Η Ευγλωττία…  μάς αφορά περισσότερο από όσο ίσως θα νόμιζε κανείς σε μια πρώτη επισκόπηση του περιεχομένου. Για τους φίλους της ιστορίας των ιδεών υπάρχει εδώ η ευκαιρία επαφής με ένα έργο που θεμελιώνει τη μακρά διαδικασία ανάδυσης και κυριαρχίας των εθνικών λογοτεχνιών, με όλες τις αισθητικές αλλά και πολιτικές συνέπειες. Για τους φίλους της ποίησης υπάρχει εδώ η ευκαιρία της γνωριμίας με το εργαστήρι του ποιητή, την σχέση του με το ποιητικό του όργανο και τους ομοτέχνους του. Για το δε έλληνα αναγνώστη ειδικά η ευκαιρία να συγκρίνει αυτό το μείζον έργο με την εγχώρια αντίστοιχη κορύφωση της υπεράσπισης της δημώδους γλώσσας:  τον Διάλογο του Διονύσιου Σολωμού.

Για την Ευγλωττία της κοινής γλώσσας του Δάντη Αλιγκιέρι (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, εκδόσεις ωκυτόκια)

«Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς και φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον,… τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ως ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω». Με το γνωστό καυστικό του χιούμορ ο Εμμανουήλ Ροΐδης περιγράφει στις Επιστολές ενός Αγρινιώτου τη μακρά παράδοση των λόγιων να επιδεικνύουν τον σεβασμό τους στους κλασικούς αγνοώντας τους και αφήνοντάς τους καταδικασμένους σε μια γωνιά να μαζεύουν σκόνη.

Στη σύγχρονή μας ελληνική πραγματικότητα αντιμετωπίζουμε ωστόσο ένα λίγο πιο σοβαρό πρόβλημα: να μην τους έχουμε καν διαθέσιμους προς ανάγνωση σε σύγχρονες, σοβαρές και επιμελημένες μεταφράσεις. Μπορώ να σκεφτώ αρκετά παραδείγματα, αλλά φοβάμαι πως αν τα κατονόμαζα θα με κατηγορούσαν για ροΐδεια κακεντρέχεια απέναντι σε μεταφραστές που οι ίδιοι θεωρούν ότι καλύπτουν παρόμοια κενά.

Στα θετικά παραδείγματα, λοιπόν, θα πρέπει να υπολογίζουμε τον Δάντη, ο οποίος μετά από χρόνια προβληματικών (για διάφορους λόγους) μεταφορών στα καθ’ ημάς, έχει αξιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες να πέσει στα χέρια μεταφραστών που αντιμετωπίζουν το ρήμα του με σοβαρότητα. Ο Γιώργος Κοροπούλης και η συνολική δουλειά των εκδόσεων Sestina είναι ένα κορυφαίο παράδειγμα μιας τίμιας, διανοητικής και ποιητικής δουλειάς που μας έχει δώσει, μεταξύ άλλων, το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο, όπως και ένα περιοδικό αφιερωμένο εξολοκλήρου στις δαντικές σπουδές, το 33 στροφών. Ο Νίκος Κούρκουλος είναι ένα δεύτερο τέτοιο παράδειγμα. Και η αναθεωρημένη (ή μάλλον, όπως η έκδοση αναφέρει, «διορθωμένη») μετάφραση της Ευγλωττίας της κοινής γλώσσας (πρώτη έκδοση Απόστροφος, 2000), κύκνειο άσμα δυστυχώς του σημαντικού μεταφραστή και λόγιου, πρώτος τίτλος των εκδόσεων ωκυτόκια στη σειρά «Opera», αποτελεί την πλέον πρόσφατη τέτοια εργασία.

Η Ευγλωττία της κοινής γλώσσας διατηρεί αμείωτη, καταρχάς την ιστορική σημασία της, καθώς είναι το πρώτο θεωρητικό έργο που υπερασπίζεται την καθομιλούμενη, δημώδη γλώσσα στην ευρωπαϊκή γραμματεία. Έργο γραμμένο κατά τα πρώτα χρόνια της εξορίας του φλωρεντινού ποιητή, ανάμεσα στα 1302 και 1305, η Ευγλωττία… γραμμένη στα λατινικά -άρα και απευθυνόμενη στο λόγιο κοινό- προσπαθεί να θεμελιώσει τη φυσική γλώσσα τον ομιλητών ως ικανή να αποτελέσει όργανο για την έκφραση των πιο απαιτητικών γλωσσικών δημιουργημάτων -ήγουν της ποίησης.

Από την ημιτελή αυτή πραγματεία έχουμε στη διάθεσή μας δύο μέρη. Το πρώτο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί «γλωσσολογικό», ο Δάντης προσπαθεί να θεμελιώσει τη σημασία της Κοινής Γλώσσας και να την αντιδιαστείλει από την λόγια γλώσσα της ελίτ. Η πρώτη είναι ανοιχτή στην ιστορικότητα, μεταβάλλεται, πάλλεται και ζει. Η δεύτερη, η «grammatica» είναι ένα τεχνητό, ανιστορικό στην καταστευαστική του αρτιότητα όργανο για ελιτίστικη κατανάλωση. Η σύγκριση των δύο γλωσσών καταλήγει στον θρίαμβο της Κοινής:

«Από τις δύο αυτές γλώσσες, η Κοινή είναι η ευγενέστερη: γιατί είναι η πρώτη που χρησιμοποίησε το ανθρώπινο γένος, γιατί αυτή μεταχειρίζεται όλος ο κόσμος, διαχωρισμένη βέβαια σε ποικίλες προφορές και λέξεις· τέλος, γιατί είναι η φυσική μας γλώσσα ενώ η άλλη είναι τεχνητή» (Α’, Ι).

Ωστόσο, δεν αρκεί ο Δάντης να καταδείξει την προτεραιότητα της Κοινής έναντι της τεχνητής γλώσσας. Ο διαφαινόμενος σχετικισμός του, που θα ευνοούσε μια ποικιλομορφία κοινών γλωσσών έρχεται να υπονομευθεί από την αναζήτηση της ιδανικής κοινής, μέσα από τη διερεύνηση των ποικίλων εκδοχών της ιταλικής. Υπάρχει μια επιθυμητή κοινή -άρα μια κανονιστικότητα, βασισμένη σε αισθητικούς παράγοντες, όχι όμως και άμοιρους πολιτικής σκοπιμότητας, που έρχεται να αναδείξει εντέλει τον κατασκευαστικό χαρακτήρα και της ίδιας της δαντικής γλωσσολογίας.

Στο δεύτερο μέρος του έργου, που δυστυχώς διακόπτεται απότομα στη μέση μιας φράσης, η γλωσσολογική ανάλυση δίνει τη θέση της στην ποιητική. Έχοντας καταδείξει την Κοινή ως γλώσσα άξια να αποτελέσει όργανο της δημιουργίας, ο Δάντης προχωρά τώρα στην ιεράρχηση των τύπων της κοινής ως προς τα εκάστοτε ποιητικά είδη. Το έργο περιλαμβάνει μόνο την ανάλυση του τραγικού ύφους, που εκφράζεται υποδειγματικά με τη μορφή του canzone. Το σχέδιο του Δάντη θα ήταν η διερεύνηση όλης της ειδολογικής αλυσίδας με αντιστοίχιση της εκάστοτε γλωσσικής ποικιλίας που αρμόζει κατά περίπτωση.

Σε σχέση με τη Θεία κωμωδία, την ανυπέρβλητη κορυφή του δαντικού έργου, τα υπόλοιπα έργα του δεν έχουν τύχει ανάλογης δεξίωσης από το κοινό των μη ειδικών αναγνωστών. Η έκδοση της Ευγλωττίας… από έναν μη πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο που διεκδικεί την προσοχή ενός δυναμικού νεανικού κοινού έρχεται ως μια προσπάθεια να καλυφθεί αυτή η απόσταση. Η Ευγλωττία…  μάς αφορά περισσότερο από όσο ίσως θα νόμιζε κανείς σε μια πρώτη επισκόπηση του περιεχομένου.

Για τους φίλους της ιστορίας των ιδεών υπάρχει εδώ η ευκαιρία επαφής με ένα έργο που θεμελιώνει τη μακρά διαδικασία ανάδυσης και κυριαρχίας των εθνικών λογοτεχνιών, με όλες τις αισθητικές αλλά και πολιτικές συνέπειες. Για τους φίλους της ποίησης υπάρχει εδώ η ευκαιρία της γνωριμίας με το εργαστήρι του ποιητή, την σχέση του με το ποιητικό του όργανο και τους ομοτέχνους του. Για τον δε έλληνα αναγνώστη ειδικά η ευκαιρία να συγκρίνει αυτό το μείζον έργο με την εγχώρια αντίστοιχη κορύφωση της υπεράσπισης της δημώδους γλώσσας:  τον Διάλογο του Διονύσιου Σολωμού.

Ο Νίκος Κούρκουλος δεν μετέφρασε απλώς το δαντικό κείμενο. Προέταξε μια κατατοπιστική εισαγωγή, τοποθετώντας το έργο στον ιστορικό και διανοητικό του ορίζοντα, ενώ με τις ενδελεχείς σημειώσεις του ξεδιαλύνει πραγματολογικά ζητήματα. Χαλκέντερος μεταφραστής, οξύνους λόγιος και ενεργός πολιτικά πολίτης αφήνει μια σπουδαία παρακαταθήκη.