Για το βιβλίο του QNTM Δεν υπάρχει υποδιεύθυνση αντιμιμιδίων (μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου εκδ. Δώμα).

Βλέποντας τις προάλλες μετά από χρόνια την Ολική επαναφορά του Πολ Βερχόβεν, μια ταινία βασισμένη στο διήγημα του Φίλπ Ντικ «Μπορούμε να το θυμηθούμε για σας», έζησα για άλλη μια φορά το πόσο πολύ προσφέρονται τα θέματα της επιστημονικής φαντασίας για την ανάπτυξη φιλοσοφικών ερωτημάτων. Όλη η πολυπλοκότητα του στόρι, ο καθεστωτικός ήρωας που υποβάλλεται οικειοθελώς σε αλλοίωση μνήμης ώστε να επιστρέψει αμόλυντος στον Άρη -με τη σωστή έξωθεν καθοδήγηση βέβαιος- για να οδηγήσει τις δυνάμεις της τάξης στον αρχηγό των ανταρτών, εκβάλλει σε κάτι το πολύ απλό: στο τέλος της διαδικασίας ο ήρωας έχει μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο: η τριβή του με την ιστορία γεννά τη σωστή συνείδηση. Το καλό είναι εφικτό να κυριαρχήσει πέρα από κάθε σκευωρία και πέρα ακόμα και από τις αρχικές προθέσεις του υποκειμένου να κάνει το κακό.

Με μια πρώτη ματιά το βιβλίου του Σαμ Χιουζ, που υπογράφει με το ψευδώνυμο QNTM, Δεν υπάρχει υποδιεύθυνση αντιμιμιδίων μοιάζει να ανήκει στην ίδια κατηγορία ή έστω να εκκινεί από έναν προφανή τόπο: αυτόν της διάδοσης της πληροφορίας στην εποχή του διαδικτύου. Τα μιμίδια μάς είναι γνωστά: κολλάνε στο κεφάλι μας και αναπαράγονται με γεωμετρικό ρυθμό. Κυριαρχούν στον αλγόριθμο και διαχέουν οποιοδήποτε μήνυμα σε χρόνο dt. Διαπερνούν τις άμυνες του υπερεγώ και εγκαθιδρύονται βαθιά στο ασυνείδητο. Τι θα συνέβαινε όμως στην διαμετρικά αντίθετη περίπτωση, αναρωτιέται ο QNTM. Αν δηλαδή δεν κυριαρχούν τα μιμίδια αλλά τα αντιμιίδια;

Τα αντιμιμίδια λειτουργούν στο σύμπαν του βιβλίου όχι διαχέοντας την πληροφορία αλλά καταστρέφοντάς την. Αν τα μιμίδια καταστρέφουν τον λόγο και τη σκέψη κατακλύζοντας με πληροφορίες, τα αντιμιμίδια «τρώνε» τη μνήμη, διαγράφουν κάθε ίχνος της αφήνοντας τον άνθρωπο ένα ζόμπι χωρίς παρελθόν, να αναρωτιέται ποιος είναι και τι του συνέβη.

Πάνω σε αυτή την υπόθεση εργασίας -της ύπαρξης των αντιμιμιδίων, το βιβλίο αφηγείται την ιστορία της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων, μιας μυστικής υπομονάδας, η οποία είναι επιφορτισμένη με την αντιμετώπιση απειλών («Αγνώστων» στην ορολογία τους) που έχουν την ικανότητα να διαγράφονται αυτόματα από την ανθρώπινη μνήμη. Η επικεφαλής του τμήματος, Μαρί Κουίν, και η ομάδα της χρησιμοποιούν επικίνδυνα φάρμακα ενίσχυσης της μνήμης («αντιλησμονικά») για να διατηρούν στο νου τους τη γνώση του εχθρού, παλεύοντας καθημερινά σε έναν πόλεμο που η υπόλοιπη ανθρωπότητα ξεχνά ότι συμβαίνει. Την ίδια στιγμή εναλλάσουν την ιδιότυπη αυτή δίαιτά τους με φάρμακα απουσίας μνήμης («λησμονικά») ώστε να μην επιτρέψουν στον εχθρό τον αποικισμό της σκέψης τους.

Παλεύοντας σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζουν είναι το Α-3125, μια πανίσχυρη, κακόβουλη οντότητα με τη μορφή ιδέας από μια άλλη, άγνωστη, διάσταση, η οποία προσπαθεί να εισβάλει στη Γη καταβροχθίζοντας και διαγράφοντας όποιον την αντιληφθεί . Καθώς οι συνάδελφοί της εξαφανίζονται και η ίδια η δομή του τμήματος καταρρέει κάτω από την επίθεση της οντότητας, η Κουίν διεξάγει έναν αγώνα επιβίωσης, προσπαθώντας να αφήσει πίσω της στοιχεία για τους επόμενους, πριν η ύπαρξη του τμήματος σβηστεί οριστικά από την ιστορία. Στον αγώνα αυτό έχει βοηθούς έναν νεκρό καθηγητή, που με έναν περίεργο τρόπο έχει επιβιώσει σε ένα υπόγειο καταφύγιο, και τον σύζυγό της, έναν ταλαντούχο βιολιστή με έμφυτη αντιλησμονική θωράκιση, τον οποίο ωστόσο έχει πλήρως ξεχάσει.

Δεν είναι όμως όλα τα αντιμιμίδια το ίδιο επικίνδυνο. Η Ηλιαχτίδα για παράδειγμα (επίσημα καταχωρημένη ως Α-4987) έχει πλήρως εξημερωθεί, αποτελώντας το κατοικίδιο της Μαρί, η οποία το ταΐζει με ασήμαντες αναμνήσεις. Την κρίσιμη δε ώρα της μεγάλης μάχης θα βοηθήσει, καθοδηγώντας προς τη σωστή πλευρά της ιστορίας τον σύζυγό της.

Όπου εμπλέκεται η μνήμη και η λήθη η φιλοσοφική διάσταση αναδεικνύεται αμέσως. Θα μπορούσε εύκολα κανείς να συνθέσει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο παρατηρώντας τον τρόπο που η Μαρί προσπαθεί να συνδυάσει τη σωστή αναλογία μνήμης και λήθης ώστε να παραμείνει ανθρώπινη και ταυτόχρονα ικανή να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς της. Δεν αρκεί να θυμάσαι ούτε να ξεχνάς, πρέπει να βρεις τη χρυσή τομή που επιτρέπει στην υποκειμενικότητα να μη διαλυθεί ούτε από το βάρος της πληροφορίας, ούτε από την ελαφρότητα ενός ξεκομμένου από το πλαίσιο παρόντος. Το δε θέμα μιας ανθρωπότητας που κινδυνεύει να εξαφανιστεί επειδή ξεχνάει μπορεί να γεννήσει αναμνήσεις μπανάλ στοχαστικών παραθέσεων, μεταξύ οιμωγών και απογοήτευσης για το αναπόδραστο τέλος της ιστορίας, όπως τη γνωρίζουμε.

Όπως, όμως,  έχει παρατηρήσει ο Τζές Κάιζερ στην Washigton Post το μεγάλο όπλο του συνόλου οργανισμού, μέρος του οποίου αποτελεί η Υποδιεύθυνση Αντιμιμδίων δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γραφειοκρατία. Κι είναι νομίζω εδώ που αναδεικνύεται ο πραγματικός πυρήνας του βιβλίου, τόσο με τις σοβαρές όσο και τις κωμικές του προεκτάσεις.  «Δεν είναι εύκολο να το σκοτώσεις μια ιδέα», θα σχολιάσει ένας υπάλληλος, για να πάρει την απάντησή του, πολλές σελίδες μετά, από την Μαρί Κουίν: μια ιδέα σκοτώνεται από μια καλύτερη ιδέα. Και η ιδέα αυτή είναι η γραφειοκρατία.

Η ατομική ανθρώπινη ύπαρξη ξεχνά, η γραφειοκρατική οργάνωση ωστόσο κινείται πέραν της ατομικότητας, συγκροτώντας ένα περίπλοκο κύκλωμα καταγραφής, ταξινόμησης, απόκρυψης, πρωτοκόλλησης, διαχωρισμού και συντοονισμού της δράσης. Το άτομο ξεχνά, η υπηρεσία όχι, όπως καλά ξέρει η Κουίν:

«Όταν επιστρέφει στο γραφείο, προσθέτει την αναφορά της στον μεγάλο, περίπλοκο χάρτη του χαμένου χρόνου  που διατηρεί συλλογικά η Υποδιεύθυνση μέσα σ’ ένα βοηθητικό δωμάτιο συσκέψεων με κόκκινους τοίχους. Είναι ένας χάρτης που απεικονίζει τρύπες κι έχει φτιαχτεί κομμάτι-κομμάτι μέσα στα χρόνια: απλώνεται κατά μήκος του μακρύτερου τοίχου του δωματίου, και στο μεγαλύτερο μέρος του διπλανού του, ενώ πιάνει και ένα μέρος του δαπέδου».

Ο QNTM κλείνει με αυθάδεια το μάτι σε όλη την παράδοση του μίσους για τη γραφειοκρατία. Αυτό που είναι σχεδόν συνώνυμο με το παράλογο, το ανόητο, το διαδικαστικά περίπλοκο και ατέρμονα ατελέσφορο γίνεται εδώ ο πυρήνας της επιβίωσης. Χωρίς αυτή τη διαδικασία που τηρείται απαρέγκλιτα και στην οποία ο καθένας έχει μια μικρή θέση που δεν επικοινωνεί άμεσα με τις υπόλοιπες παρά μέσω τυπικών και απρόσωπων διαδικασιών θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του αυθεντικά ανθρώπινου και δημιουργικού. Το φινάλε του βιβλίου είναι χαρακτηριστικό: το αντιμιμίδιο έχει νικηθεί, αλλά ο επικεφαλής του οργανισμού αδυνατεί να θυμηθεί το παραμικρό. Η γραφειοκρατία υπηρετεί την ανθρωπότητα και όχι τον άνθρωπο. Η συνέχεια του είδους επικρατεί επί της ατομικής ανάμνησης. Δεν ξέρω αν πείθομαι ότι αυτό είναι καλό, σίγουρα όμως στο πλαίσιο του βιβλίου είναι αρκούντως απολαυστικό.