Σε ανακοίνωσή της, η κυβέρνηση της αφρικανικής χώρας υποστήριξε ότι η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας του κράτους απέναντι σε «ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες» που, όπως αναφέρει, απειλούν την κυριαρχία και τον λαό της χώρας.
Η αντίδραση της Γαλλίας ήταν άμεση. Ο εκπρόσωπος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, Πασκάλ Κονφαβρέ, χαρακτήρισε την απόφαση «εχθρική και αβάσιμη», εκφράζοντας τη λύπη του για την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλα, το Παρίσι ανακοίνωσε ότι εξετάζει τα επόμενα βήματά του, ενώ κάλεσε τους Γάλλους πολίτες που βρίσκονται στην Μπουρκίνα Φάσο να επιδείξουν αυξημένη προσοχή.
Η Μπουρκίνα Φάσο, χώρα περίπου 23 εκατομμυρίων κατοίκων, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με έντονη δράση ένοπλων οργανώσεων που συνδέονται με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, σε μια περιοχή του Σαχέλ που θεωρείται από τις πλέον επικίνδυνες παγκοσμίως όσον αφορά την τρομοκρατική δραστηριότητα.
Ο υπουργός Επικοινωνίας της χώρας, Πινγκντουέντε Γκιλμπέρ Ουεντραόγκο, διευκρίνισε ότι η απόφαση αφορά αποκλειστικά τις διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών και δεν αμφισβητεί τους ιστορικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ των δύο λαών. Διαβεβαίωσε, επίσης, ότι οι Γάλλοι υπήκοοι που διαμένουν στη χώρα θα συνεχίσουν να προστατεύονται σύμφωνα με τη νομοθεσία.
Οι σχέσεις μεταξύ Παρισιού και Ουαγκαντούγκου βρίσκονταν σε διαρκή ένταση τα τελευταία χρόνια. Το 2023 η κυβέρνηση της Μπουρκίνα Φάσο είχε ζητήσει την ανάκληση του Γάλλου πρεσβευτή, ενώ το 2024 προχώρησε στην απέλαση τριών Γάλλων διπλωματών, κατηγορώντας τους για ανατρεπτική δραστηριότητα.
Η νέα εξέλιξη σηματοδοτεί ένα ακόμη επεισόδιο στην αποδυνάμωση της γαλλικής επιρροής στην περιοχή του Σαχέλ, όπου αρκετές χώρες έχουν αναθεωρήσει τα τελευταία χρόνια τις σχέσεις τους με το Παρίσι, επικαλούμενες ζητήματα κυριαρχίας και ασφάλειας.