαπάνησαν οι Ρεπουμπλικανοί και ο πολυδισεκατομμυριούχος Ίλον Μασκ για την προώθηση του Πάξτον.
Ο Μασκ, ο οποίος έχει μεταφέρει τα τελευταία χρόνια την έδρα των εταιρειών του στο Τέξας, δαπάνησε περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια για να υποστηρίξει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο και είχε στραφεί δημόσια κατά του Ταλαρίκο με αναρτήσεις του στην πλατφόρμα X. Ο Πάξτον είχε επίσης τη στήριξη του Τραμπ, ο οποίος επισκέφθηκε το Τέξας τέσσερις φορές από τις αρχές Οκτωβρίου.
Ιστορικές πρωτιές
Σημαντικές αλλαγές καταγράφηκαν και στις εκλογές για τις θέσεις των κυβερνητών πολιτειών.
Στην Τζόρτζια, η Δημοκρατική Κίσα Λανς Μπότομς εξελέγη κυβερνήτης, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη μαύρη γυναίκα που αναλαμβάνει το συγκεκριμένο αξίωμα στις ΗΠΑ.
Στην Καλιφόρνια, ο Δημοκρατικός Χαβιέρ Μπεσέρα εξελέγη κυβερνήτης, επικρατώντας του Ρεπουμπλικανού Στιβ Χίλτον. Ο πρώην υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν προηγούνταν σημαντικά, συγκεντρώνοντας, με καταμετρημένο λίγο περισσότερο από το μισό των ψήφων, περίπου διπλάσιο αριθμό ψήφων από τον αντίπαλό του. Η εκλογή του τον καθιστά τον πρώτο ισπανόφωνο κυβερνήτη της πολυπληθέστερης πολιτείας των ΗΠΑ, η οποία παραμένει ιστορικά προπύργιο των Δημοκρατικών.
Στο Οχάιο, η Έιμι Άκτον επικράτησε, σύμφωνα με τις προβολές των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της, ο οποίος είχε τη στήριξη του Τραμπ. Η Άκτον αναμένεται να γίνει η πρώτη γυναίκα κυβερνήτης της πολιτείας και η πρώτη υποψήφια των Δημοκρατικών που κερδίζει τις εκλογές για κυβερνήτη στο Οχάιο εδώ και δύο δεκαετίες.
Στο Μίσιγκαν, ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ Σαγέντ ανακοίνωσε τη νίκη του απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς στη μάχη για τη Γερουσία. «Τα καταφέραμε», δήλωσε στους υποστηρικτές του στο Ντιτρόιτ, ενώ με καταμετρημένο το 80% των ψήφων συγκέντρωνε ποσοστό 51,7%.
«Είμαι τόσο υπερήφανος και αισθάνομαι μεγάλη τιμή που βρίσκομαι εδώ ως ο εκλεγμένος γερουσιαστής σας», πρόσθεσε. Εφόσον επικυρωθεί η εκλογή του, θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τον πόλεμο στο Ιράν
Η οικονομία και το κόστος ζωής αναδείχθηκαν σε καθοριστικούς παράγοντες της εκλογικής συμπεριφοράς. Οι Δημοκρατικοί είχαν επενδύσει πολιτικά στη δυσαρέσκεια για την αδυναμία της κυβέρνησης Τραμπ να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό, αλλά και στην αντίληψη ότι ο πρόεδρος δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αναμόρφωση και την πολυτελή διακόσμηση της αμερικανικής πρωτεύουσας παρά στην ανακούφιση των νοικοκυριών από τις αυξημένες τιμές των καυσίμων και των βασικών αγαθών.
Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα δυσαρέσκειας, με τους ψηφοφόρους να εκφράζουν την αντίθεσή τους στις επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης και στις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας AP Voter Poll, περίπου τρεις στους τέσσερις ψηφοφόρους δηλώνουν θυμωμένοι ή δυσαρεστημένοι με την πορεία της χώρας, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα αποδοκιμάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα.
Περίπου το 70% των ψηφοφόρων επιθυμεί το Κογκρέσο να ασκεί ισχυρότερο έλεγχο στην προεδρική εξουσία. Μεταξύ όσων δήλωσαν ότι είχαν τον Τραμπ στο μυαλό τους όταν ψήφιζαν, οι ψηφοφόροι που ήθελαν να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον πρόεδρο ήταν περίπου διπλάσιοι από εκείνους που επιδίωκαν να τον στηρίξουν.
Στο οικονομικό πεδίο, περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους αποδίδουν τις ασυνήθιστα υψηλές τιμές κυρίως στις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ. Περίπου τέσσερις στους δέκα θεωρούν την οικονομία το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα αναδεικνύουν ως κορυφαίο ζήτημα την κατάσταση της δημοκρατίας. Τα ποσοστά αυτά είναι υψηλότερα από εκείνα που καταγράφονται για την εγκληματικότητα, την υγειονομική περίθαλψη και τη μετανάστευση.
Επιπλέον, περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν ότι ο Τραμπ δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα παρά στα συμφέροντα της χώρας.
Απομακρύνονται οι νεότεροι και οι Ισπανόφωνοι ψηφοφόροι από τους Ρεπουμπλικανούς
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα στοιχεία που καταγράφουν μεταστροφή στις νεότερες ηλικίες, αλλά και στους Ισπανόφωνους ψηφοφόρους, δύο ομάδες στις οποίες ο Τραμπ είχε καταφέρει να ενισχύσει την επιρροή του στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Το 2024, οι ψηφοφόροι κάτω των 30 ετών είχαν μοιραστεί σχεδόν ισόποσα ανάμεσα στον Τραμπ και την Κάμαλα Χάρις. Στις ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, περίπου επτά στους δέκα νέους κάτω των 30 ετών υποστήριξαν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με το AP Voter Poll.
Παρότι οι νεότεροι ψηφοφόροι αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του εκλογικού σώματος, η μεταστροφή τους καταδεικνύει τις ρωγμές στην εκλογική συμμαχία που είχε οδηγήσει τον Τραμπ στην επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στους Ισπανόφωνους ψηφοφόρους. Ενώ στις εκλογές του 2024 περίπου τέσσερις στους δέκα είχαν στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο, στις ενδιάμεσες εκλογές μόλις το ένα τρίτο δήλωσε ότι υποστήριξε τους Ρεπουμπλικανούς για τη Βουλή, έναντι περίπου έξι στους δέκα που επέλεξαν τους Δημοκρατικούς.
Η οικονομία φαίνεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και σε αυτή τη μεταστροφή, καθώς σχεδόν επτά στους δέκα Ισπανόφωνους θεωρούν ότι οι πολιτικές του Τραμπ έχουν επιδεινώσει τις οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ.
Το gerrymandering γυρίζει μπούμερανγκ στους Ρεπουμπλικανούς
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο των εκλογών αφορά την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να αναδιαμορφώσουν τα όρια των εκλογικών περιφερειών προς όφελός τους, πρακτική γνωστή ως gerrymandering.
Η στρατηγική αποσκοπεί στη δημιουργία εκλογικών χαρτών που ενισχύουν τις πιθανότητες επικράτησης ενός κόμματος, ωστόσο τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.
Στη Φλόριντα, οι Δημοκρατικοί Τζάρεντ Μόσκοβιτς, Πία Νταντίγια και Κάθι Κάστορ επικράτησαν σε περιφέρειες των οποίων τα όρια είχαν επανασχεδιαστεί την άνοιξη, με στόχο να ενισχυθούν οι πιθανότητες νίκης των Ρεπουμπλικανών.
Οι νέοι εκλογικοί χάρτες είχαν στηριχθεί στην εκτίμηση ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρούσαν την αυξημένη υποστήριξη που είχαν εξασφαλίσει το 2024 από Ισπανόφωνους και άλλους μη λευκούς ψηφοφόρους. Ωστόσο, η υποχώρηση της εκλογικής επιρροής τους σε αυτές τις ομάδες φαίνεται να υπονόμευσε τον σχεδιασμό τους, προκαλώντας ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ιδίως ενόψει των αντίστοιχων παρεμβάσεων σε πολιτείες όπως το Τέξας.
Ο Τραμπ αναγνωρίζει τη νίκη των Δημοκρατικών, αλλά αρνείται την προσωπική ήττα
Στον απόηχο των αποτελεσμάτων, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ανοικτός στο ενδεχόμενο συνεργασίας με τους Δημοκρατικούς σε συγκεκριμένα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και το μεταναστευτικό, αναγνωρίζοντας ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι έκαναν «καλή δουλειά» στις εκλογές.
«Νομίζω ότι οι Δημοκρατικοί έκαναν καλή δουλειά. Το πιστεύω πραγματικά. Νομίζω ότι έκαναν καλή δουλειά. Αγωνίστηκαν σκληρά», δήλωσε στο Fox News.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε σε μια «διάθεση στην ατμόσφαιρα», προσθέτοντας πως «δεν θα πρέπει να αισθάνομαι ένοχος». Ειδικότερα, δήλωσε ότι μπορεί να υπάρξει συνεργασία με τους Δημοκρατικούς στο ζήτημα της μετανάστευσης, χωρίς να προσδιορίσει άλλους τομείς στους οποίους θα μπορούσε να υπάρξει συνεννόηση.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί αναγκαίες αλλαγές στο υπουργικό του συμβούλιο, παρά τις πολιτικές πιέσεις που ενδέχεται να ακολουθήσουν.
Ο Τραμπ, πάντως, δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να αναγνωρίσει ότι υπέστη προσωπική ήττα. «Εγώ δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο» και «αν ήμουν θα είχαμε κερδίσει θριαμβευτικά!», έγραψε στο Truth Social, χρησιμοποιώντας κεφαλαία γράμματα, όπως συνηθίζει.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη στάση που είχε κρατήσει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, όταν επαναλάμβανε στους υποστηρικτές του ότι θα έπρεπε να ψηφίσουν σαν να βρισκόταν ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι οι συνεργάτες του προέδρου παραμένουν απτόητοι, προειδοποιώντας ότι ανεξαρτήτως αποτελέσματος «ο πρόεδρος Τραμπ θα είναι ακόμα πιο αποφασισμένος να σταματήσει τη ριζοσπαστική αριστερά. Δέστε τις ζώνες σας».
Η ίδια πηγή υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ προσέρχονται μαζικά στις κάλπες όταν ο ίδιος είναι υποψήφιος, ενώ απέδωσε μέρος της εκλογικής αποτυχίας στην «ποιότητα» των υποψηφίων των Ρεπουμπλικανών. Όπως ανέφερε, ο Τραμπ «έκανε εκστρατεία περισσότερο κι από τους ίδιους τους υποψηφίους», πραγματοποιώντας δεκάδες προεκλογικές εμφανίσεις, αν και ο ίδιος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των υποψηφίων του κόμματος σε κρίσιμες αναμετρήσεις.
Επίθεση μέχρι και στο Fox News
Η δυσαρέσκεια του Τραμπ είχε γίνει εμφανής ακόμη και πριν αρχίσουν να διαμορφώνονται τα αποτελέσματα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο πρόεδρος δημοσίευσε τρία μηνύματα στο Truth Social, εξαπολύοντας επίθεση εναντίον του Fox News, του τηλεοπτικού δικτύου που παρακολουθεί κατά προτεραιότητα η αμερικανική δεξιά.
Σε μία από τις αναρτήσεις του χαρακτήρισε πολιτική αναλύτρια του δικτύου «χαζή σαν κοτρόνα», ενώ σε άλλη επέκρινε δημοσκοπήσεις του Fox News, υποστηρίζοντας ότι οι ερωτήσεις τους αποτελούσαν «πλήγματα» εναντίον του, καθώς αποτύπωναν τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για την πολιτική του.
«Είναι εναντίον μου», ανέφερε σε τρίτη ανάρτηση, αποδίδοντας μάλιστα στο δίκτυο την πτώση της τηλεθέασής του.
Η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών αναμένεται να ανοίξει τον δρόμο για σειρά ερευνών της Βουλής των Αντιπροσώπων σχετικά με την κυβέρνηση Τραμπ, εφόσον το κόμμα εξασφαλίσει την πλειοψηφία και σε αυτό το σώμα. Η απώλεια της Γερουσίας, παράλληλα, περιορίζει τη δυνατότητα του προέδρου να προχωρά σε διορισμούς, ιδίως σε περίπτωση που κενωθεί κάποια από τις εννέα θέσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Ο Τραμπ έχει ήδη διαμηνύσει ότι θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμα βέτο και θα αψηφά το Κογκρέσο εφόσον οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχό του. Ωστόσο, εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά περιθώρια δράσης στην εξωτερική και στρατιωτική πολιτική, ακόμη και υπό συνθήκες εχθρικού προς την κυβέρνησή του Κογκρέσου.
Το «μπλε κύμα» και τα όρια της νίκης των Δημοκρατικών
Σύμφωνα με την ανάλυση του Associated Press, οι ψηφοφόροι φαίνεται να ακολούθησαν την προτροπή του Τραμπ να ψηφίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος, με το αποτέλεσμα να αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσμενές για τον ίδιο και το κόμμα του.
Οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν σημαντικές ήττες τόσο σε αμφίρροπες πολιτείες όσο και σε περιοχές όπου παραδοσιακά κυριαρχούν. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν κρίσιμες νίκες στο Οχάιο, το Νιου Χάμσαϊρ, τη Βόρεια Καρολίνα, τη Φλόριντα και τη Νότια Καρολίνα.
Η αλλαγή πλειοψηφίας και στα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου αποτελεί σχετικά σπάνιο φαινόμενο στις ενδιάμεσες εκλογές. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει καταγραφεί μόλις τρεις φορές, το 1946, το 1994 και το 2006. Κοινό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων αναμετρήσεων ήταν η έντονη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στον εν ενεργεία πρόεδρο και η ισχυρή επιθυμία για πολιτική αλλαγή.
Ωστόσο, η εκλογική ενίσχυση των Δημοκρατικών δεν σημαίνει ότι έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη της αμερικανικής κοινωνίας προς το κόμμα. Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους έχουν αρνητική γνώμη για τους Δημοκρατικούς, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο που καταγράφεται για τους Ρεπουμπλικανούς.
Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος εξακολουθεί να υπάρχει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ της προοδευτικής πτέρυγας και των μετριοπαθών στελεχών σχετικά με την πολιτική κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει.
Η επανεκλογή του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο και του κυβερνήτη του Μέριλαντ Γουές Μουρ, οι οποίοι θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος το 2028, ενισχύει τη μετριοπαθή πτέρυγα. Την ίδια στιγμή, οι προοδευτικοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους στο Μίσιγκαν, όπου ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδίκησε τη νίκη απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς.
Η εκλογική αναμέτρηση αναδεικνύει, επομένως, όχι μόνο την υποχώρηση της πολιτικής ισχύος του Τραμπ, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Δημοκρατικοί να διαμορφώσουν μια συνεκτική πολιτική πρόταση πέρα από την εκλογική αποδοκιμασία του προέδρου.
Τεχεράνη: Είτε λόγω συνείδησης, είτε λόγω κόστους ζωής, οι Αμερικάνοι είπαν ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών προκάλεσαν αντιδράσεις και εκτός ΗΠΑ, με τον επικεφαλής διαπραγματευτή του Ιράν στις συνομιλίες με την Ουάσινγκτον, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, να σχολιάζει τη νίκη των Δημοκρατικών ως μήνυμα κατά του πολέμου.
«Είτε λόγω της συνείδησής τους, είτε λόγω του κόστους ζωής, οι Αμερικανοί είπαν ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, και εμείς στηρίζουμε αυτό το μήνυμα», έγραψε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.
Η παρέμβαση του Ιρανού αξιωματούχου συνδέει ευθέως την εκλογική αποδοκιμασία της κυβέρνησης Τραμπ με την αντίθεση στην πολεμική πολιτική των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας τη διεθνή διάσταση των αποτελεσμάτων.
Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί σαφή ένδειξη υποχώρησης της πολιτικής ισχύος του Τραμπ, περίπου δύο χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της τελευταίας προεδρικής του θητείας. Το αν οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να μετατρέψουν τη νίκη τους σε ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και σε μια πειστική πολιτική εναλλακτική ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028 παραμένει ανοιχτό. Σε κάθε περίπτωση, η Ουάσινγκτον εισέρχεται σε μια περίοδο εντονότερης πολιτικής αντιπαράθεσης, με τον Τραμπ να χάνει σημαντικά κοινοβουλευτικά στηρίγματα και τους Δημοκρατικούς να αποκτούν νέα εργαλεία άσκησης πίεσης στην κυβέρνησή του.