Σύμφωνα με την έκθεση, ο αριθμός των ηλικιωμένων που βρίσκονται στον δρόμο, στεγάζονται εκτάκτως ή φιλοξενούνται σε κέντρα για αστέγους εκτιμάται στις 166.261. Ο υπολογισμός βασίστηκε σε καταγραφές κατά ηλικία από χώρες που διαθέτουν σχετικά δεδομένα, καταλήγοντας σε μέσο ποσοστό 0,148% επί του ηλικιωμένου πληθυσμού.

Όπως επισημάνθηκε σε συνέντευξη Τύπου, υπάρχει η τάση να παρουσιάζονται οι ηλικιωμένοι ως ομάδα που δεν αντιμετωπίζει δυσκολίες, όμως «μέσα σε κάθε γενιά υπάρχουν πολύ μεγάλες ανισότητες». Το ποσοστό των ηλικιωμένων μεταξύ των αστέγων ποικίλλει σημαντικά: από 1,6% στην Ιρλανδία και 8,9% στη Γερμανία έως 44% στην Ουγγαρία.

Η αύξηση της αστεγίας των ηλικιωμένων δημιουργεί προκλήσεις για τις έκτακτες δομές στέγασης, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί για ένα κοινό σχετικά αυτόνομο. Πολλά κτίρια δεν διαθέτουν ανελκυστήρα ή κουκέτες, ενώ δεν είναι προσαρμοσμένα σε άτομα με απώλεια αυτονομίας, τα οποία χρειάζονται περισσότερη φροντίδα από αυτήν που μπορούν να παρέχουν οι κοινωνικές υπηρεσίες.

Συνολικά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, η έκθεση εκτιμά σε 1,4 εκατομμύριο τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται στον δρόμο, διαμένουν εκτάκτως ή φιλοξενούνται σε εστίες υποδοχής στην Ευρώπη, σημειώνοντας αύξηση από 1,3 εκατομμύριο το 2024.

Οι οργανισμοί προειδοποιούν για κατάλογους αναμονής που αυξάνονται κατακόρυφα, άτομα που στέλνονται από τη μία δομή στην άλλη χωρίς βιώσιμη λύση και διαμονές που παρατείνονται ελλείψει διεξόδου. Οι μηχανισμοί τελούν υπό πίεση, οδηγώντας τους φορείς να «σκληραίνουν» τις προϋποθέσεις πρόσβασης, μια πολιτική με «θανατηφόρα αποτελέσματα».

Καλούν κάθε χώρα να υιοθετήσει και να εφαρμόσει «επικαιροποιημένες και φιλόδοξες» εθνικές στρατηγικές καταπολέμησης της αστεγίας.