Την αγανάκτησή αλλά και τη λύπη του τόσο για την εμπλοκή του ονόματός του στην υπόθεση Novartis όσο και για το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή «ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα μονοπωλείται από μία άθλια υπόθεση με χαρακτηριστικά της σκευωρίας», εξέφρασε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε για το θέμα αυτό στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα.
 
Παράλληλα, έκανε γνωστό ότι καταθέτει μηνυτήρια αναφορά στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ενώ κατέθεσε αίτημα να ανακαλέσει άμεσα την ιδιότητα του προστατευόμενου μάρτυρα για να προστατευθεί, όπως είπε, το κύρος της δικαιοσύνης από κύκλους που λειτουργούν εξωθεσμικά, κάνοντας λόγο για «σκοτεινή υπόθεση που βαραίνει ως σκιά στην ελληνική κοινωνία και υπονομεύει τη δημοκρατία».
 

«Η υπόθεση δεν με αγγίζει με οποιονδήποτε τρόπο»

 
«Η υπόθεση αυτή δεν με αγγίζει με οποιονδήποτε τρόπο, είναι μία θλιβερή και άθλια υπόθεση συκοφαντίας με τη συμβολή ψευδομαρτύρων με κουκούλα. Η εκληματική δράση θα αποκαλυφθεί όταν διεξαχθεί μία έρευνα, όπως η ανεξάρτητη δικαιοσύνη οφείλει να κάνει σε μία δημοκρατική χώρα. Κανένας κουκουλοφόρος, ψευδομάρτυρας και σκευωρία δεν μπορεί να ρίξει ούτε υπόνοια σκιάς στο πρόσωπό μου… Πρόκειται για σκευωρία. Τα απίστευτα ψέματα δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά της μαρτυρικής κατάθεσης, έχουν σκοπό την καθοδηγούμενη ψευδορκία.
 
Πέρα από τη μηνυτήρια αναφορά κατά των ψευδομαρτύρων, θα καταθέσω αίτημα στον Άρειο Πάγο να ανακαλέσει την ιδιότητα του προστατευόμενου μάρτυρα, για να προστατευθεί το κύρος της Δικαιοσύνης από κύκλους που ενεργούν εξωθεσμικά. Οι μαρτυρικές καταθέσεις που σπιλώνουν πολιτικές υπολήψεις βασίζονται σε εικασίες και φήμες, δεν συνοδεύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Είναι ψευδείς».
 
Εξέφρασε, πάντως, την εμπιστοσύνη του στους Έλληνες δικαστές, αν και πρόσθεσε ότι οι ψευδομάρτυρες οι συνεργοί και οι ηθικοί αυτουργοί θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη. Προειδοποίησε ότι «αν δεν αποκατασταθεί η νομιμότητα θα φέρω το θέμα στο σύνολο των Ευρωπαϊκών Θεσμών ως παραβίαση της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους δικαίου στην Ελλάδα». Ο Δ. Αβραμόπουλος έδωσε απάντηση για τις δύο υποθέσεις που χειρίστηκε ως υπουργός Υγείας, ξεκινώντας από την υπόθεση του μοριακού ελέγχου του αίματος.
 
«Μία εβδομάδα, από ό,τι ανέλαβα καθήκοντα, συμπολίτες πέθαιναν από μολυσμένο αίμα από AIDS. Μου είπαν ότι αυτό συνέβαινε συχνά γιατί δεν υπήρχε έλεγχος του αίματος στην Ελλάδα. Εισηγήθηκα να ξεκινήσει η διαδικασία για τη θωράκιση των Ελλήνων πολιτών στον Έλληνα πρωθυπουργό. Ζήτησα να μη γίνει ο διαγωνισμός από το υπουργείο αλλά από διακομματική επιτροπή της Βουλής. Με νόμο συγκροτήθηκε διακομματική επιτροπή από κοινού με υπηρεσιακούς παράγοντες και επιστημονικούς φορείς. Η Επιτροπή έκανε εξαιρετική δουλειά, διεξήγαγε διεθνή διαγωνισμό και εξασφαλίστηκε η πιο ασφαλής μέθοδος ελέγχου του αίματος. Από τότε σταμάτησαν οι μολύνσεις που οδηγούσαν στον AIDS» είπε και πάντως σημείωσε ότι η δαπάνη για τον μοριακό έλεγχο ήταν μεγαλύτερη από άλλες χώρες, όπως η Πολωνία, γιατί περιελάμβανε πέρα των αντιδραστηρίων το κόστος μεταφοράς, εγκατάστασης και προσωπικού. Μετά την πάροδο της πενταετούς εφαρμογής, είπε ακόμη, ήταν αναμενόμενη η βελτίωση της προσφοράς των εταιρειών. Σήμερα θα είναι ακόμη πιο συμφέρουσα. «Αυτό που τότε πρότεινα στον Καραμανλή θα έπρεπε να γίνει μόνιμη πρακτική, οι μεγάλες συμβάσεις να γίνονται από τη Βουλή» τόνισε.
 
Για τη γρίπη Η1Ν1 και τα εμβόλια, ο Δ. Αβραμόπουλος είπε: «Υπήρχε τότε παγκόσμιος πανικός που κινητοποίησε τον ΠΟΥ και την ΕΕ. Τα κράτη οργανώνονται και υπάρχουν για να αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις και κρίσεις. Επί των ημερών μου συνέπεσε η παγκόσμια κρίση, θυμόμαστε την αγωνία του κόσμου, την πίεση των ΜΜΕ και της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων με στόχο να ληφθούν άμεσα τα απαραίτητα μέτρα. Δηλώνω υπερήφανος για το αποτέλεσμα. Η πατρίδα μας επέδειξε ευθύνη, σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα στην λήψη των μέτρων που ο ΠΟΥ και η ΕΕ επέβαλαν. Το ΚΕΕΛΠΝΟ, που έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα, απέδειξε ότι μπορεί να χειριστεί την υπόθεση με αποτελεσματικότητα.
 
Συγκροτήθηκε τότε διεπιστημονική επιτροπή της οποίας οι συμβουλές ακολουθήθηκαν. Σε μία εβδομάδα είχαν ληφθεί τα μέτρα και η χώρα μας πήρε εύσημα από την ΕΕ. Σήμερα, 10 χρόνια μετά την υπόθεση αυτή, οι ανώνυμοι κουκουλοφόροι τη συνδέουν με τη Novartis που ήταν μία από τις τρεις μεγάλες εταιρείες που παγκοσμίως μπορούσαν να παρασκευάσουν το εμβόλιο. Η υπόθεση διερευνήθηκε τρία χρόνια μετά και με απόφαση των εισαγγελέων τέθηκε στο αρχείο. Την απόφαση επικύρωσε η εισαγγελέας εφετών εγκλημάτων διαφθοράς. Η διενεργήσασα εισαγγελέας τώρα έλαβε υπόψη της τον τότε χειρισμό; Ο κουκουλοφόρος ψεύδεται ότι η δεύτερη παραγγελία των 8 εκατομμυρίων έγινε από τη Novartis. Ψεύδεται γιατί δεν υπήρξε δεύτερη παραγγελία από τη Novartis, έγινε από την Glaxo, γιατί η Novartis δήλωσε αδυναμία προσφοράς.
 
Στη Novartis πληρώθηκαν 1,4 εκατομμύρια δόσεις. Οι οδηγίες τότε από τον ΠΟΥ έλεγε ότι απαιτούνται δύο δόσεις κατ΄ άτομο. Η Ελλάδα αποφάσισε ότι έπρεπε να εμβολιστεί ο μισός πληθυσμός δηλ. 4 εκατομμύρια. Ο ΠΟΥ όμως αποφάσισε στη συνέχεια τον εμβολιασμό του συνόλου του πληθυσμού. Δηλαδή οκτώ εκατομμύρια κατοίκων επί δύο δόσεις για τον καθένα. Δύο μήνες μετά ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός κρίνει ότι μία δόση κατ άτομο είναι επαρκής. Το υπουργείο ακυρώνει την πρώτη παραγγελία και επιστρέφει στην αρχική απόφαση κάλυψης. Οι εταιρείες προσέφυγαν στη διεθνή Δικαιοσύνη και το ΚΕΛΠΝΟ κερδίζει με ανταγωγές την υπόθεση. Μόνο η Ελλάδα προσέφυγε στη διεθνή διαιτησία. Ακολούθως ο ΠΟΥ έδωσε εύσημα στην Ελλάδα για τους χειρισμούς της και την έγκαιρη θωράκιση του πληθυσμού.
 
Λέει ο μάρτυρας ότι ο “υπουργός Υγείας παρέσυρε τον Καραμανλή”. Τι ήταν ο Καραμανλής; Κανένα παιδάκι που δεν καταλάβαινε; Ο πρωθυπουργός συμπεριφέρθηκε με ευθύνη και αυτό είναι εύσημο για τον Καραμανλή».
 
Κλείνοντας είπε ότι δεν χρειάστηκαν παρά δύο μόνο ημέρες με σκοπό τη σπίλωση πολιτικών αντιπάλων. «Είναι πράξη εσκεμμένη και υποκινούμενη, έκφανση της σήψης και της παρακμής που έχουμε οδηγηθεί. Η Δημοκρατία και το κράτος δικαίου υπονομεύονται. Η καταδίκη κάθε προσπάθειας χειραγώγησης της Δικαιοσύνης πρέπει να είναι κατηγορηματική. Οφείλουμε να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Όταν ενημερώθηκα, νόμισα ότι ο συνομιλητής μου έκανε πλάκα, αλλά “δεν μασάμε”.