Της Βασιλικής Σιούτη

Το θέμα απασχολούσε βασικά το Μέγαρο Μαξίμου και επιχειρηματικούς κύκλους που ελέγχουν και ΜΜΕ.   

Ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του, όπως είναι πλέον γνωστό,  αρχικά υποτίμησαν και τη δυναμική της Χρυσής Αυγής, αλλά και τον αρχηγό της Ν. Μιχαλολιάκο. Πέρα από την ιδεολογική συγγένεια που αισθάνονταν μερικοί, όπως οι κ.κ Μπαλτάκος, Βορίδης, Κρανιδιώτης, τους θεωρούσαν εύκολη «λεία» και πίστευαν ότι όταν κι αν θα έφτανε η ώρα να τους χρειαστούν,  θα τους μετέτρεπαν εύκολα σε ΛΑΟΣ και Καρατζαφέρη. Ο κ.Μπαλτάκος -σύμφωνα με πληροφορίες- διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους και συνομιλούσε με στελέχη της, όπως τον -έγκλειστο σήμερα- Χρ.Παππά.  ΄

Σύντομα διαπίστωσαν δύο πράγματα: πρώτον, ότι ο Ν.Μιχαλολιάκος δεν ήταν η περίπτωση του Γ.Καρατζαφέρη,  αλλά αρκετά δυσκολότερη. Δεύτερον, ότι  η εντυπωσιακή δυναμική της και η ανεξέλεγκτη -μέχρι τότε- δημοσκοπική άνοδος, από εν δυνάμει σύμμαχο την καθιστούσε επικίνδυνη απειλή.  Ο συνδυασμός των δύο προκάλεσε τρόμο.

Η  Χρυσή Αυγή μέχρι τότε εξυπηρετούσε την κυβέρνηση με το να διοχετεύονται εκεί όσοι ψηφοφόροι ήθελαν να περάσουν «απέναντι», με τη  χρήσιμη ατζέντα της, αλλά και τον εκφοβισμό των αριστερών αντιπάλων (π.χ το ξύλο στην Κανέλη, οι προσωπικές επιθέσεις στον Δραγασάκη κτλ). Στην πορεία ωστόσο,  αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να τεθεί υπό πλήρη έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα πλήθαιναν οι πιέσεις από το εξωτερικό για το επιδεικτικά νεοναζιστικό τους προφίλ. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της «πιο σοβαρής» Χρυσής Αυγής. 

Στην Ελλάδα υπήρχε πάντα ένα ακροδεξιό κράμα φιλοχουντικών, φασιστών, εθνικιστών, φιλοβασιλικών και άλλων, που μετά τη μεταπολίτευση απορροφήθηκε σταδιακά κυρίως στη Νέα Δημοκρατία. Η πρώτη μεγάλη κρίση της μεταπολίτευσης, που ζούμε όμως, φαίνεται να απελευθερώνει δυνάμεις, που πετάγονται έξω σκορπώντας τρόμο, όπως το κουτί της Πανδώρας. 

Άλλη μία διαπίστωση του κυβερνητικού επιτελείου, ήταν ότι τη Ν.Δ και τον Αντώνη Σαμαρά εγκατέλειπαν μαζικά το τελευταίο διάστημα ψηφοφόροι-οπαδοί του, επειδή «παρέδωσε την πατρίδα στους ξένους». Πολλοί από αυτούς τον ακολουθούσαν από την εποχή της Πολιτικής Άνοιξης. Κάποιοι άλλοι είναι αυτοί που αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικιστές (όπως και πολλοί στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού) και αρκετοί είναι από εκείνους που δεν μπόρεσαν να χωνέψουν τη φιλομνημονιακή  κολοτούμπα του Α.Σαμαρά όταν ανέλαβε να κυβερνήσει. Όλοι αυτοί,  αφού δεν μπορούσαν να παραμείνουν στη Ν.Δ,  έπρεπε να μεταφερθούν σε κάποιο πιο φιλικό και ελέγξιμο περιβάλλον. Σε κάποιο συγκοινωνούν δοχείο. 

Αναζητώντας τον «καταλληλότερο»  

 
Τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου,  όσο και στα επιχειρηματικά μηντιακά  κέντρα -όχι πάντα σε συνεργασία, καθώς παίρνουν και δικές τους πρωτοβουλίες- άρχισαν να ψάχνουν για τα κατάλληλα πρόσωπα. Κάπως έτσι άρχισαν να βολιδοσκοπούνται διάφορες προσωπικότητες που είχαν πέσει χρόνια τώρα στον κάλαθο της μεταπολίτευσης  κι άλλοι από τα  αζήτητα ή το πολιτικό περιθώριο. 

Ξαναθυμήθηκαν τον Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος υποψιάστηκε ότι έχει μια δεύτερη ευκαιρία κι έσπευσε να την αρπάξει. Άρχισαν μάλιστα να τον προσκαλούν στα τηλεοπτικά στούντιο, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν διαθέτει ακόμα κάποια απήχηση και αν θα μπορούσε να προσελκύσει τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής. Οι ενδείξεις ωστόσο δεν ήταν ενθαρρυντικές. 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η ανάσυρση από τη ναφθαλίνη του -και κατά δήλωσή του- φασίστα Κώστα Πλεύρη. Με ολοσέλιδη συνέντευξή του στο «Έθνος» παρουσιαζόταν ως ένας πολιτικά ορθός και ιδεολόγος φασίστας, που δεν έχει σχέσεις με τον υποκόσμο. Όπως είπε κι ο ίδιος: «Εγώ είμαι φασίστας, αλλά δεν έχω τατουάζ με τη σβάστικα».

 
Το άλλο πρόσωπο που σκέφτηκαν -στο Μέγαρο Μαξίμου αυτή τη φορά- ήταν ο μακεδόνας πρώην βουλευτής και υφυπουργός της Ν.Δ, Κώστας Κιλτίδης, που πριν πάει  στη Νέα Δημοκρατία επί Κ.Μητσοτάκη, ήταν  στέλεχος του φασιστικού κόμματος που αποτέλεσε τη συνέχεια της 4ης Αυγούστου.  

Έτσι ο κ. Κιλτίδης, από εκεί που ήταν ξεχασμένος και όλα αυτά τα χρόνια –ειδικά μετά τη δεκαετία του ’80- δεν αναφερόταν στο παρελθόν του, ξαφνικά είδε τις μετοχές του να ανεβαίνουν, ακριβώς για αυτό. Ο ίδιος σήμερα δηλώνει ότι όταν πριν από δύο χρόνια αποχώρησε από την πολιτική, λόγω μνημονίων,  είχε υποτιμήσει την πολιτική του εμβέλεια που τώρα διαπιστώνει.  


Τόσο για  τον Κ.Κιλτίδη όσο και για τον Γ.Καρατζαφέρη συζητήθηκαν δύο σενάρια. 
Το ένα είναι αυτό της δημιουργίας και προβολής ενός εθνικιστικού κόμματος στα δεξιά της Ν.Δ,  ώστε να υποδέχεται τους πρόσφυγες της Νέας Δημοκρατίας,  αλλά και όσους,  τρομαγμένοι από τις τελευταίες αποκαλύψεις, εγκαταλείπουν τη Χρυσή Αυγή. Ένα κόμμα που  να μπορεί επίσης να αποτελέσει κι έναν εν δυνάμει σύμμαχο, αν χρειαστεί. 

Το άλλο είναι να επιστρέψουν κι οι δυο τους εν χορδαίς και οργάνοις στη Ν.Δ, ενισχύοντας έτσι την ακροδεξιά φαρέτρα, με σκοπό και να συγκρατήσουν τις διαρροές από την πατριωτική δεξιά και να προσελκύσουν ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής.  

Κάποιοι  ωστόσο, υποστηρίζουν ότι όλες οι παραπάνω περιπτώσεις είναι καμμένα χαρτιά και η χρησιμότητα τους ελάχιστη. 

Επιμένουν στην ανάγκη δημιουργίας νέου κόμματος, όμως κατά προτίμηση  από κάποιον άφθαρτο και ίσως όχι με τόσο δεξιό, όσο εθνικιστικό προφίλ, που όμως να μπορούν και να συνεννοηθούν μαζί του.  Κάπως έτσι,  έπεσε στο τραπέζι και το όνομα του Φράγκου Φραγκούλη, πρώην αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και πρώην υπηρεσιακού  υπουργού  Εθνικής Άμυνας, στην κυβέρνηση Πικραμένου.

Ο κ.Φράγκος  έχει δεχθεί πολλές προτάσεις τελευταία να κάνει το βήμα στην πολιτική, καθώς διαθέτει και  προσωπικούς οπαδούς όχι μόνο στον στρατό και στους απόστρατους, αλλά και σε έναν κύκλο δικαστικών, καθηγητών, επιχειρηματιών  κτλ.

Ο ίδιος αρνείται το χαρακτηρισμό του «ακροδεξιού» και ενοχλείται με όσους του τον αποδίδουν,  καθώς δηλώνει μόνο «πατριώτης».  Όσο για τα σενάρια των συγκεκριμένων κύκλων που  τον περιλαμβάνουν, απαντά ότι δεν τον αφορά καμία κίνηση «με τους δικούς τους όρους». 

Συμπερασματικά: σε θεωρητικό επίπεδο το σενάριο της «πιο σοβαρής Χρυσής Αυγής» έχει προετοιμαστεί αρκετά καλά, εκεί που χωλαίνει όμως,  είναι στην εξεύρεση του κατάλληλου προσώπου που θα το υλοποιήσει.