Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή στα Πρότυπα σχολεία να έχει πλέον ολοκληρώσει έναν ακόμη κύκλο εξετάσεων, χιλιάδες οικογένειες σε όλη τη χώρα μετρούν επιτυχίες, αποτυχίες και μήνες -ή και χρόνια- προετοιμασίας που προηγήθηκαν. Φέτος, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα Πρότυπα Σχολεία έδωσαν συνολικά 8.106 μαθητές και μαθήτριες, και πέρασαν 1.809 για την κάλυψη των διαθέσιμων θέσεων, περίπου, δηλαδή, 1 στους 4. Πίσω όμως από τους πίνακες επιτυχόντων και τη δημόσια συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρόνια σχετικά με την «αριστεία» των προτύπων σχολείων, και αν αυτή είναι θεμιτή ή όχι, βρίσκεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: παιδιά 11 και 12 ετών, παιδιά της πέμπτης και έκτης τάξης του δημοτικού καλούνται να περάσουν… «μικρές Πανελλήνιες», ενώ γονείς επενδύουν χρόνο, χρήμα και ενέργεια, αναζητώντας μία διέξοδο, ένα «παραθυράκι» που θα αποτρέψει το παιδί τους από το να πάει στο δημόσιο σχολείο, που τόσο τρομακτικό φαντάζει στα μάτια τους, και θα τους χαρίσει την ευκαιρία για μία καλύτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

Τι ωθεί τις οικογένειες να αναζητούν διέξοδο από το σχολείο της γειτονιάς;

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής: τι είναι αυτό που ωθεί ολοένα και περισσότερες οικογένειες να αναζητούν διέξοδο από το σχολείο της γειτονιάς; Γιατί ένας γονιός επιλέγει να υποβάλει το παιδί του, αλλά και τον εαυτό του, σε αυτή τη στρεσογόνο και κοστοβόρα διαδικασία της προετοιμασίας για την εξεταστική δοκιμασία, στην ηλικία των 12 ετών; 

Η επιλογή αυτή, δεν είναι ουδέτερη ούτε πραγματικά ελεύθερη. Διαμορφώνεται από την ολοένα και μεγαλύτερη αποδυνάμωση του σχολείου της γειτονιάς, το οποίο πολλοί γονείς δεν εμπιστεύονται πλέον ως επαρκές πλαίσιο εκπαίδευσης. Γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί εκφράζουν διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης από τη δημόσια εκπαίδευση. Δημόσια σχολεία υποστελεχωμένα, με χαμηλή κρατική χρηματοδότηση, πολυάριθμα τμήματα και ανεπαρκείς ή επικίνδυνες υποδομές, εκπαιδευτικοί όχι μόνο λιγοστοί αλλά και κακοπληρωμένοι, ελάχιστες ή και καθόλου επιπλέον δράσεις (π.χ. όμιλοι και προγράμματα), συνθέτουν τους λόγους για τους οποίους ολοένα και αυξάνεται η ζήτηση για τα Πρότυπα.

Εκεί, υπάρχει αυξημένη θεσμική οικονομική υποστήριξη, περισσότερες εκπαιδευτικές δράσεις και εξειδικευμένα προγράμματα, όπως εκπαιδευτικοί όμιλοι, διαγωνισμοί, ερευνητικές δραστηριότητες και συνεργασίες με φορείς, ενώ η συγκέντρωση μαθητών με υψηλές επιδόσεις αλλά και οι ποιοτικότερες υλικοτεχνικές υποδομές προσελκύουν ευκολότερα εκπαιδευτικούς, οι οποίοι για να διδάξουν στο Πρότυπο χρειάζεται επιπλέον να έχουν αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα, όπως μεταπτυχιακό ή /διδακτορικό και αυξημένη διδακτική εμπειρία .

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), η εικόνα της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή χρηματοδότηση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες του Οργανισμού. Σύμφωνα με την έκθεση Education at a Glance 2025, η συνολική επένδυση στην εκπαίδευση από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία αντιστοιχεί στο 3,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ανέρχεται στο 4,7%. Παράλληλα, η δημόσια δαπάνη ανά μαθητή φτάνει τα 6.420 δολάρια ετησίως, σχεδόν στο μισό του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, που ξεπερνά τα 12.000 δολάρια. Επιπλέον, μόλις το 78,3% της χρηματοδότησης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προέρχεται από δημόσιους πόρους, έναντι 90,1% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της PISA 2022, τα οποία εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στις πιο πρόσφατες αναλύσεις του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το 54,3% των 15χρονων μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές δηλώνουν ότι η εκπαιδευτική διαδικασία παρεμποδίζεται «σε κάποιον βαθμό» ή «σε μεγάλο βαθμό» από την έλλειψη διδακτικού προσωπικού. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (46,7%) και παρουσιάζει εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με το 2018, όταν ανερχόταν μόλις στο 26%. Παράλληλα, το 26% των μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές αναφέρουν προβλήματα λόγω ανεπαρκούς ή ελλιπώς καταρτισμένου εκπαιδευτικού προσωπικού, έναντι 13% το 2018. 

Τα στοιχεία αυτά της διαχρονικής υστέρησης στη χρηματοδότηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, εξηγούν τις ελλείψεις προσωπικού, τις περιορισμένες υποδομές και την αυξημένη εξάρτηση των οικογενειών από την εξωσχολική υποστήριξη και τη στροφή τους σε ιδιωτικά ή πρότυπα σχολεία. Η επιλογή τους αποτελεί συχνά μία απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής ενός δημόσιου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος που οι ίδιοι οι γονείς θεωρούν ανεπαρκές.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η επιτυχία στις εξετάσεις των Προτύπων μετατρέπεται σε στόχο ολόκληρης της οικογένειας. Η εξωσχολική προετοιμασία, τα ιδιαίτερα μαθήματα και η πολύμηνη πίεση στα παιδιά εμφανίζονται όχι ως επιλογή ή πολυτέλεια, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση σε μια ποιοτικότερη «δωρεάν» εκπαίδευση. Μία εκπαίδευση όμως,για την οποία, αν θες να έχεις «εισιτήριο», θα χρειαστεί να πληρώσεις την προετοιμασία, οικονομικά και ψυχικά. 

Μιλήσαμε με τη Δήμητρα, μητέρα τριών παιδιών που φοίτησαν ή εξακολουθούν να φοιτούν σε πρότυπα σχολεία. Η Δήμητρα περιέγραψε την πιο πρόσφατη εμπειρία της, αυτήν της προετοιμασίας του μικρότερου γιου της, Ευθύμη, 15χρονου μαθητή Πρότυπου Γυμνασίου.

Γιατί πρότυπο;

«Θεωρούσα ότι το πρότυπο είναι καλύτερη επιλογή και από ότι είχα δει πήγαιναν και ταξίδια, έκαναν ενδιαφέροντα πράγματα, είχαν ομίλους μετά το σχολείο και γινόταν θεωρούσα πιο σοβαρή δουλειά, ενώ στο δημόσιο της περιοχής μας, για το οποίο ήξερα και είχα παραστάσεις, όλα ήταν πιο χαλαρά, το μάθημα ήταν πιο χαλαρό και οι απαιτήσεις πολύ πιο λίγες. Και το περιβάλλον ήταν, πώς να το πω τώρα, νομίζω πως κατέβαζε τα παιδιά θεωρώ προς τα κάτω. Δηλαδή κατέβαζε το επίπεδο, οπότε δημιουργούσε και χαμηλές προσδοκίες. Άρα σε ένα πρότυπο σχολείο θεωρούσα ότι μπορούν να έχουν υψηλότερες προσδοκίες και τα ίδια τα παιδιά» ανέφερε

Η Δήμητρα θυμάται την προετοιμασία του μικρότερου γιου της, η οποία, όπως ανέφερε, ξεκίνησε πολύ νωρίς και ήταν ιδιαιτέρως αγχώδης.«Όταν προετοιμαζόταν ο Ευθύμης ξεκινήσαμε στην πέμπτη δημοτικού την προετοιμασία γιατί, στην τρίτη και τετάρτη δημοτικού έκανε μάθημα μέσω τηλεκπαίδευσης, οπότε θεωρούσαμε ότι είναι πίσω. Άρα, η προετοιμασία κυρίως για το μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας ξεκίνησε από την πέμπτη δημοτικού και μετά, στην έκτη δημοτικού, έκανε και μαθηματικά. Διαβάζαμε μαζί», είπε. 

«Τα πράγματα μέσα στην τελευταία δεκαετία έχουν αλλάξει πάρα πολύ… οι εξετάσεις έχουν δυσκολέψει πάρα πολύ»

Η προετοιμασία για τα Πρότυπα σχολεία, όπως τη θυμάται η μητέρα, δεν είναι κάτι που τα παιδιά μπορούν εύκολα να υπολογίσουν εκ των προτέρων. «Τα παιδιά γενικά, όταν ξεκινούν αυτή την προετοιμασία δεν μπορούν να φανταστούν το μέγεθος της δουλειάς που πρέπει να κάνουν για να πετύχουν τον στόχο τους», λέει χαρακτηριστικά. Όπως εξηγεί, πολλά παιδιά ξεκινούν με την αίσθηση ότι επειδή είναι καλοί μαθητές στο σχολείο, θα τα καταφέρουν και στις εξετάσεις. 

Η ίδια περιγράφει μια συνθήκη όπου η προετοιμασία δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο σχολείο. «Ιδιαίτερο, ή φροντιστήριο», απάντησε χωρίς δισταγμό. Και όταν τίθεται το ερώτημα αν θα μπορούσαν να περάσουν χωρίς ιδιαίτερα, η απάντησή της είναι κατηγορηματική: «Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση».

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της περιγραφής της αφορά το περιεχόμενο των εξετάσεων. Όπως λέει, η εμπειρία της προετοιμασίας του παιδιού τής έδειξε ότι οι εξετάσεις δεν δοκιμάζουν συχνά τα παιδιά βασιζόμενες απλώς στη σχολική ύλη του Υπουργείου Παιδείας των τελευταίως τάξεων του Δημοτικού, αλλά απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές. «Υπάρχουν θέματα πάγια… υπάρχουν κάποια κόλπα πια», λέει, εξηγώντας ότι χωρίς αυτά τα «κόλπα» η επίλυση των θεμάτων είναι δύσκολη και βέβαια ο τρόπος επίλυσης δε διδάσκεται στο δημοτικό από το πρόγραμμα σπουδών.

Η επιτυχία, λοιπόν, δεν εξαρτάται από τη γενική επίδοση στο σχολείο, αλλά από την εξοικείωση με έναν συγκεκριμένο τρόπο εξέτασης. «Αυτά τα κόλπα όμως δεν τα μαθαίνεις στο σχολείο», σημείωσε και υπογράμμισε το χάσμα ανάμεσα στη σχολική διδασκαλία του δημοτικού και στις απαιτήσεις των εξετάσεων.

«Νομίζω ότι ήταν και της πρώτης γυμνασίου η ύλη… τουλάχιστον στα μαθηματικά». Η παρακολούθηση, λοιπόν, επιπλέον μαθημάτων, μετά το σχολείο, είναι σχεδόν μονόδρομος για τους νεαρούς μαθητές.  

Παρά την οργανωμένη προετοιμασία, το βάρος δεν ήταν μόνο πρακτικό αλλά και ψυχολογικό. Η ίδια παραδέχεται ότι είχε έντονο άγχος, έστω κι αν προσπαθούσε να μην το μεταφέρει στα παιδιά: «Εγώ είχα άγχος, δεν το συζητούσαμε όμως». Το άγχος αυτό, όπως αφήνει να εννοηθεί, δεν αφορούσε μόνο μια εξέταση, αλλά μια συνολική αβεβαιότητα για το αν το παιδί θα καταφέρει να ενταχθεί σε ένα «καλύτερο» εκπαιδευτικό περιβάλλον.

«Σαν πανελλήνιες στα 12»

Περιγράφοντας την εμπειρία των εξετάσεων, η μητέρα τις συνέκρινε ευθέως με τις πανελλαδικές εξετάσεις. «Είναι για τα παιδιά σε αυτή την ηλικία… σαν αυτή που βιώνουν τα παιδιά της τρίτης λυκείου όταν πάνε για πανελλήνιες. Σαν πανελλήνιες στα 12»», λέει.

Πέρα από την ψυχολογική και εκπαιδευτική διάσταση, η μητέρα αναφέρεται και στην οικονομική επιβάρυνση στην οποία υπόκειται η οικογένεια για την προετοιμασία. Όπως λέει, το κόστος είναι σημαντικό, ειδικά όταν απαιτούνται ιδιαίτερα μαθήματα.

Τέλος, η Δήμητρα ανέφερε πως η επιλογή των Προτύπων δεν προέκυψε από μια προκαθορισμένη προτίμηση, αλλά από τη σύγκριση με το σχολείο της γειτονιάς. Αν το δημόσιο σχολείο είχε αντίστοιχες προδιαγραφές, η ίδια δηλώνει ότι θα το προτιμούσε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Ναι, ναι, θα το διάλεγα αν ήταν το ίδιο», λέει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «αν όλα τα σχολεία ήταν όπως τα πρότυπα σχολεία που έχω δει τώρα… εννοείται πως θα το επέλεγα. Δυστυχώς όμως δεν είναι».

«Έβλεπα όλους τους άλλους χαλαρούς και εγώ διάβαζα όλη μέρα»

Για τον Ευθύμη, οι εξετάσεις για το Πρότυπο σχολείο δεν ήταν απλώς μια δοκιμασία μερικών ωρών, αλλά μια διαδικασία που καθόρισε την καθημερινότητά του για μήνες. Θυμάται ότι, ενώ οι περισσότεροι συνομήλικοί του απολάμβαναν την ανεμελιά των τελευταίων τάξεων του δημοτικού, ο ίδιος βρισκόταν σε μια διαρκή προετοιμασία. «Έβλεπα όλους τους άλλους που ήταν χαλαροί και εγώ διάβαζα όλη μέρα. Μου φαινόταν βουνό».

Το πρόγραμμά του ήταν αυστηρά οργανωμένο γύρω από τον στόχο της επιτυχίας. Σχολείο το πρωί, διάβασμα το μεσημέρι, προπόνηση μπάσκετ το απόγευμα και ξανά προετοιμασία το βράδυ. «Έκανα ασκήσεις και κείμενα όταν γυρνούσα από το σχολείο και μπορεί και το βράδυ να έκανα λίγη εξάσκηση στο λεξιλόγιο», θυμάται. 

Στην ερώτηση αν θα μπορούσε να ανταποκριθεί χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα και τη βοήθεια των γονιών του, η απάντηση είναι κατηγορηματική: «Όχι». Ο ίδιος θεωρεί ότι οι απαιτήσεις των εξετάσεων ξεπερνούσαν κατά πολύ όσα διδασκόταν στο σχολείο. «Σε σύγκριση με ένα άλλο παιδί της τάξης, ακόμη και να ήταν και από τους καλούς μαθητές, αυτά που ήξερε με αυτά που έκανα εγώ πιστεύω ότι ήταν τελείως διαφορετικού επιπέδου»,σημειώνει. 

Αν και, όπως αναφέρει ο ίδιος, διαχειριζόταν σχετικά ψύχραιμα τη διαδικασία της προετοιμασίας, η πίεση δεν ήταν πάντα διαχειρίσιμη. «Κάποιες φορές δεν το διαχειριζόμουν και πολύ καλά», λέει. Όταν του ζητήσαμε να εξηγήσει τι εννοεί, εκείνος απάντησε πως η συνολική κατάσταση κάποιες φορές τον οδηγούσε σε τέτοια συναισθηματική φόρτιση που, όπως ανέφερε, «βάραγε τα χέρια του στον τοίχο μέχρι να ματώσουν ή έκλαιγε πολύ», ενώ άλλες φορές είπε πως απλώς ήταν προσηλωμένος στον στόχο του, χωρίς να αφήνει τον εαυτό του να βιώσει το στρες.

«Χωρίς προετοιμασία είναι πλέον πολύ δύσκολο»

Η Μαρία, καθηγήτρια που τα τελευταία χρόνια προετοιμάζει μικρούς μαθητές για τις εξετάσεις των Προτύπων τόσο σε τμήματα φροντιστηρίου όσο και με ιδιαίτερα μαθήματα, περιγράφει μια διαδικασία που έχει γίνει αισθητά πιο απαιτητική. Αν και τυπικά η ύλη των εξετάσεων ταυτίζεται με την ύλη του Δημοτικού, στην πράξη το επίπεδο δυσκολίας είναι πολύ υψηλότερο. «Τα θέματα είναι απαιτητικά», εξηγεί. «Η ύλη είναι η ύλη που διδάσκονται στο δημοτικό θεωρητικά. Σαφώς όμως πέφτουν και πιο αυξημένης δυσκολίας θέματα». Στα μαθηματικά, μάλιστα, σημειώνει ότι τα τελευταία χρόνια η δυσκολία έχει αυξηθεί σημαντικά, σε σημείο που πολλοί εκπαιδευτικοί να θεωρούν απαραίτητη την εξοικείωση των παιδιών με μαθηματικούς διαγωνισμούς.

Η ίδια περιγράφει μια προετοιμασία που ξεκινά όλο και νωρίτερα. «Υπάρχουν παιδιά που ξεκινούν από την Ε΄ Δημοτικού, άλλα από το καλοκαίρι πριν από την ΣΤ΄ και άλλα τον Σεπτέμβριο της τελευταίας χρονιάς. Όλα, όμως, καλούνται να ανταποκριθούν σε έναν ιδιαίτερα αυξημένο όγκο εργασίας», λέει. Στο φροντιστήριο όπου εργαζόταν, οι μαθητές έγραφαν κάθε μήνα διαγωνίσματα προσομοίωσης διάρκειας δυόμισι ωρών, ακολουθώντας ακριβώς τη διαδικασία των πραγματικών εξετάσεων. «Κάναμε και τεστ διαχείρισης χρόνου», λέει, περιγράφοντας μια προετοιμασία που δεν αφορά μόνο τη γνώση αλλά και την εξοικείωση με τις συνθήκες πίεσης.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στη συμπεριφορά των μαθητών κατά τη διάρκεια της χρονιάς. «Υπάρχουν παιδιά που είναι πολύ αγχωμένα. Υπάρχουν παιδιά που απογοητεύονται γιατί νιώθουν μια ματαίωση, επειδή διαβάζουν πάρα πολύ και νιώθουν ότι δεν τα καταφέρνουν», λέει. Όπως τονίζει, μεγάλο ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια διαχειρίζεται τη διαδικασία. Για τον λόγο αυτό προσπαθεί να μεταφέρει διαρκώς στους μαθητές της ότι η αξία της προετοιμασίας δεν εξαντλείται στο αποτέλεσμα. «Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα, αλλά να κάνουν αυτή την προσπάθεια και να την φέρουν εις πέρας», υποστηρίζει.

Παρότι αναγνωρίζει τα οφέλη της διαδικασίας σε επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων, παραδέχεται ότι η επιτυχία στις εξετάσεις είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς εξωσχολική υποστήριξη. Όταν ερωτάται αν ένας μαθητής μπορεί να περάσει βασιζόμενος αποκλειστικά στο δημόσιο σχολείο, η απάντησή της είναι επιφυλακτική. «Είναι πολύ δύσκολο», λέει. Αν και αναγνωρίζει ότι υπάρχουν δάσκαλοι που προσπαθούν να προετοιμάσουν τα παιδιά μέσα στην τάξη, επισημαίνει ότι το Δημοτικό δεν έχει ως αποστολή του να λειτουργεί ως προπαρασκευαστικό κέντρο για τα Πρότυπα. Έτσι, το κενό καλύπτεται σχεδόν αναγκαστικά από φροντιστήρια και ιδιαίτερα. «Οι γνώσεις που απαιτούνται πατάνε σε μία ύλη που έχουν διδαχθεί τα παιδιά, αλλά είναι πολύ υψηλό το επίπεδο», εξηγεί.

Στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για τα Πρότυπα σχολεία, η καθηγήτρια στέκεται κυρίως στον φόβο των γονιών. «Βλέπουν τις ελλείψεις που υπάρχουν στα σχολεία της γειτονιάς και φοβούνται πάρα πολύ», αναφέρει. Πέρα από την ποιότητα της διδασκαλίας, πολλοί γονείς ανησυχούν για το σχολικό περιβάλλον, τις παρέες και τις συνθήκες κατά τις οποίες πραγματοποιείται η εκπαιδευτική διαδικασία. «Νομίζω ότι πιο πολύ φοβούνται το περιβάλλον», λέει χαρακτηριστικά.

Η μετατόπιση της ευθύνης της ποιοτικής εκπαίδευσης από το κράτος στην οικογένεια και το παιδί

Έτσι, η κρατική απαξίωση του δημόσιου σχολείου, η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και το κλίμα ανασφάλειας που αυτές δημιουργούν στις οικογένειες, καλούν γονείς και μαθητές να αναζητήσουν ατομικές λύσεις για προβλήματα που στην πραγματικότητα έχουν συστημικό χαρακτήρα. 

Με άλλα λόγια, το στρες για ποιοτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση ιδιωτικοποιείται: αυτό που θα έπρεπε να είναι συλλογικό θέμα, ευθύνη και υποχρέωση ενός υποστηρικτικού δημόσιου συστήματος, γίνεται ατομικό και οικογενειακό βάρος. Οι μαθητές δεν αρκεί να μάθουν, πρέπει να επιβιώσουν, και οι γονείς αναγκάζονται να επενδύσουν χρόνο, χρήμα και ψυχική αντοχή, απλώς για να καλύψουν τα κενά των πόρων που το κράτος δεν παρέχει. Η εικόνα που προκύπτει είναι μια σταδιακή μετατόπιση της ευθύνης από το κράτος στο άτομο, σε μία αποποίηση δημόσιων ευθυνών σχετικά με την υποστήριξη ενός βασικού αγαθού και δικαιώματος: αυτού της δημόσιας, αξιοπρεπούς, ποιοτικής παιδείας.