Το άρθρο, που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Ethics in Science and Environmental Politics» από διακεκριμένους θαλάσσιους βιολόγους από όλο τον κόσμο, αποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις στη θαλάσσια «μεγαπανίδα» (ιδιαίτερα στις φάλαινες και τα δελφίνια) από τις σεισμικές έρευνες και τις εξορύξεις υδρογονανθράκων είναι πολυάριθμες και καταστροφικές και περιλαμβάνουν σωματικές βλάβες (π.χ. βλάβες στην ακοή, χρόνιο στρες, ορμονικές αλλαγές), αλλαγές στη συμπεριφορά (π.χ. αλλαγές στα πρότυπα διατροφής και ανάπαυσης) καθώς και ενδεχομένως εκβρασμούς κητωδών και θανάτους.

Οι σεισμικές έρευνες, οι οποίες διενεργούνται σε πρώτη φάση για τη χαρτογράφηση του θαλάσσιου πυθμένα πριν από την υλοποίηση έργων εξόρυξης πετρελαίου και αερίου απαιτούν τη χρήση των λεγόμενων αεροβόλων που παράγουν εξαιρετικά δυνατούς ήχους χαμηλής συχνότητας με εμβέλεια που φτάνει έως και τα 4.000 χιλιόμετρα. Η πλοήγηση των κητωδών, η επικοινωνία τους, η αναζήτηση τροφής και συνολικά η επιβίωσή τους κυριολεκτικά εξαρτώνται από την ήχο.

Επίσης, ο εκτοπισμός των πληθυσμών από το ενδιαίτημά τους είναι πολύ προβληματικό ενδεχόμενο, αφού είδη όπως ο ζιφιός να αποφεύγουν τις περιοχές με θόρυβο για μέρες. Ως εκ τούτου, η διαδικασία αυτή αποτελεί μια από τις πιο επιβλαβείς και επικίνδυνες δραστηριότητες για τη θαλάσσια ζωή, καθώς οι ήχοι που παράγονται είναι από τους πιο δυνατούς στον ωκεανό, δυνατότεροι από οποιονδήποτε γνωστό βιολογικό ήχο.

Η επίσημη καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δύο από τις τρεις μελετώμενες περιπτώσεις από τη δημοσίευση αποτελούν αντικείμενο εκκρεμούς νομικής υπόθεσης που έχουν εκκινήσει η ClientEarth, το WWF Ελλάς και το ελληνικό γραφείο της Greenpeace. Οι τρεις οργανώσεις υπέβαλαν επίσημη καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2023, επισημαίνοντας ότι προγράμματα έρευνας και εκμετάλλευσης πετρελαίου και ορυκτού αερίου εγκρίνονταν στην οικολογικά σημαντική περιοχή της Ελληνικής Τάφρου, σε κοντινή απόσταση από προστατευόμενες περιοχές, παρά τους σαφείς κινδύνους που ενέχουν για τα θαλάσσια είδη και παραβιάζοντας το δίκαιο της ΕΕ για την προστασία της φύσης.

Ο Φρανσέσκο Μαλέττο, δικηγόρος της ClientEarth δήλωσε: «Οι καταστροφικές συνέπειες που προκαλούν τα ορυκτά καύσιμα στο κλίμα είναι ευρέως γνωστές, ειδικά στην Ελλάδα. Όμως, αυτή η νέα έρευνα αποκαλύπτει την κλίμακα στην οποία αυτή η βιομηχανία προκαλεί καταστροφές στα οικοσυστήματα σε κάθε επίπεδο. Η Ελληνική Τάφρος είναι μια από τις πιο πλούσιες περιοχές σε βιοποικιλότητα σε όλη τη Μεσόγειο. Κι όμως, ο εκτεταμένος θόρυβος που προκαλείται από την έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων είναι καταστροφικός για τα θαλάσσια θηλαστικά. Η Κομισιόν θα μείνει άπραγη βλέποντας κάτι τέτοιο να συντελείται σε αντίθεση μάλιστα με το δίκαιο της ΕΕ, ή θα παρέμβει για να προστατέψει μερικά από τα πιο απειλούμενα θαλάσσια είδη της Ευρώπης;»

Η Άννα Βαφειάδου, επικεφαλής του νομικού τομέα του WWF Ελλάς δήλωσε: «Οι θάλασσες της Ελλάδας συγκαταλέγονται ακόμα στις υγιέστερες της Ευρώπης, ακριβώς χάρη στην απουσία καταστροφικών δραστηριοτήτων, όπως οι εξορύξεις πετρελαίου και αερίου. Υπνοβατούμε προς μια περιβαλλοντική καταστροφή σε περίπτωση που αυτά τα σχέδια εξορύξεων προχωρήσουν. Το επιστημονικό αυτό άρθρο που δημοσιεύθηκε σήμερα αναδεικνύει τους σοβαρούς κινδύνους για τις θάλασσές μας και τη θαλάσσια ζωή από τα προγράμματα πετρελαίου και αερίου. Η επιστήμη το λέει ξεκάθαρα: τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για τον μετριασμό των επιπτώσεων της έρευνας υδρογονανθράκων στο μοναδικό οικοσύστημα της Ελληνικής Τάφρου έχουν περιορισμούς. Καλούμε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρέμβει και να διασφαλίσει την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, πριν προκληθεί ανεπανόρθωτη καταστροφή.»

Ο Κώστας Καλούδης, υπεύθυνος εκστρατείας για το κλίμα και την ενέργεια στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace, δήλωσε: «Με το 20% των θαλάσσιων περιοχών της Ελλάδας να έχει παραχωρηθεί για έρευνες υδρογονανθράκων και με ένα εξαιρετικά αδύναμο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, το μέλλον των θαλάσσιων θηλαστικών που προσπαθούμε να προστατεύσουμε φαντάζει ζοφερό. Οι υποσχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για διεξοδικές διαδικασίες που θα αποτρέπουν την περιβαλλοντική ζημιά και θα διασφαλίζουν ότι τα θαλάσσια θηλαστικά δεν θα επηρεαστούν αρνητικά από τις έρευνες και τις γεωτρήσεις υδρογονανθράκων φαίνεται να μένουν στο κενό. Είναι καιρός η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντείνει την πίεση προς τις ελληνικές αρχές: οι μελλοντικές γενιές θα πρέπει κι αυτές να μπορούν να απολαύσουν μια ακμάζουσα βιοποικιλότητα στις ελληνικές θάλασσες.»

Όπως αναφέρεται στο κείμενο, η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ απαιτεί από τις ελληνικές αρχές να αξιολογούν πλήρως τον αντίκτυπο που θα έχουν τέτοιες δραστηριότητες στην απειλούμενη θαλάσσια βιοποικιλότητα σε προστατευόμενες περιοχές προτού δώσουν το πράσινο φως για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων. Η επιστημονική αυτή δημοσίευση επιβεβαιώνει τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην καταγγελία – ότι οι εκτιμήσεις για τα έργα που εγκρίθηκαν στη Μεσόγειο ήταν ακατάλληλες και δεν βασίστηκαν στις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία της ΕΕ.

Μέσω της δημοσίευσης αυτής, εγείρονται κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων που οδήγησαν στην έγκριση των έργων, η οποία φαίνεται πως βασίστηκε σε παρωχημένα, ελλιπή και ανακριβή δεδομένα. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι οι εκτιμήσεις υποτίμησαν τους σοβαρούς κινδύνους δραστηριοτήτων όπως οι σεισμικές έρευνες για απειλούμενα είδη, όπως οι πτεροφάλαινες, βασιζόμενες σε υποθέσεις χωρίς επιστημονική βάση, όπως ότι τα ζώα απλώς θα «απομακρυνθούν» από την πηγή θορύβου.

Κατόπιν αυτής της δημοσίευσης, οι τρεις οργανώσεις επαναλαμβάνουν το αίτημά τους προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει δράση κατά των εκτεταμένων παραβιάσεων της νομοθεσίας της ΕΕ για τη διατήρηση της φύσης στην περιοχή.

Η επιστημονική μελέτη:

– Το άρθρο με τίτλο «Επιπτώσεις των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τους υδρογονάνθρακες στη θαλάσσια μεγαπανίδα: μελέτες περιπτώσεων από τη Μεσόγειο Θάλασσα», δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού Ethics in Science and Environmental Policies.

– Το άρθρο παραπέμπει σε έρευνα που απέδειξε ότι ο ήχος χαμηλής συχνότητας από τις σεισμικές έρευνες μπορεί να διαδοθεί σε ολόκληρες ωκεάνιες λεκάνες και να φτάσει σε αποστάσεις έως και 4.000 χλμ. (Castellote et al. 2012, Nieukirk et al. 2012).

– Ελλιπή μέτρα μετριασμού: Το άρθρο έδειξε επίσης ότι ελήφθησαν μια σειρά από ανεπαρκή μέτρα μετριασμού κατά τη διενέργεια των σεισμικών ερευνών. Σε αυτά περιλαμβάνεται η απόφαση να διεξαχθούν σεισμικές έρευνες κατά τη διάρκεια του χειμώνα προκειμένου να αποφευχθούν οι επιπτώσεις στις «διαδικασίες αναπαραγωγής» των κητωδών. Ωστόσο, η έκθεση διαπίστωσε ότι παρά τα μέτρα αυτά, σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό μαζικού εκβρασμού τριών ζιφιών κατά τη διάρκεια των ερευνών, σε απόσταση 10 χλμ. από το πεδίο εξόρυξης του Ιονίου Πελάγους, γεγονός που δεν αναφερόταν στην περιβαλλοντική εκτίμηση.

Βιοποικιλότητα και τοπικό πλαίσιο:

– Ολόκληρη η Ελληνική Τάφρος και το παρακείμενο Ιόνιο Αρχιπέλαγος είναι “περιοχές μεγάλης συγκέντρωσης βιοποικιλότητας” και βασικοί βιότοποι για πολλά απειλούμενα είδη φαλαινών (συμπεριλαμβανομένων των ζιφιών και των απειλούμενων μεσογειακών φαλαινών φυσητήρων), καθώς και της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta και της μεσογειακής φώκιας. Για τους λόγους αυτούς, έχουν επίσης χαρακτηριστεί ως Σημαντικές Περιοχές Θαλάσσιων Θηλαστικών (IMMAs) από τη Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN).

– Ο ανθρωπογενής θόρυβος έχει συνδεθεί με πολυάριθμους εκβρασμούς και θανάτους ζιφιών στο παρελθόν. Η μελέτη αναφέρεται σε επτά γνωστούς μαζικούς εκβρασμούς κατά τη δεκαετία του 1990, καθώς και στον εκβρασμό τριών ζιφιών στην Κέρκυρα τον Φεβρουάριο του 2022, ένα ασυνήθιστο γεγονός που συνέβη ενώ διενεργούνταν σεισμικές έρευνες στην περιοχή.

– Ο θόρυβος από σεισμικές έρευνες δεν αποτελεί τη μόνη απειλή που θέτει η βιομηχανία πετρελαίου και αερίου για τη θαλάσσια μεγαπανίδα στη Μεσόγειο. Από τον αυξημένο θόρυβο και την ναυσιπλοΐα, έως τις δραστηριότητες εξόρυξης, την χρόνια τοξική ρύπανση, την εγκατάσταση και την αποξήλωση υποδομών, αυτές οι δραστηριότητες συμβάλλουν σε χρόνιους, σωρευτικούς και πολυεπίπεδους παράγοντες όχλησης και πιέσεων και επιδεινώνουν τις προϋπάρχουσες επιπτώσεις της υπεραλίευσης, της κλιματικής αλλαγής και των ρύπων. Η μελέτη υποστηρίζει ότι ο αντίκτυπος των σεισμικών ερευνών πρέπει να εξεταστεί σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.

Η καταγγελία:

– Οι οργανώσεις ClientEarth, WWF Ελλάς και ελληνικό γραφείο Greenpeace απέστειλαν αρχικά επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2023, ζητώντας την εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε στα τέλη του 2024 ότι θα προχωρούσε σε έρευνα.

– Δείτε τον χάρτη με τις νέες πιθανές περιοχές γεώτρησης εδώ.

– Στην τελευταία επιστολή (Απρίλιος 2026), οι οργανώσεις υπογράμμισαν τα συμπεράσματα της δημοσίευσης της νέας μελέτης όσον αφορά την ανεπάρκεια των εκτιμήσεων επιπτώσεων και των μέτρων συμμόρφωσης και, επίσης, υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης επέκτασης των υπεράκτιων δραστηριοτήτων πετρελαίου και αερίου στην περιοχή, επανέλαβαν την ανάγκη να λάβει η Επιτροπή μέτρα συμμόρφωσης έναντι αυτών των συστημικών παραβάσεων του δικαίου της ΕΕ από τις ελληνικές αρχές.

– Οι συμβάσεις παραχώρησης για τέσσερα νέα πεδία εξόρυξης που βρίσκονται νότια της Πελοποννήσου και νότια της Κρήτης έχουν πλέον κυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο με τον Νόμο 5287/2026. Τα συμπεράσματα της έκθεσης σχετικά με τις ελλείψεις κατά την εκτίμηση επιπτώσεων δημιουργούν περαιτέρω ανησυχίες στους καταγγέλλοντες ότι οι νέες δραστηριότητες θα διεξαχθούν με τον ίδιο πλημμελή τρόπο όπως εκείνες που καλύπτονται στην καταγγελία τους.

– Η πολυεθνική ορυκτών καυσίμων Chevron και η ελληνική HELLENiQ Energy έχουν εκφράσει επίσημα το ενδιαφέρον τους για το άνοιγμα κι άλλων πεδίων για δραστηριότητες πετρελαίου και αερίου, και το ελληνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας το έχει αποδεχτεί – ξεκινώντας τη διαδικασία για την επίσημη αδειοδότηση. Η Chevron είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία υδρογονανθράκων στον κόσμο, με έδρα στις ΗΠΑ και δραστηριότητα σε περισσότερες από 180 χώρες.