Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο πως ζούμε στην εποχή των τεράτων. Ο παλιός κόσμος έχει πεθάνει, ο νέος κόσμος δεν γνωρίζουμε καν αν δύναται να γεννηθεί ή αν θα προλάβει να γεννηθεί. Δεν τον οραματιστήκαμε ακόμα, δεν φανταστήκαμε ακόμα το τέλος του σύγχρονου Οργουελικού καπιταλισμού, το τέλος της αέναης επιτήρησης και της τιμωρίας πάνω στα σώματα και τις ζωές που το ανθρωποφάγο σύστημα θεώρησε πως δεν είναι άξιες να βιωθούν.
Έχουμε φτάσει σε εκείνο το σημείο της Ιστορίας όπου η ανθρώπινη ζωή έχει λάβει τη μηδαμινή αξία. Όχι, δεν είναι μόνο οι ζωές των χιλιάδων προσφύγων που δολοφονούνται στα νερά της Μεσογείου μη άξιες να βιωθούν. Όχι, δεν είναι μόνο οι ζωές των μεταναστών που δεν έχουν άδεια παραμονής μη άξιες να βιωθούν, δεν είναι μόνο οι ζωές των Άλλων, των Ξένων, των Διαφορετικών, κατώτερες από τις δικές μας. Ούτε κρίνονται μόνο οι ζωές των εργατών και των εργατριών μη άξιες να βιωθούν και αυτές με τη σειρά τους, οι ζωές των φτωχών και καταφρονημένων, των μεροκαματιάρηδων και περιφρονημένων. Κανενός η ζωή μας, όλων όσων δεν ανήκουμε στην περιούσια «ελίτ» αυτού του πλανήτη, δεν φορτίζεται πλέον με την οποιαδήποτε αξία. Και αν κάτι γεννά τον φασισμό της εποχής μας, την ακραία ιδιώτευση και το πιο μεγάλο μίσος απέναντι στην ίδια μας την τάξη, είναι αυτή η διαπίστωση. Είναι εκείνος ο αδάμαστος φόβος που έχει κατακλύσει την επτασφράγιστη ατομικότητά μας πως η δαμόκλειος σπάθη αυτής της διαρκούς απαξίωσης θα προσγειωθεί πάνω και από το δικό μας κεφάλι.
Πριν λίγες ημέρες ο σπουδαίος Βρετανός ηθοποιός, Sir Ian McKellen, ένας καλλιτέχνης με τιτάνια πορεία στο θέατρο και στον κινηματογράφο που σπάνια δίνει συνεντεύξεις, βρέθηκε στο τηλεοπτικό πλατό της διάσημης Αμερικανικής εκπομπής «Late Show With Stephen Colbert», την οποία παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Stephen Colbert. Για την ιστορία, ο παρουσιαστής έχει εκφραστεί δημόσια πολλές φορές εναντίον του προέδρου Donald Trump, με αποτέλεσμα η εκπομπή του να λογοκριθεί και το συμβόλαιό της να λήγει άδοξα τον Μάιο του 2026 από το κανάλι CBS μετά από 33 χρόνια. Να σημειωθεί, επίσης, πως ο Colbert είναι τεράστιος θαυμαστής του συγγραφέα J. R. R. Tolkien και του φανταστικού σύμπαντος του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», οπότε ήταν περιχαρής που φιλοξενούσε στο στούντιο των κινηματογραφικό «Γκάνταλφ τον Γκρίζο». Ο McKellen, με τη σειρά του, μας χάρισε μια τηλεοπτική στιγμή η οποία θα μείνει στην ιστορία της παγκόσμιας τηλεόρασης. Συζητώντας με τον Colbert για τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τη δολοφονική πολιτική του Trump, την εγκληματική δράση του ICE αλλά και την σκοτεινή πλευρά στην οποία έχει βυθιστεί όλος ο πλανήτης τα τελευταία χρόνια, απήγγειλε έναν μονόλογο από το ελισαβετιανό έργο Sir Thomas More το οποίο αποδίδεται στον William Shakespeare από το τελευταίο σωζόμενο χειρόγραφό του.
Γραμμένο 400 χρόνια πριν, σχεδόν μισή χιλιετία, το εν λόγω έργο εμπεριέχει μια καταπληκτική σκηνή όπου Γάλλοι Προτεστάντες (Ουγενότοι) πρόσφυγες ζητούν άσυλο από τις αρχές του Λονδίνου λόγω των πολιτικών και θρησκευτικών διαταραχών που λαμβάνουν χώρα στην πατρίδα τους. «Στο Λονδίνο, γίνονται ταραχές», αναφέρει ο ίδιος ο Ian McKellen εισαγωγικά, «υπάρχει ένα πλήθος στους δρόμους και παραπονιέται για την παρουσία “αγνώστων” με τους οποίους εννοούν τους μετανάστες που έφτασαν πρόσφατα εκεί. Φωνάζουν και παραπονιούνται, λένε ότι οι μετανάστες πρέπει να σταλούν πίσω στα σπίτια τους, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Οι αρχές στέλνουν τον νεαρό δικαστή Thomas More για να καταστείλει τις ταραχές, κάτι που κάνει με δύο τρόπους. Πρώτον λέει στους ντόπιους πως “δεν μπορείτε να κάνετε ταραχές έτσι, είναι παράνομο, ησυχάστε”. Και επίσης, στο Σαιξπηρικό κείμενο κάνει επίκληση στον ανθρωπισμό τους». Έπειτα, ο βετεράνος ηθοποιός σηκώνεται όρθιος και μας θυμίζει τη μαγεία του Σαιξπηρικού λόγου, τη σημασία εκείνου του θεάτρου που ήταν και παραμένει πάντα πολιτικό και επίκαιρο.
«Φανταστείτε πως έχετε μπροστά σας αυτούς τους ταλαίπωρους ξένους, με τα παιδιά τους στις πλάτες τους και τις άθλιες αποσκευές τους, να στοιβάζονται στα λιμάνια και τις ακτές για να μεταναστεύσουν, όσο εσείς κάθεστε σαν βασιλιάδες πάνω στις επιθυμίες σας. Ενώ ο δικός τους Βασιλιάς τους ανάγκασε να εξοριστούν ως αδίστακτος, ως αρπακτικό. Αν ήσασταν εσείς στη θέση τους, θα χαιρόσασταν αν φτάνατε σε ένα έθνος με τόσο βάρβαρη ιδιοσυγκρασία, που, ξεσπώντας σε φρικτή βία δεν θα σας παρείχε σπιθαμή γης; Να ακονίζουν τα ειδεχθή μαχαίρια τους και να τα βάζουν στο λαιμό σας, να σας περιφρονούν σαν σκυλιά. Να βλέπατε πως κρατάνε τα πάντα για τις ανέσεις τους. Πώς θα αισθανόσασταν; Αυτή λοιπόν είναι η περίπτωση των ξένων. Κι αυτή είναι η ύψιστη απανθρωπιά σας».
Αυτή είναι η ύψιστη απανθρωπιά μας, η κτηνωδία της σύγχρονης εποχής μας, ο καρκίνος του φασισμού που μεθίσταται διαρκώς στα σπλάχνα μιας φοβισμένης, τρομοκρατημένης, φτωχής πνευματικά και συνειδησιακά μικροαστικής κοινωνίας που για ακόμα μια φορά προτιμά να επικεντρώσει όλο το μίσος της στους Άλλους, στης γης τους κολασμένους, παρά σε εκείνους που ακονίζουν τα τσεκούρια του πολέμου, που συνθλίβουν την ανθρωπότητα σπιθαμή προς σπιθαμή, μην αφήνοντας ούτε καντάρι ουρανού και ήλιου για τους ικέτες της οικουμένης. Ας μη γελιόμαστε πια, έχουμε γίνει και εμείς ικέτες στους ίδιους μας τους τόπους, στις ίδιες μας τις πόλεις. Παρακαλάμε για μια εργασία της προκοπής και για λίγα χρήματα παραπάνω, παρακαλάμε για ένα σπίτι όπου θα καταφέρουμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς, παρακαλάμε τις τράπεζες να μην μας πάρουν τα σπίτια που ήδη έχουμε πληρώσει είκοσι φορές, παραδινόμαστε αμαχητί στα 13ωρα, στις απλήρωτες υπερωρίες και στις άθλιες εργασιακές συνθήκες, σε εθελοντικές εργασίες που μας παρέχουν υποτιθέμενη «εμπειρία», ικετεύουμε θεούς και δαίμονες να μην μας εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα υγείας καθώς δεν θα έχουμε τα χρήματα να το αντιμετωπίσουμε και θα πεθάνουμε στην ψάθα, έχοντας αποδεχτεί εξολοκλήρου πια, τη ζοφερή μας μοίρα.
Η περίπτωση των ξένων δεν μας είναι ανοίκεια και αυτό μας τρομοκρατεί, μας κόβει την ανάσα και βαραίνει το βήμα μας. Η γεωπολιτική σκακιέρα δεν ενδιαφέρεται αν υπήρξαμε καλοί Χριστιανοί ή ένθερμοι πατριώτες, τρυφεροί οικογενειάρχες ή εργατικοί στη δουλειά μας. Θα μας διαλύσει με τον ίδιο τρόπο όπως διαλύει άλλους τόπους αυτή τη στιγμή, θα μας μετατρέψει με περισσή ευκολία σε τροφή για τα κανόνια του ιμπεριαλισμού όπως και έκανε πάντα. Φοβόμαστε, ναι, είναι απολύτως φυσικό να φοβόμαστε.
Φοβόμαστε τις σημαίες πάνω στα καρφωμένα φέρετρα και τους ομαδικούς τάφους. Φοβόμαστε τα γκρεμισμένα σπίτια μας, τις διαλυμένες ζωές μας, τον χαμό των αγαπημένων μας. Φοβόμαστε ότι θα πάρουμε και εμείς τα παιδιά μας στις πλάτες μας και θα αναγκαστούμε να μπούμε σε μια βάρκα για μια άγνωστη γη της Σωτηρίας. Φοβόμαστε ότι θα μετατραπούμε σε εκείνους που τώρα μισούμε, ότι θα γίνουμε εμείς οι απεχθείς «Άλλοι», όπως υπήρξαμε στο σχετικά κοντινό παρελθόν. Ο Εφιάλτης του πολέμου και της καταστροφής, της προσφυγιάς και της μετανάστευσης είναι εμποτισμένος μέσα στα μύχια της ύπαρξής μας, κανένας μας δεν είναι ασφαλής όταν καίγονται τα πάντα δίπλα μας. Στην εποχή των τεράτων, οι μάσκες της κοινωνικής νομιμότητας πέφτουν με πάταγο, οι λογιών-λογιών καθωσπρεπεισμοί υποχωρούν και τότε έρχεται εκείνη η μεγαλειώδης στιγμή που πρέπει να διαλέξουμε την πλευρά της Ιστορίας στην οποία θέλουμε να ανήκουμε: εκείνη των Ανθρώπων ή εκείνη των Τεράτων.

Δεν θα μιλήσουμε ξανά για την Χάνα Άρεντ και την κοινοτοπία του Κακού, δεν θα μιλήσουμε για τα «τρολς» της «Ομάδας Αλήθειας» και την ξεφτιλισμένη προπαγάνδα του φασισμού που κατακλύζει το διαδίκτυο, τις καθημερινές κουβέντες με τους γείτονες και τους συναδέλφους μας, με τον περιπτερά της γωνίας και τον οδηγό ταξί που ανεβήκαμε τις προάλλες για να πάμε στο ραντεβού μας και έβριζε τους «μουσουλμάνους» και τους «μαυρούκους», τους «Πακιστανούς» και τις «αδερφές». Δεν αρκεί, πια, να μιλάμε για τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας που ήρθαν από τη Σμύρνη το ’22 ή για τους γονείς μου που έφυγαν μετανάστες στα πλάτη και τα μήκη της γης, γκασταρμπάιτερς στου αιώνα την παράγκα. Εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες πια, δεν πιάνουν οι ευχές πια, καμιά επίκληση στο συναίσθημα δεν θα μεταμορφώσει ξανά σε Ανθρώπους όλους εκείνους που επέλεξαν να γίνουν τέρατα με ανθρώπινη προβιά. Καμιά γενικευμένη κατακραυγή απέναντι στην «Αριστερά» και στα κακώς κείμενά της δεν θα μας βγάλει από τη σαπίλα του φασισμού στην οποία βουλιάζουμε αργά και σταθερά.
Φοβόμαστε, ναι, είναι φυσικό να φοβόμαστε. Δεν βγάζουμε τον μήνα, ορισμένες φορές δεν βγάζουμε καν την ημέρα μας, αλλά δεν θα σταματήσουμε ποτέ να νιώθουμε την απόλυτη απελπισία και τη ψυχική συντριβή όταν μαθαίνουμε για 600 ανθρώπους που πνίγηκαν στο ναυάγιο της Πύλου, όταν ακούμε για 15 ανθρώπους που σκοτώθηκαν από το Λιμενικό στη Χίο, έγκυες γυναίκες και μικρά παιδιά να χαροπαλεύουν στο νοσοκομείο, φοβισμένα και ορφανά. Για κάθε ματωμένη κηλίδα πάνω στον χάρτη, από την Παλαιστίνη μέχρι το Σουδάν. Πώς καίγονται, τέλος πάντων, αυτοί οι χάρτες; Πώς σβήνονται τούτες οι ματωμένες κηλίδες, πως ζωγραφίζονται διαφορετικά οι γραμμές των οριζόντων;
Τα κείμενά μας απευθύνονται, πια, προς εσωτερική κατανάλωση. Το ίδιο και η τέχνη μας, οι κουβέντες μας, μέχρι και οι πολιτικές γραμμές μας. Μια προσπάθεια να παρηγορήσουμε ο ένας τον άλλον, μια προσπάθεια να μην ξεχάσουμε να είμαστε άνθρωποι, να ψάξουμε και να εντοπίσουμε την χαμένη μας ταξική χειραφέτηση ξανά και ξανά, την τελευταία ρανίδα ενός ανθρωπισμού που μας επιστρέφεται πίσω κατακρεουργημένος. Ας αποδεχτούμε την ήττα μας, λοιπόν, και ας προχωρήσουμε μπροστά εμείς οι λίγοι, από τη στιγμή που, όπως φαίνεται, είμαστε εμείς οι λίγοι.
Ας μην προσπαθούμε πια να πείσουμε τον περιπτερά της γειτονιάς, τον ταξιτζή, τον παππού στο καφενείο ή τη νοικοκυρά στο σούπερμαρκετ πως κανένας άνθρωπος δεν είναι «λαθραίος». Πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πνιγεί στον πάτο της θάλασσας ή να φάει μια σφαίρα στο κεφάλι ή ένα μαχαίρι στην καρδιά. Ας τους ονομάσουμε με το όνομά τους όσους διάλεξαν ήδη πλευρά, χωρίς φόβο και πάθος, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς την ανάγκη να κερδίσουμε έδαφος στο σάπιο κομμάτι της εργατικής τάξης, στο σάπιο κομμάτι της κοινωνίας. Ας ταυτοποιηθούμε, επιτέλους, ας αναγνωριστούμε ως ταξικοί εχθροί μεταξύ μας και ας λάβει ο καθένας τη θέση που του αναλογεί στην Εποχή των Τεράτων.
«Είστε φασίστες».
Φοβόμαστε, ναι, και αυτό είναι απολύτως φυσικό.
Αλλά διαλέξαμε την πλευρά των Ανθρώπων και όχι των Τεράτων.
Με περηφάνια και με υψωμένο το κεφάλι, μέχρι το Τέρας να νικηθεί ξανά από εμάς τους λίγους.
