“Η Λάουρα ήταν εδώ”, η φετινή παράσταση του σκηνοθέτη Βασίλη Κουκαλάνι και της ομάδας “συντεχνία του γέλιου”, δεν φτιάχνει ακαριαία συνειδήσεις. Είναι όμως από εκείνες τις παραστάσεις που τις παίρνεις μέσα σου και καθίστανται σημείο αναφοράς.

Η “συντεχνία του γέλιου” κλείνει φέτος 15 χρόνια στο παιδικό και νεανικό θέατρο και εμπνέεται από το χειραφετητικό θέατρο GRIPS της Γερμανίας, που βάζει στο επίκεντρο τα παιδιά, τα δικαιώματά τους και το όραμά τους για τον κόσμο. Συχνά, ζητά να ακούσει και να καταγράψει τις σκέψεις τους μετά από τις παραστάσεις, για να μαθαίνει από αυτά.

Η Λάουρα είναι ένα παιδί που λαχταρά μια “κανονική” οικογένεια. Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της και αρχίζει την εξερεύνηση.

Όσο η παράσταση κάνει τη μεσημεριανή της πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στον Κεραμεικό, ο Βασίλης Κουκαλάνι παρακολουθεί με αγωνία τις αντιδράσεις του κοινού ενώ τρέχει να εμψυχώσει τους ηθοποιούς ώστε η “Λάουρα” να γκρουβάρει.

Τα παιδιά γελούν και χορεύουν με τα τραγούδια του Σπύρου Γραμμένου και του Φοίβου Δεληβοριά. Δίπλα μου, μια μητέρα δακρύζει όταν η ηθοποιός Δάφνη Λιανάκη, που υποδύεται μια εργαζόμενη μονογονέα, προπονείται στην “κίνηση του δράκου” για να προστατεύσει την κόρη της.

Η Λάουρα επιστρέφει στο σπίτι της, αλλά τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως πριν. Το “σπίτι” είναι ξαφνικά πολύ μεγαλύτερο και πιο γεμάτο.

“Εμείς, η βάση της κοινωνίας, καθορίζουμε τις μορφές ζωής”, θα μου πει αργότερα ο Βασίλης Κουκαλάνι. Στην τηλεόραση, διαπληκτίζονται για το αν τα φύλα είναι δύο.

Η κυριακάτικη παράσταση τελειώνει. Μια δασκάλα αγωνιά για το πώς θα αντιδράσουν οι γονείς των μαθητών και μαθητριών που ετοιμάζεται να φέρει στο θέατρο, όταν μάθουν για το φιλί των δύο μπαμπάδων. Την ίδια ώρα, ένα παιδί φεύγει από το θέατρο αγκαλιά με δύο γυναίκες.

Συνέντευξη στην Τζένη Τσιροπούλου

Ο Βασίλης Κουκαλάνι. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής 

Στη “συντεχνία του γέλιου” γράφετε πάντα “Μια παράσταση για ανθρώπους από 5 ετών”. Γιατί όχι “Για παιδιά από 5 ετών”;

Είναι κλεμμένο από το θέατρο Gripps στη Γερμανία! Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, όταν κορυφωνόταν το φοιτητικό κίνημα στη Γερμανία, άνοιξε η μεγάλη συζήτηση ότι τα παιδιά είναι μια κοινωνική τάξη από μόνα τους, είναι άνθρωποι με δικά τους δικαιώματα και οράματα. Από την άλλη, εμπεριέχει μέσα του και ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε και παιδιά. Είναι σίγουρα μια άλλη αισθητική επιλογή από το “οι μικροί μας φίλοι” που ακούγεται σαν να υποτιμά τα παιδιά.

Το φιλί, ο έρωτας, ο πλουραλισμός των οικογενειών, ακόμη και το αν ένας άνθρωπος θέλει ή δεν θέλει να αποκτήσει παιδιά, συχνά αντιμετωπίζονται ως θέματα που δεν έχουν θέση στο σχολείο, τα παραμύθια ή το θέατρο για παιδιά. Γιατί επέλεξες να μιλήσεις γι’ αυτά τώρα, μέσα από το “Η Λάουρα ήταν εδώ”;

Μας αφορά η επικαιρότητα. Ως “συντεχνία του γέλιου” θέλουμε να είμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα που απασχολεί τη μαθητική και την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και τους γονείς. Είτε τα θέματα επιβάλλονται από αυτό που ζούμε είτε επιβάλλονται ως σχολική ύλη από τα πάνω, εμείς θέλουμε να προτείνουμε και τις δικές μας σκέψεις και να συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο.

Το 2011, ανεβάσαμε το αντιρατσιστικό έργο για παιδιά Μια γιορτή στου Νουριάν [σ.σ. Σε θέατρο στον Άγιο Παντελεήμονα και με τη Χρυσή Αυγή να εξαπλώνεται] και φοβόμασταν πολύ για το αν θα επιβιώσουμε. Τελικά, ο Νουριάν, για τα επόμενα 4-5 χρόνια της κρίσης, ήταν ένα ηχηρό συνώνυμο της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης στα σχολεία.

Σήμερα, το θέμα που μπαίνει δυνατά στα σχολεία είναι τα θέματα του φύλου και της οικογένειας. Η οικογένεια δεν είναι πια η παραδοσιακή, “εξιδανικευμένη” εικόνα της διαφήμισης της “Insta Pizza” [σ.σ. αναφορά στο έργο “Η Λάουρα ήταν εδώ”]. Θέλουμε να αναπαραστήσουμε και να γευτούμε την ποικιλομορφία, και να δείξουμε ότι υπάρχουν πάρα πολλές εναλλακτικές οικογενειών, εξίσου ιδανικές κι ελκυστικές.

Πες μου λίγα λόγια για το πρωτότυπο έργο. Τι κράτησες από αυτό και τι σε ενδιέφερε να μεταφέρεις στη δική σου σκηνική εκδοχή;

Γράφτηκε από τη νεαρή Milena Baisch, το 2016, για τη γερμανική πραγματικότητα. Όταν το είδα, αμέσως το οραματίστηκα να λαμβάνει χώρα σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Μια φανταστική καρμανιόλα πολιτισμών και ανθρώπων. Ένιωσα ότι ωρίμασαν οι συνθήκες και ήρθε η ώρα του.

Πρόσφατα έγινε χαμός με την παρουσίαση διαφορετικών οικογενειακών σχημάτων στα βιβλία της Β’ και της ΣΤ’ δημοτικού. Ακροδεξιά μέλη της κυβέρνησης βγήκαν δημόσια για να υποστηρίξουν ότι “τα φύλα είναι δύο, ο πατέρας είναι πατέρας, η μητέρα είναι μητέρα”. Οι άνθρωποι και οι οικογένειες όμως έχουν ποικιλομορφία. Πρέπει να φύγουμε από τη δαιμονοποίηση αλλά και την ανοχή που πηγάζει από οίκτο. Δεν τα θέλουμε αυτά. Εμείς, η βάση της κοινωνίας, καθορίζουμε τις μορφές ζωής.

Στη “Λάουρα” δεν υπάρχει ένας κλασικός “κακός”. Είναι δύσκολο να κρατάς ζωντανό το ενδιαφέρον των παιδιών;

Είναι πολύ δύσκολο. Κατ’ αρχάς, τα παιδιά βαριούνται όταν υπάρχουν σκηνές μόνο με ενήλικες, εκτός αν τα αφορά, αν υπάρχει διακύβευμα για τα ίδια τα παιδιά. Να μιλάει, για παράδειγμα, ο δάσκαλος με τη διευθύντρια αλλά να μιλάνε για τα παιδιά. Στη “Λάουρα” λείπει ο μόνιμος κίνδυνος της βασικής σύγκρουσης. Η Λάουρα αναζητά μια οικογένεια, φεύγει από το σπίτι της και αναρωτιόμαστε, “θα γυρίσει, δεν θα γυρίσει;”. Όταν φτιάχνεις ένα τέτοιο σύμπαν, πρέπει να βρεις άλλους τρόπους να κάνεις την παράσταση να γκρουβάρει.

Η μουσική και τα τραγούδια, γραμμένα από τον Σπύρο Γραμμένο και τον Φοίβο Δεληβοριά, με hip hop στοιχεία, βοηθούν σίγουρα στο γκρουβάρισμα. 

Εγώ τούς παρουσιάζω ως “τα παιδιά από το τμήμα μουσικής δραματουργίας της συντεχνίας του γέλιου”. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία και ό,τι κάνουν αυτοί οι δύο – ακόμα κι αν έχει 80% απόκλιση από αυτό που τους έχω ζητήσει [γέλια] – είναι πάντα αριστούργημα και πιο σωστό.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 11 Οκτωβρίου. Ποιες ήταν οι πρώτες αντιδράσεις των παιδιών και των ενηλίκων; Υπήρξε κάτι που σε εξέπληξε;

Υπάρχει ένα “Ωωω!” στο φιλί των δύο παντρεμένων μπαμπάδων αλλά μάλλον επειδή δεν το περιμένουν. Το είχαμε δει ως αντίδραση και σε παλαιότερη παράσταση με φιλί μεταξύ μιας γυναίκας και ενός άντρα. Νομίζω ότι τα παιδιά, ανεπηρέαστα, το βλέπουν ως απλώς ένα φιλί. Και το χλευάζουν λίγο γιατί υπάρχει ακόμα μια ντροπή ή και μια ανωριμότητα ως προς το συναίσθημα του έρωτα.

Στη δική μας παράσταση δεν υπήρξε καμία αντίδραση από τα παιδιά στο φιλί.

Ίσως έχει να κάνει με το ότι βλέπουν αγάπη μέσα στη ροή μιας ιστορίας, ή τον προβληματισμό τους ότι, “Μα είναι δύο άντρες και εγώ δεν τα ξέρω έτσι”, να τον παίρνουν για λίγο μαζί τους. Τα παιδιά μπορούν μια χαρά να το τακτοποιήσουν μέσα τους και να το αφομοιώσουν ως κάτι που συμβαίνει στους ανθρώπους γιατί αγαπάμε. Τα παιδιά είναι πολύ ικανά να το κάνουν αυτό.

Έτυχε και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας μιας αντίδρασης από ενήλικα: Μια εκπαιδευτικός που θα φέρει το σχολείο της να δει την παράσταση, ανησύχησε με το σύντομο φιλί των δύο παντρεμένων ανδρών που υποδύονται τους γονείς του Χάρη. Πώς διαχειρίζεσαι αυτή την αντίδραση; Τι σε οδηγεί στην απόφαση να διατηρήσεις ή να προσαρμόσεις μια σκηνή στις σχολικές παραστάσεις;

Εγώ θα ήθελα το φιλί να κρατηθεί αλλά μάλλον είναι λίγο νωρίς. Το σχολικό περιβάλλον έχει γίνει πολύ πιεστικό προς τους δασκάλους και καταλαβαίνω ότι οι δάσκαλοι είναι πολύ φοβισμένοι. Όχι αδίκως, αφού αρκετοί διευθυντές είναι κομματικά στελέχη. Και ειδικά οι νέοι δάσκαλοι που έχουν την αγωνία της εργασίας και του μισθού τους, είναι πολύ φοβισμένοι μην πάει ένας γονιός και τους κατασπαράξει. Αυτό το λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη μου και το σέβομαι, οπότε επιλέγω να προσαρμόσω τη σκηνή του φιλιού στις σχολικές παραστάσεις και να μην υπάρχει όπως στις κυριακάτικες παραστάσεις. Το ότι η οικογένεια έχει δύο μπαμπάδες, όμως, αυτό δεν τίθεται υπό καμία διαπραγμάτευση.

Κάνουμε βήματα προς τη συμπερίληψη, αλλά εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε το αρσενικό γένος ως γενικό, σαν να χωράει αυτονόητα τα πάντα (και εγώ το κάνω και προσπαθώ να το δουλεύω). Πόσο επηρεάζει η γλώσσα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τι χωράει στο “εμείς”; Και πώς προσεγγίζεις αυτή την αντίφαση στο θέατρο;

Αυτή η ερώτηση δεν είναι εύκολη.

Στις καταλήψεις των ηθοποιών (2022-2023), θυμάμαι, βγήκαν μετά από μία συνέλευση στο Κτίριο Τσίλλερ και αυτοπροσδιορίστηκαν ως “τα φοιτητά”. Υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις αλλά για εμένα αυτός ο αυτοπροσδιορισμός τους ήταν μια δική τους δύναμη. Κανένας γλωσσικός κανόνας δεν μπορεί να το σπάσει αυτό. Μάθαμε κι εμείς να τα λέμε “τα φοιτητά”. Είναι μια εποχή από την οποία έχουμε μόνο να μάθουμε. Το ζητούμενο δεν είναι να μας επιβάλλουν από τα πάνω την πολιτική ορθότητα, να μην λέμε για παράδειγμα “γυφτάκι”. Το ζητούμενο είναι να αλλάξουν οι συνθήκες διαβίωσης των τσιγγάνων που είναι άθλιες. Η κοινωνική ζύμωση γεννά το αληθινό και το αναντίρρητο.

Είμαστε ακόμα άγουροι αλλά μαθαίνουμε, και πρέπει κι εμείς να δούμε πώς θα το εντάξουμε αυτό στο θέατρο.

Εργάζεσαι σε μεγάλες διεθνείς παραγωγές, κάνεις κινηματογράφο και τηλεόραση, αλλά είσαι σταθερά στο θέατρο για παιδιά. Τι σε κρατάει τόσο αφοσιωμένο σε αυτό;

Ο Μπιλ Μάρεϊ στην ταινία “Τούτσι” λέει: “Δεν θέλω ένα γεμάτο θέατρο. Θέλω 90 ανθρώπους που μόλις έχουν βγει από τη χειρότερη καταιγίδα της πόλης. Ανθρώπους που νιώθουν ολοζώντανοι μέχρι να στεγνώσουν”. Αυτό είναι το παιδικό θέατρο. Το ενήλικο κοινό έχει αγκυλώσεις. Θα σε χειροκροτήσει γιατί έτσι πρέπει, ενώ μπορεί να μην έχει νιώσει τίποτα και να είχε τον νου του στο κινητό. Τα παιδιά, αντίθετα, αν νιώσουν όμορφα, στα δίνουν όλα και ο ενθουσιασμός τους πάλλεται στην αίθουσα!

Η “συντεχνία του γέλιου” κλείνει φέτος 15 χρόνια. Πώς είναι να κάνεις παιδικό θέατρο στην Ελλάδα των κρίσεων;

Ήθελα να βγάλω ένα λεύκωμα για τα 15 χρόνια της “συντεχνίας” και το θεατροπαιδαγωγικό, αλλά δεν έλαβα ούτε ένα ευρώ, ούτε από το υπουργείο ούτε από κάποιο ίδρυμα. Ελπίζω να γίνει αυτή η καταγραφή στην ενηλικίωσή μας, στα 18 χρόνια.

Πώς βλέπεις, εκ των έσω, την κατανομή της πίτας στο θέατρο για παιδιά;

Προσωπικά, έχω πάρει τρεις φορές επιχορήγηση, όλες από την τρέχουσα κυβέρνηση. Η πρώτη ήταν μέσα στον κόβιντ και επέστρεψα τα χρήματα. Ακολούθησαν άλλες δύο. Ο Γερουλάνος, ως υπ.Πολιτισμού, κατάργησε τις επιχορηγήσεις, έπειτα επανήλθαν επί Κονιόρδου, αλλά το παιδικό θέατρο παρέμεινε εκτός επιχορηγήσεων για χρόνια.

Αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του καλλιτεχνικού κόσμου μέσα στην καραντίνα, συναντηθήκαμε τρία άτομα που κάνουμε θέατρο για νεαρές ηλικίες και πήραμε μια πρωτοβουλία: μαζέψαμε 1.000 υπογραφές από σημαντικά πρόσωπα, αρθρογραφήσαμε στα Μέσα και ασκήσαμε πίεση στη Μενδώνη. Στις αμέσως επόμενες επιχορηγήσεις ανακοίνωσαν ότι δίνουν χρήματα και στο θέατρο για νεαρές ηλικίες. Οι τρεις ομάδες που πήραμε επιχορήγηση ήμασταν εμείς οι τρεις που είχαμε πάρει αυτή την πρωτοβουλία. Ελπίζω να μην νομίζουν ότι έτσι θα σταματήσουμε να διεκδικούμε.

 

“Η Λάουρα ήταν εδώ”
Σκηνοθεσία: Βασίλης Κουκαλάνι
Πρωτότυπη μουσική: Σπύρος Γραμμένος, Φοίβος Δεληβοριάς
Παραστάσεις: Κάθε Κυριακή στις 11:30
Χώρος: Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, Γκάζι (Μετρό Κεραμεικός)
Ηθοποιοί: Μικές Γλύκας, Δάφνη Λιανάκη, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Αναστασία Νάστια Ντεντιάεβα, Δανάη Τσιοπλή, Νίκος Φραντζέσκος
Παραστάσεις για σχολεία: Καθημερινές, κατόπιν συνεννόησης. Τηλ. 210 6644250, 694 3236032.
Η παράσταση απευθύνεται σε ανθρώπους από 5 ετών.