Για την ανάγκη της νέας Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Το αποτέλεσμα της Λαϊκής Ενότητας στις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου δεν συνιστά μια απλή ήττα. Ούτε καν μια εκλογική συντριβή. Αν εκεί καταλήξουμε τότε σημαίνει πως πιστεύουμε ότι θα αρκούσαν κάποιες διορθωτικές κινήσεις που θα επιτύγχαναν μια σημαντική μαζική απεύθυνση. Μία τέτοια ερμηνεία του αποτελέσματος είναι, κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο ουτοπική αλλά και τροχοπέδη για την ανασυγκρότηση του χώρου. Το αποτέλεσμα των εκλογών σημαίνει τέλος εποχής για το μοντέλο πολιτικής που είχε επιλεγεί και αναδεικνύει όσο πιο εμφατικά γίνεται ότι οι διαδικασίες ανασυγκρότησης του χώρου ή θα είναι σαρωτικές ή το κουφάρι του θα σέρνεται ανυπόληπτο στο πολιτικό περιθώριο μέχρι την οριστική εξαφάνισή του. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.
|
των Άλκη Αντωνιάδη και Αντώνη Καββαδία*

Η Λαϊκή Ενότητα πορεύτηκε την τελευταία τετραετία χωρίς ιδεολογική πυξίδα και χωρίς διάθεση να αγκυροβολήσει στο φυσικό της χώρο, τη ριζοσπαστική αριστερά. Στην πραγματικότητα, έκανε τα πάντα για να δικαιολογήσει όσους υποστήριζαν ότι πρόκειται για μια ετερόκλητη εκλογική συγκόλληση της συγκυρίας του 2015, που όταν η συγκυρία εκείνη τελείωσε χάθηκε ο συνεκτικός κρίκος και αποκαλύφθηκαν τα ασύμβατα πολιτικά σχέδια στο εσωτερικό της. Η αποκοπή της από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς εξασφάλισε μηδαμινά εκλογικά και πολιτικά οφέλη, από ένα θολό εθνικό ακροατήριο, ενώ παράλληλα προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς η υποβάθμιση του ταξικού ζητήματος σε βάρος των εθνικών ζητημάτων οδήγησε το πιο νέο ηλικιακά, το πιο προοδευτικό και πιο αριστερόστροφο κομμάτι του στελεχικού και εκλογικού δυναμικού, να απομακρυνθεί σιωπηρά από τη ΛΑΕ.

Την ίδια στιγμή, η αδυναμία προσαρμογής του πολιτικού της σχεδίου στα επίδικα του 2019 (πχ έμφαση στη μονομερή κατάργηση των δεσμεύσεων της χώρας μέχρι το 2060, σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων, πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, αύξηση της φορολογίας στα υπερκέρδη των ελίτ, επεξεργασία προγραμμάτων ανάπτυξης με δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα ), καθώς και η έλλειψη μιας βαθύτερης επεξεργασίας των δυνατοτήτων αλλά και των δυσκολιών, που θα προκύψουν από την προσπάθεια ανάκτησης της δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας και των συνεπειών της ρήξης με την Ε.Ε, δημιουργούσε περισσότερες απορίες για τις θέσεις της, παρά έπειθε όσους  έμπαιναν στον κόπο να τις διαβάσουν.
 
Η Λαϊκή Ενότητα, πορευόμενη αγχωτικά και χωρίς σχέδιο, με κυρίαρχο κίνητρο την εκλογική επιβίωση και την με κάθε τρόπο επάνοδο στο κοινοβούλιο έκανε ακριβώς ότι χρειαζόταν για να μην το επιτύχει. Απομακρύνθηκε από τον κόσμο της εργασίας, αδιαφόρησε να στρέψει την προσοχή της σε χώρους που οι συνθήκες εργασίας του σύγχρονου (επιστημονικού και μη) προλεταριάτου,  θυμίζουν ρωμαϊκή γαλέρα, ήταν μακριά από τις  ανάγκες της νέας γενιάς που ασφυκτιά από την ανεργία και ξενιτεύεται, από τους εργαζόμενους που δουλεύουν εξαντλητικά και χωρίς ωράριο για να μπορέσουν να πληρώσουν το νοίκι και τους λογαριασμούς, από όλες εκείνες τις προνομιούχες για την αριστερά, κοινωνικές ομάδες που πληγώθηκαν και απογοητεύτηκαν από τη συνθηκολόγηση του Α. Τσίπρα και που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να στραφούν στον δικό της χώρο.
 
Η Λαϊκή Ενότητα, τέλος, δεν αξιολόγησε σοβαρά την αναγκαιότητα ανανέωσης του στελεχικού της δυναμικού, το βάθεμα της δημοκρατίας στο εσωτερικό της, την έκφραση ενός σύγχρονου δημόσιου λόγου, τη δημιουργία ενός κομματικού περιβάλλοντος ελκυστικού για τη νέα γενιά. Κυρίως όμως δεν αντιλήφθηκε ότι η ανανέωση, ανθρώπων και ιδεών, δεν είναι μια απλή διαπίστωση αλλά μια επιτακτική ανάγκη που χρειάζεται ώθηση και όχι δυσπιστία. Είναι σαφές ότι οποιοσδήποτε πολιτικός οργανισμός αν δεν ανανεωθεί σε πραγματικό χρόνο απλώς μετράει αντίστροφα μέχρι την εξαφάνισή του.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες ακυρώθηκαν από τον κόσμο και τα όσα θετικά έφερε μαζί της ως παρακαταθήκη η Λαϊκή Ενότητα, όπως η πολιτική αξιοπιστία και η ηθική της στάση το 2015 καθώς και η ανιδιοτελής μάχη της για τη διάσωση της λαϊκής κατοικίας. Τα στοιχεία αυτά, που περήφανα υποστηρίζουμε ως μέλη της ΛΑΕ, αποδείχθηκαν ανεπαρκή στο να ισορροπήσουν την επιθυμία του αριστερού κόσμου να την τιμωρήσει εκλογικά για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω.
 

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ;

 
Πρώτα απ΄ όλα ας διευκρινήσουμε ότι δεν βγάζουμε τους εαυτούς μας εκτός του κάδρου  των ευθυνών καθώς δεν ευθύνονται μόνο αυτοί  που συμμετείχαν στη λήψη  των αποφάσεων, αλλά και εκείνοι που δεν διαφοροποιήθηκαν ακόμη πιο σθεναρά και με μεγαλύτερη σαφήνεια όλη αυτή την περίοδο της πολιτικής δυσλειτουργίας ή και όσοι το έκαναν με μικροπολιτικά κίνητρα. Αυτό, ωστόσο, δεν μας εμποδίζει να καταθέσουμε την άποψή μας για το τι θεωρούμε πως πρέπει να γίνει.
 
Όπως αναφέραμε και εισαγωγικά, ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς (στο σύνολό του) χρειάζεται να μπει σε μια νέα εποχή, όχι μόνο για να μην «ιταλοποιηθεί» αλλά κυρίως γιατί μπορεί και πάλι, υπό προυποθέσεις, να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης του ελληνικού λαού και της νεολαίας τόσο απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση της Νέας Δημοκρατίας που έρχεται, όσο και απέναντι στον αντιπολιτευτικό-συστημικό  ΣΥΡΙΖΑ που ενδέχεται να επιδιώξει να ξεπλυθεί πολιτικά εκτός κυβερνητικής θητείας.
 
Η νέα ριζοσπαστική αριστερά χρειάζεται πρώτα απ όλα να οριοθετήσει τις κοινωνικές κατηγορίες τις οποίες θέλει πρωτίστως να εκφράσει και να συνομιλήσει μαζί τους. Οποιοδήποτε σχήμα και αν επιλέξουμε για να περιγράψουμε τις ταξικές ανισότητες – εργάτες vs αφεντικα, εργαζόμενοι vs εργοδότες, λαός vs ελίτ, φτωχοί vs πλούσιοι – η ουσία είναι ότι η ριζοσπαστική αριστερά είναι ταγμένη ιστορικά και ταυτοτικά στην υπεράσπιση των συμφερόντων των από τα κάτω. Με την έννοια αυτή η αριστερά δεν μπορεί να είναι ούτε υπέρ μιας γενικής ανάπτυξης ούτε μιας ταξικής συναίνεσης σε βάρος των πολλών.
 
Η νέα ριζοσπαστική αριστερά χρειάζεται να απευθυνθεί σε όλους εκείνες τις οργανώσεις, τους πολίτες, τις πολιτικές, τα σωματεία, τις κοινωνικές και κινηματικές ομάδες που αντιλαμβάνονται την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία ως τη βασική κοινωνική αντίθεση. Στο πλαίσιο αυτό δεν χωρούν ούτε ένας ασαφής διαταξικός λόγος, ούτε δυνάμεις που ρέπουν στο εθνικισμό και την άκρα δεξιά, ούτε δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την πολιτική και την αριστερά με όρους φιλελεύθερου μάρκετινγκ και νοοτροπίας tv-star.
 
Η νέα ριζοσπαστική αριστερά θα βρίσκεται σε ανειρήνευτη σχέση με τον κοινωνικό συντηρητισμό, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την περιστολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, την καταστολή και τον περιορισμό της δημοκρατίας. Αντίθετα, θα στοχεύει στην εδραίωση και την ενίσχυση της δημοκρατίας παντού. Στους χώρους δουλειάς, στα πανεπιστήμια, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, στη γειτονιά, σε κάθε συλλογικό χώρο.
 
Η δική μας αριστερά, παράλληλα, χρειάζεται να είναι ανοιχτή στους πολίτες, σε διαδικασία συνδιαμόρφωσης μαζί τους, και χωρίς να τους κουνάει το δάχτυλο υπαγορεύοντας τις μεγάλες αλήθειες που θα αποφασίζονται σε κλειστές πόρτες και σε διαδρόμους. Να είναι υπερβατική του ρόλου των οργανώσεων, των κομμάτων και των ομάδων που θα συμμετέχουν με την έννοια ότι βασική επιδίωξη δεν θα είναι μια στενή μικροκομματική αντίληψη αυτοεπιβεβαίωσης της κάθε ομάδας αλλά η συλλογική έκφραση και ενδυνάμωση του χώρου.
 
Η νέα ριζοσπαστική αριστερά χρειάζεται να είναι διεθνιστική και σε συνεχή αλληλοτροφοδοσία με τους αγώνες των εργαζομένων και της νέας γενιάς στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ιδιαίτερα στην ήπειρό μας όπου τα παραδοσιακά κομματικά συστήματα θρυμματίζονται και οι νέες εξελίξεις δημιουργούν και νέες προοπτικές  η ανάπτυξη συλλογικών αγώνων με ριζοσπαστικό πρόσημο δεν μπορεί να περιμένει.
 
Η ριζοσπαστική αριστερά, τέλος, χρειάζεται να αποτελεί τον αέναο εγγυητή των συμφερόντων του λαού μας. Να εμπνέεται από την Αριστερά που σήκωσε τα όπλα για να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας απέναντι στο φασισμό και το ναζισμό, και συνάμα, από την αριστερά που αγωνίζεται για την ειρήνη, την αλληλεγύη και τη συναδέλφωση των λαών, για τη διευθέτηση των διαφορών μέσω της διπλωματίας.
 
Κλείνοντας, υποστηρίζουμε ότι η Λαϊκή Ενότητα, μπορεί να παραμείνει ακόμη ένα από τα εργαλεία που θα συμμετέχουν στην επόμενη μέρα της ανασυγκρότησης του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς. Με μερικές  ωστόσο βασικές προϋποθέσεις. Η πρώτη , ανεξάρτητα με τη συμμετοχή της ή όχι στις εθνικές εκλογές, είναι  να ορίσει από τώρα πλατιές, ανοιχτές και δημοκρατικές διαδικασίες που θα οδηγήσουν σε επανιδρυτικό συνέδριο στις αρχές του φθινοπώρου. Η δεύτερη, και πιο σημαντική κατά την άποψή μας, είναι να φτάσει σ΄ αυτό συνέδριο με μία τελείως διαφορετική αντίληψη από τη σημερινή. Να  περιορίσει τους μηχανισμούς που μίκρυναν το εγχείρημα, να δώσει χώρο σε μια νέα γενιά στελεχών να εκφραστεί πολιτικά και να οδηγήσει  το χώρο στην επόμενη μέρα,  να εμβαθύνει τη δημοκρατία, να μιλήσουμε πολιτικά και ανθρώπινα στους γύρω μας στην κατεύθυνση των προταγμάτων που περιγράψαμε προηγουμένως.
 
Το ερώτημα που τίθεται είναι αμείλικτο: Στη ριζοσπαστική αριστερά  ή θα κοιτάξουμε κατάματα και με πνεύμα αυτοκριτικό τις αιτίες  που μας έφεραν μέχρι εδώ και θα τα αλλάξουμε όλα για να μπούμε στην επόμενη μέρα ή οι τίτλοι τέλους που έχουν ήδη αρχίσει να γράφονται και για τη ΛΑΕ και για τη ριζοσπαστική αριστερά σύντομα θα παίζουν μπροστά στις οθόνες μας.
 
*Ο Άλκης Αντωνιάδης είναι πολιτικός επιστήμονας – Πρώην υπ. Ευρωβουλευτής της ΛΑ.Ε.
*Ο Αντώνης Καββαδίας είναι συνδικαλιστής στο Γεν. Συμβ. Της ΟΤΟΕ, μέλος της Ε.Γ. του Αρ. Ρεύματος

Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις