Σε παρέμβασή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Αντώνης Σαμαράς υποστήριξε ότι η ενεργειακή πολιτική επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής και την καθημερινότητα των καταναλωτών, ενώ συνέδεσε την ενεργειακή αυτάρκεια με την οικονομική και αμυντική θωράκιση της χώρας.
Ασκώντας κριτική στις κυβερνητικές επιλογές των τελευταίων ετών, έκανε λόγο για υποβάθμιση εγχώριων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, ελλιπείς επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, προβλήματα στη λειτουργία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και αυξανόμενη εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Οι έξι προτάσεις για την ενέργεια
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει την επαναλειτουργία της λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα 5, η οποία, όπως αναφέρει, εγκαινιάστηκε το 2014 αλλά δεν αξιοποιήθηκε ουσιαστικά. Επικρίνει, μάλιστα, τον σχεδιασμό αντικατάστασής της με μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Δεύτερη πρότασή του είναι η ολοκλήρωση και λειτουργία των υδροηλεκτρικών έργων της Μεσοχώρας και της Συκιάς, τα οποία χαρακτηρίζει σημαντικές επενδύσεις που έχουν χρηματοδοτηθεί από τον ελληνικό λαό και παραμένουν ανολοκλήρωτες.
Παράλληλα, εισηγείται την ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων μέσω σύγχρονων μονάδων και συμπράξεων με ιδιώτες, με τα έσοδα να κατευθύνονται απευθείας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Στις προτάσεις του περιλαμβάνονται ακόμη η άμεση ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες, η προώθηση φωτοβολταϊκών με δυνατότητα αποθήκευσης στις κατοικίες και η δημιουργία ομάδων παραγωγών ενέργειας στην περιφέρεια. Ζητά επίσης αλλαγές στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με ενίσχυση των μακροχρόνιων συμβάσεων, καθώς και επιδότηση της θέρμανσης με φυσικό αέριο, πέρα από το πετρέλαιο.
Έμφαση στη στήριξη της περιφέρειας
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο ενεργειακό κόστος της ελληνικής περιφέρειας, με έμφαση στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία. Υποστηρίζει ότι απαιτείται μόνιμη μείωση του κόστους ενέργειας και όχι αποσπασματικά μέτρα ενίσχυσης.
Ο πρώην πρωθυπουργός ισχυρίζεται ότι οι προτάσεις του θα ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή, θα περιορίσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Επικαλείται, τέλος, στοιχεία για τις αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι στην Ελλάδα ήταν πολλαπλάσιες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και την Ευρωζώνη. Καταλήγει ζητώντας μια διαφορετική ενεργειακή προσέγγιση, με κοινωνικά χαρακτηριστικά, η οποία, κατά την εκτίμησή του, θα συμβάλει στη μείωση του κόστους ζωής και στην ανάπτυξη.