Έχουμε εδώ και μέρες προειδοποιήσεις που έρχονται από πολλές πλευρές, αρκετά επίσημες. Λέγεται ότι εκτός από την καραντίνα, χρειάζεται να εντοπίσεις τα κρούσματα κάνοντας τεστ, γιατί η καραντίνα δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, λοιπόν χρειάζεται να απομονωθούν τα κρούσματα και οι επαφές τους και όχι οι πάντες. Το να απομονώνονται όλοι στα σπίτια τους και ο υπεύθυνος επιστήμων να μας λέει ότι τίποτα δεν διαβεβαιώνει πως το καλοκαίρι θα έχουμε τελειώσει, είναι, όπως έχει ειπωθεί, σαν να βομβαρδίζεις μια πόλη επειδή έχει ελονοσία.

Ας ξεκινήσουμε με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας:

Αυτός είναι ο διευθυντής του:

To slow the spread of COVID-19, many countries introduced "lockdown" measures. But on their own, these measures will not extinguish epidemics. We call on all countries to use this time to attack the coronavirus. You've created a second window of opportunity.Aggressive measures to find, isolate, test, treat and trace are not only the best and fastest way out of extreme social and economic restrictions – but also to prevent them. This is especially relevant for many countries with vulnerable health systems. Although we're especially concerned about vulnerable countries, all countries have vulnerable populations, including older people. They carry the collective wisdom of our societies and we need to work together to protect them from the coronavirus and to ensure their needs are being met.

Gepostet von Tedros Adhanom Ghebreyesus am Mittwoch, 25. März 2020

Αυτός ο επικεφαλής ειδικός:

Και αυτός ο ειδικός που συμμετείχε σε ομάδα έρευνας για τον ιό στην Κίνα και ασχολείται μια ζωή με αυτό το θέμα.

Γιατί τους επικαλούμαστε; Η δική μου παιδεία προέρχεται από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, λοιπόν, δεν έχω ερευνητική εμπειρία σε αυτά τα πεδία. Το να εμπιστευθούμε ειδικούς γίνεται λοιπόν κατά την εκτίμησή μου με έναν συγκεκριμένο τρόπο: δεν λέμε μόνο τι έγραψε ο ένας κι άλλος, ή πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς μια δημοσίευση, αλλά προσπαθούμε και να δούμε προς ποια κατεύθυνση κινείται η επιστημονική συναίνεση, όπως εκφράζεται από τους συλλογικούς επιστημονικούς φορείς και τα κράτη. Ακούμε τα κράτη με μια σχετική επιφύλαξη, για ευνόητους λόγους, αλλά ιδίως όταν υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της γνώμης των ειδικών και της πολιτικής που ακολουθείται, προσπαθούμε να δούμε πού οφείλεται. Λοιπόν: Τι μας εμποδίζει να κάνουμε αυτό που συνιστά με όλες του τις δυνάμεις ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας; Να δούμε τα επιχειρήματα αναλυτικά.

  1. «Η εξέταση δεν χρειάζεται για τους νέους»

Όπως δήλωσε στο Πρώτο Θέμα ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, αν έχουμε ελαφρα συμπτώματα θα ήταν τεράστιο λαθος να πάμε σε νοσοκομείο για εξέταση.

Για τον ΕΟΔΥ, αν πάμε όσοι έχουμε βηχαλάκι και πυρετό να εξεταστούμε, θα γεμίσουν τα νοσοκομεία από ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη νοσηλείας, γιατί δεν ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, και αυτοί που θα συνωστίζονται εκεί θα κολλάνε ο ένας τον άλλον.

Να το δούμε. Κατ’ αρχάς η ιδέα ότι δεν κινδυνεύουν οι νέοι είναι πολύ επικίνδυνη. Το 10% των ατόμων που βρίσκονται στην εντατική στην Ιταλία είναι μεταξύ 20-40 ετών. Η ιδέα ότι κινδυνεύουν μόνο οι γέροι είναι η ίδια πηγή κινδύνου, όπως φαίνεται και από αυτό το χαρακτηριστικό βίντεο, που δείχνουν μια τάση, η οποία είναι αρκετή ώστε κρατικοί αξιωματούχοι να χρειάζεται να συνιστούν με ψυχραιμία στους νέους να μην κάνουν «πάρτυ κορονοϊού», όπου γιορτάζουν την νομιζόμενη ανοσία τους, με αποτέλεσμα οι μισοί που έχουν κορονοϊό στις ΗΠΑ να είναι νέοι, μέχρι τα σαράντα.

Αντιθέτως, το πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ότι όσο ασχολούμασταν με τους ηλικιωμένους, αφήναμε τους νέους να διασπείρουν τον ιό αμέριμνοι, όπως έγραφε ο καθηγητής Κουρέτας.

 «Η Ν. Κορέα με 50 εκατ. πληθυσμό παίρνει 20.000 δείγματα τη μέρα, αναλογικά αυτό για την Ελλάδα σημαίνει 3.000 δείγματα από όλες τις ηλικίες. Ανάλογη τακτική ακολουθεί και η Γερμανία. Αποτέλεσμα: η Γερμανία έχει 25 φορές και η Κορέα σχεδόν 10 φορές λιγότερα θύματα από την Ιταλία. Και αυτό γιατί η Κορέα κατάρτισε χάρτη της διασποράς σε όλες τις ηλικίες και απομόνωσε τους φορείς του ιού. Οι νεαροί διασπείρουν χωρίς να νοσούν. Αυτούς θέλουμε να βρούμε».

2.«Ο ιός εξαπλώνεται κατά την εξέταση, διότι συνωστίζονται πιθανά κρούσματα»

Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι όλοι αυτοί θα συναντηθούν στο νοσοκομείο και θα βήχουν ο ένας πάνω στον άλλον. Πράγματι, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, γι’  αυτό όμως τα τεστ δεν γίνονται αναγκαστικά σε συνθήκες συνωστισμού. Τα τεστ σε διερχόμενα αυτοκίνητα δεν γίνονται μόνο στην Κορέα, αλλά και στις ΗΠΑ (εδώ οι πολιτείες) και στη Γερμανία. Στην αρχή όλα αυτά τα ακούγαμε ως εξωτικά και γραφικά, αλλά το πολύ απλό ερώτημα είναι γιατί δεν τα κάνουμε. Γνωρίζω το επιχείρημα του λεφτόδεντρου, υποψιάζομαι ότι ο αναγνώστης μαντεύει την απάντησή μου, αλλά τον διαβεβαιώ ότι θα αναφερθώ αναλυτικά παρακάτω.

Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα για τεστ στο σπίτι. Έχει προταθεί να ενεργοποιηθούν και να συνεργαστούν υπηρεσίες που ήδη προσφέρουν βοήθεια στο σπίτι, όπως η ομώνυμη και άλλες. Δεν ξέρουν να προστατευτούν; Δεν επαρκούν; Κοστίζει; Ό,τι και αν πούμε ως αντεπιχείρημα, δεν δικαιολογεί πώς γίνεται να μην κάνουμε τίποτα.

3. Τι σημασία έχει; Γιατί να γίνονται τεστ;

Λέγεται συχνά ότι αυτό είναι αδιάφορο, διότι έτσι κι αλλιώς όσοι νοσούν θα κάνουν αυτό που τους ζητούν να κάνουν και τώρα, θα μείνουν σπίτι. Αυτό και πάλι δεν είναι ακριβές, διότι δεν χρειαζόμαστε ακριβή αριθμό κρουσμάτων μόνο προκειμένου να έχουμε εικόνα της θνησιμότητας (ξέρω τις αντιρρήσεις στην ορολογία, ας τις δούμε άλλη ώρα). Θυμίζω ότι η Γερμανία έχει θνησιμότητα 0,4% και όχι 4 ή 9%, κυρίως διότι μετράει τα κρούσματα, ενώ εμείς δεν τα μετράμε και η ενημέρωση έχει, όπως είπε κάπως ωμά μια γιατρός του Ευαγγελισμού «συμβολικό χαρακτήρα», διότι όταν υπάρχει επίσημη οδηγία να μην καταγραφόμαστε, η αναφορά σε αριθμό κρουσμάτων κατά την επίσημη ενημέρωση είναι εντελώς παράλογη. Στη χώρα μας απλώς δεν κάνουμε τεστ, έχουμε κάνει συνολικά 15.961 ώς τώρα.

Ακόμη και αν κανείς υποστήριζε την (αμφίβολης πειστικότητας και ηθικής) άποψη ότι αφού μέτρησε η Κορέα, δεν χρειάζεται να μετρήσουμε κι εμείς, καθώς έχουμε επαρκή στοιχεία για να ταΐσουμε τα στατιστικά μας μοντέλα, το ζήτημα είναι ότι τα τεστ δεν γίνονται μόνο για λόγους καταγραφής. Γίνονται επειδή η καραντίνα δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, οπότε χρειάζεται να εντοπιστούν και να απομονωθούν τα κρούσματα και οι επαφές τους, και όχι ο γενικός πληθυσμός. Αυτό σε μας δεν έγινε και δεν γίνεται ούτε τώρα. Δεν παρακολουθήσαμε τους λάτρεις της μόδας στο Μιλάνο και του Κυρίου στους Αγίους Τόπους που έτυχε να είναι οι πρώτοι που μετέφεραν διαπιστωμένα τον ιό, δεν παρακολουθούμε τις επαφές των κρουσμάτων ακόμη και σήμερα.

4. «Όλοι στην Ευρώπη το ίδιο κάνουν»

Αν το κάνει η Φινλανδία, που η δημόσια υγεία ήταν το κεντρικό θέμα στις προηγούμενες εκλογές, και ο υπουργός Μίκα Σάλμινεν αναφέρει ότι η οδηγία του ΠΟΥ είναι χωρίς νόημα, διότι δεν επαρκούν τα τεστ, γιατί να επιμένουμε σε κάτι που δεν κάνει κανείς στην Ευρώπη; Η δημοσίευση του euobserver αναφέρει τις ελλείψεις στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αναφέροντας όμως μαζί και ότι αν τα τεστ κοστίζουν, περισσότερο κοστίζει να αρρωσταίνουμε.

Η απάντηση εδώ είναι διττή: πρώτον, ας διατυπώσουμε τη σοκαριστική αλήθεια (τη διατυπώνουν ήδη πολλοί) ότι μπορεί ασιατικές χώρες να έχουν αντιμετωπίσει τον ιό αποτελεσματικότερα. Θα εξηγήσω λεπτομερώς. Δεύτερον, δεν είναι αλήθεια ότι έτσι κάνουν όλοι στην Ευρώπη.

Με τη σειρά. Ή είναι σωστό ή είναι λάθος αυτό που κάνουμε, και αν είναι λάθος πρέπει να μην το κάνουμε. Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί αρκετές ευρωπαϊκές χώρες να μην έχουν ακολουθήσει την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση.

Όπως γράφει ο Ed Yong σε άρθρο στο Atlantic, χρειάζεται να κάνουμε αυτό που έκαναν η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Χογκ Κογκ, δηλαδή να κάνουμε εκτεταμένους ελέγχους που να απομονώνουν τα κρούσματα και να εντοπίζουν τις επαφές τους, διότι η καραντίνα δεν μπορεί να διαρκέσει επ’  αόριστον και τα συμπτώματα θα είναι πάλι εδώ. Κατανοώ ότι η αναφορά σε αυτές τις χώρες γεμίζει τα στήθη των Ευρωπαίων με αηδία για το ότι θα μπορούσαν ποτέ αυτές οι χώρες να μας πουν τι να κάνουμε, αλλά εκτιμώ ότι θα χρειαστεί να αμφισβητήσουμε τα πολιτισμικά μας στερεότυπα, πριν να συνεχίσουμε. Εξάλλου, μπορεί να αναφέρεται το επιχείρημα ότι πρόκειται για χώρες με ολοκληρωτικά δομημένο κρατικό μηχανισμό, αλλά τώρα που το λέμε αυτό κλεισμένοι στα σπίτια μας και στέλνοντας μήνυμα με χρονοδιακόπτη για να βγάλουμε τον σκύλο να κατουρήσει, μπορούμε να δεχθούμε ότι όσο σκληρά κι αν είναι τα μέτρα που απαιτούνται, θα μπορούσαμε κι εμείς να τα καταφέρουμε.

Στην Ταϊβάν, ένα νησί με 23 εκατομμύρια κατοίκους, εξέταζαν όσους έρχονταν από τη Γουχάν πριν ακόμη επιβεβαιωθεί η μεταφορά από άνθρωπο σε άνθρωπο, όταν ακόμη η Κίνα είχε 27 κρούσματα πνευμονίας. Με πρόσφατη την εμπειρία της πανδημίας του SARS, η χώρα έχει αντανακλαστικά επιμελούς υγιεινής χεριών που αμέσως ενεργοποιήθηκαν και τώρα.

Μια μελέτη του  Center for Communicable Disease Dynamics  του Χάρβαρντ εκτιμά πως η Σιγκαπούρη εντοπίζει τρεις φορές περισσότερα κρούσματα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, χάρη στο σύστημα εντοπισμού που διαθέτει. Όμως, κι εδώ ας επιστρέψουμε στα δικά μας, τα τεστ εκεί είναι δωρεάν και η κυβέρνηση καλύπτει τα νοσήλια για τα πιθανά και τα βεβαιωμένα κρούσματα. Η πληροφορία από άρθρο του TIME με τον προκλητικό τίτλο Τι μπορούμε να μάθουμε από τη Σιγκαπούρη, την Ταϊβάν και το Χογκ Κογκ. Τον ονομάζω προκλητικό, διότι πριν να μας πουν οι επικριτές ότι αυτές οι χώρες είναι ολοκληρωτικές, (δίπλα μας είναι ο Ορμπάν, ας μην είμαστε τόσο αλαζόνες για το τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε), ας δούμε τι μπορούμε να μάθουμε.

Επίσης δεν είναι αλήθεια ότι “οι ευρωπαίοι” γενικά κάνουν όλοι το ίδιο. Στη Γερμανία έχουν θνησιμότητα που υπολογίζεται κοντά στο 0,5%, που όπως λέει ο Κρίστιαν Ντόρστεν, διευθυντής ινστιτούτου ιολογίας στο Βερολίνο, αυτό οφείλεται στο ότι κάνουμε τεστ. Αντιλαμβανόμαστε ότι αν η Γερμανία έχει θνησιμότητα 0,3% (σύμφωνα με άλλες μετρήσεις) έναντι 9% στην Ιταλία και 4,6% στο ΗΒ, προφανώς κάτι αλλάζει.  Δεν λείπουν οι διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων για την εξήγηση, αλλά η υπόθεση ότι μετράνε τα κρούσματα ενώ εμείς όχι είναι μάλλον λογική.

5. «Είναι ακριβά». Το επιχείρημα του λεφτόδεντρου

Ας δούμε τι έγινε με την πατέντα: Γράφεται αρχικά ότι η εταιρεία που έχει την πατέντα έχει μηνύσει μια στάρτ απ που ασχολείται με τα τεστ. Η εταιρεία εκδίδει μια ανακοίνωση στην οποία λέει πως η μήνυση προϋπήρχε και πως όταν ενημερώθηκε απέσυρε την πατέντα, δίνει δηλαδή το ελεύθερο για την δημιουργία των τεστ και αναφέρει ότι έγραψε στους κατηγορούμενους για να τους προσφέρει τη δυνατότητα να κάνουν τα τεστ χωρίς άδεια. Παρότι ο Ηλίας Μόσιαλος έγραψε σε ανάρτησή του στο Facebook ότι κυβέρνηση θα πρέπει να αγοράσει τις πατέντες για όλα τα τεστ ταχείας διάγνωσης, να πούμε ότι υπάρχουν διάφορα τεστ, και το ερώτημα είναι πώς δεν έχουμε καμία ενημέρωση για τη στρατηγική της κυβέρνησης σε σχέση με αυτά.

Στο μεταξύ, o παγκόσμιος οργανισμός υγείας στέλνει τις δικές του οδηγίες για τη δημιουργία των τεστ, που περιλαμβάνουν τις έρευνες που έχουν γίνει ως τώρα. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας εν τω μεταξύ αναφέρει ότι τα τεστ είναι δύσκολο να γίνουν μαζικά, διότι κοστίζουν 25 ευρώ(!), ενώ στα 35 δολάρια ανεβαίνει το κόστος για το σύστημα medicare. 

Ως προς τα φτηνά τεστ, το BBC αναφέρει ότι στην Αυστραλία η Rapidward ξεκίνησε πριν από μία εβδομάδα να εισάγει τεστ από την Κίνα, με κόστος 12 δολάρια το ένα, ενώ σήμερα ανακοινώνεται ότι η Αγγλία διαθέτει 3,5 εκατομμύρια τεστ.

Αντί να αθροίσουμε κι άλλες πληροφορίες για το τι κάνουν επιμέρους κυβερνήσεις, ας πούμε κάτι μάλλον απλό: είναι άλλο να λες δεν έχω τώρα στη διάθεσή μου, αλλά κάνω ό,τι μπορώ για να βρω, και σας λέω τι κάνω για να βρω, και είναι άλλο να απαξιώνεις τα τεστ σαν να είναι ηλίθιοι στον ΠΟΥ και να χαρτζιλικώνεις μόνο τις ιδιωτικές κλινικές με 30 εκατομμύρια για να στέλνουν τα πανάκριβα τεστ τους σε δημόσιους φορείς για την ανάλυση.

Λεφτόδεντρα υπάρχουν. Δεν υπάρχει τρόπος να το πει κανείς αυτό χωρίς να λαϊκίσει, οπότε δεν ξέρω πώς να το πω ευγενικά. Σκέφτομαι πάντα ότι ισχύει με το κρατικό χρήμα ό,τι ισχύει με τον προσωπικό χρόνο: όταν κανείς λέει «δεν προλαβαίνω», εννοεί δεν γουστάρω. Πάντα, τα πάντα είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Όταν ένα κράτος λέει ότι δεν έχει χρήματα για τεστ, εννοεί ότι προτιμά να τα δίνει αλλού. Πού; Στα Μέσα Ενημέρωσης που φροντίζουν να μας πουν ότι καλά κάνει και δεν δίνει λεφτά για τεστ, γιατί αυτοί ξέρουν. Η κυβέρνηση έχει δώσει μόνο τις τελευταίες μέρες 32 εκατομμύρια ευρώ στα ΜΜΕ, 11 με τη μορφή επιχορήγησης αυτής της καμπάνιας με το κλεμμένο λόγκο και άλλα 21 στα τηλεοπτικά κανάλια με τη μορφή της αναστολής πληρωμής του φόρου. Ο λόγος είναι ότι αγωνιά για το πώς θα διαχειριστεί την επικοινωνία της κρίσης, και όχι τα πνευμόνια μας και τα πνευμόνια των γονιών μας. Αυτό δεν είναι λεφτόδεντρο; Από το ίδιο λεφτόδεντρο δεν φυτρώνουν αυτά τα εκατομμύρια;

Επίλογος

Ισχύει κι εδώ μία πολύ απλή αρχή: όταν οι δικαιολογίες είναι πολλές και αντικρουόμενες, η αξιοπιστία της απάντησης υπονομεύεται. Απαντήσεις του τύπου «δεν πήρα την τσαγέρα, αλλά ήταν ήδη τρύπια πριν να την πάρω», δείχνουν ότι αυτός που τις επικαλείται δεν συζητά με καλή πίστη, αλλά υπεκφεύγει. Έτσι λοιπόν, καταλήγω λέγοντας κάτι που έχουν πει και άλλοι, πως το «δεν υπάρχουν τεστ» είναι διαφορετικό επιχείρημα από το «δεν έχουν σημασία τα τεστ».

Εκτιμώ, με κάθε επιφύλαξη, ως μη ειδικός που προσπαθεί να ακούσει τους ειδικούς, αλλά με το θάρρος ότι μάλλον δεν είμαι τρελός αφού ακολουθώ τον ΠΟΥ, ότι αυτό που γίνεται τώρα με τα τεστ είναι λάθος και οι απαντήσεις για το γιατί γίνεται είναι αντιφατικές και προδίδουν μια κάποια υποκρισία ως προς τα κίνητρα.

Η ανακοίνωση των γιατρών μού φάνηκε όχι απλώς καίρια, αλλά συγκλονιστική: ρωτούν γιατί δεν γίνονται τεστ, και ακόμα περισσότερο γιατί δεν γίνονται τεστ στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Δεν με παρηγορεί το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει και στην Αγγλία.

Χρειάζεται να βρεθούν οι λύσεις, προκειμένου να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό που χρειάζεται, για το καλό της δημόσιας υγείας. Τα προβλήματα που έχουμε να επιλύσουμε προκειμένου να γίνουν τα τεστ, είναι ακριβώς αυτό: προβλήματα προς επίλυση.

Κανένα από τα αντιφατικά επιχειρήματα που προβάλλει η κυβέρνηση δεν είναι αποφασιστικό. Ο,τι και να κάνουμε αυτή τη στιγμή, γίνεται με δυσκολία, με έξοδα και με πειθάρχηση σε έκτακτες συνθήκες. Δεν χρειαζόμαστε άλλο παιδονόμο, είμαστε πρόθυμοι να πειθαρχήσουμε. Ας συνδυάσει κάποιος το αμάνικο μπουφάν περιπέτειας του Χαρδαλιά με τα γυαλάκια του Τσιόδρα, και ας αποκτήσουμε επιτέλους μια στρατηγική που να συνδυάζει τη δική μας πειθαρχία με ένα σχέδιο που να βγάζει νόημα και να ευθυγραμμίζεται με τις οδηγίες των ειδικών.