του Νίκου Σμυρναίου,

5 Οκτωβρίου 2026

Από τα προάστια του Παρισιού σε ολόκληρη τη χώρα

Το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο της Γαλλίας το φθινόπωρο του 2026 σημαδεύεται από μια αμφισβήτηση ιστορικών διαστάσεων. Η μαθητική κινητοποίηση ξεκίνησε αυθόρμητα στις 21 Σεπτεμβρίου από τα λαϊκά προάστια του Παρισιού, και συγκεκριμένα από την περιοχή του Κρετέιγ, με αφορμή τις εκτεταμένες ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό.

Μέσα σε μόλις δέκα ημέρες, το κίνημα εξαπλώθηκε σε εθνική κλίμακα, επηρεάζοντας περισσότερα από χίλια λύκεια σε ολόκληρη τη χώρα. Η έκτασή του παραπέμπει στη μεγάλη μαθητική απεργία του 1990.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κινήματα όπου τα κεντρικά λύκεια της πρωτεύουσας βρίσκονταν συχνά στην πρωτοπορία των μαθητικών αγώνων, το σημερινό ξεκίνησε από την περιφέρεια και τα υποβαθμισμένα προάστια. Εκεί οι μαθητές αποφάσισαν να αποκλείσουν τα σχολικά συγκροτήματα, καταγγέλλοντας τη συστηματική απαξίωση της δημόσιας παιδείας μετά από χρόνια περικοπών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Μια δημόσια εκπαίδευση υπό ασφυκτική πίεση

Στο επίκεντρο των αιτημάτων βρίσκεται η οξεία υλική και παιδαγωγική υποβάθμιση των σχολείων, αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου περιορισμού των δημόσιων δαπανών.

Η γαλλική δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργεί σήμερα με λιγότερους εκπαιδευτικούς σε σχέση με το 2008, παρότι ο μαθητικός πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά περίπου 250.000 άτομα. Το αποτέλεσμα είναι υπερπλήρη τμήματα, με περισσότερα από το 70% των τάξεων να ξεπερνούν τους 30 μαθητές.
Την ίδια στιγμή, οι μακροχρόνιες απουσίες εκπαιδευτικών που δεν αντικαθίστανται εγκαίρως διπλασιάστηκαν μεταξύ 2018 και 2024, αποτυπώνοντας τη βαθιά κρίση προσλήψεων που αντιμετωπίζει το υπουργείο Παιδείας. Ο μέσος όρος ηλικίας των λυκείων φτάνει τα 61 έτη, ενώ η ανεπαρκής θερμική μόνωση καθιστά πολλά σχολικά κτίρια δύσχρηστα κατά τις περιόδους ακραίων καιρικών φαινομένων.

Στα προβλήματα αυτά προστίθενται τα εξαντλητικά ωράρια, η αυξανόμενη πίεση για ακαδημαϊκή επιτυχία και το ταξικό φιλτράρισμα της Parcoursup. Η πλατφόρμα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση έχει μετατραπεί για μεγάλο μέρος των νέων σε πηγή έντονου άγχους και κοινωνικής ανασφάλειας.

Το μαθητικό κίνημα αμφισβητεί έτσι ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που επικαλείται την αξιοκρατία ενώ ταυτόχρονα αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες.

Η προσπάθεια απονομιμοποίησης του κινήματος

Απέναντι σε αυτή την αυθόρμητη έξαρση, το πολιτικό κατεστημένο και μεγάλο μέρος των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης επιστράτευσαν μια γνώριμη στρατηγική απονομιμοποίησης.

Ο Πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνύ, ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και στελέχη της δεξιάς και της ακροδεξιάς κατηγόρησαν ανοιχτά την αριστερή αντιπολίτευση, και ειδικότερα την Ανυπότακτη Γαλλία, ότι χειραγωγεί και υποκινεί ανήλικους μαθητές.

Παράλληλα, η κυρίαρχη μιντιακή εικόνα επικεντρώθηκε σε φλεγόμενους κάδους απορριμμάτων, αποκλεισμούς δρόμων και επεισόδια, επισκιάζοντας συχνά τις συνελεύσεις και τις ειρηνικές διαδηλώσεις που αποτελούν τον κύριο όγκο της κινητοποίησης.

Πρόκειται για ένα πατερναλιστικό αφήγημα που αντιμετωπίζει τους μαθητές ως αντικείμενα πολιτικής χειραγώγησης και όχι ως πολιτικά υποκείμενα με δική τους φωνή. Η ίδια η κινητοποίηση δείχνει ότι μια ολόκληρη γενιά εφήβων οργανώνεται αυτόνομα, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων (Instagram, Tiktok και κυρίως Snapchat), και ανακαλύπτει στην πράξη τη συλλογική πολιτική δράση.

Η παρουσία προοδευτικών πολιτικών στελεχών της Ανυπότακτης Γαλλίας και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στις κινητοποιήσεις δεν αναιρεί αυτή την αυτονομία. Σε πολλές περιπτώσεις, ο ρόλος τους περιορίζεται στη διαμεσολάβηση με τις αρχές και στην προσπάθεια προστασίας των διαδηλωτών από αστυνομικές αυθαιρεσίες.

Διαβουλεύσεις και απαγορεύσεις

Μέσα σε ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο, η κυβέρνηση αρνείται να διαθέσει νέους πόρους για τη δημόσια εκπαίδευση. Το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ψηφιακές πλατφόρμες διαβούλευσης και συμβούλια σχολικής ζωής, θεσμούς που οι ίδιοι οι μαθητές θεωρούν σε μεγάλο βαθμό διακοσμητικούς και ανίκανους να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα.

Συγχρόνως, η αστυνομία απαγορεύει τις συγκεντρώσεις σε ακτίνα εκατό μέτρων γύρω από εκατοντάδες λύκεια. Η επιβολή τηλεκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε επίσης ως μέσο για τη διάλυση των αποκλεισμών.

Οι αρχές απέστειλαν ακόμη απειλητικές επιστολές σε γονείς συλληφθέντων μαθητών, προειδοποιώντας για πιθανές σχολικές διαγραφές και ποινικές ευθύνες. Νομικές ενώσεις και οργανώσεις δικαιωμάτων χαρακτήρισαν τις πρακτικές αυτές επικίνδυνη διολίσθηση προς τον αυταρχισμό και περιορισμό θεμελιωδών ελευθεριών.

Η καταστολή απέναντι στους μαθητές

Η κρατική διαχείριση της κρίσης κορυφώθηκε με ένα πρωτοφανές κύμα αστυνομικής και δικαστικής καταστολής απέναντι σε εφήβους.

Οι δυνάμεις ασφαλείας προχώρησαν σε περισσότερες από 5.000 συλλήψεις, με περίπου το 85% να αφορά ανηλίκους, ενώ σχεδόν 2.000 μαθητές οδηγήθηκαν σε αυτόφωρη κράτηση μέσα σε λίγες ημέρες.

Η αστυνομική τακτική περιλάμβανε εκτεταμένη χρήση χημικών, αποκλεισμούς δρόμων και όπλα μειωμένης φονικότητας. Τουλάχιστον 180 μαθητές τραυματίστηκαν· σε μία περίπτωση, ένα μαθητής έχασε το μάτι του, ενός ένας 15χρονος στη Λενς έχασε το χέρι του από χειροβομβίδα κρότου λάμψης.
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα μαζικό μαθητικό κίνημα με πρακτικές που παραπέμπουν σε στρατιωτικοποιημένη διαχείριση κοινωνικής σύγκρουσης, γεγονός που δείχνει την αδυναμία της εξουσίας να εξασφαλίσει μια μίνιμουμ κοινωνική συναίνεση γύρω από την εκπαιδευτική της πολιτική.

Από τα λύκεια στο φοιτητικό και συνδικαλιστικό κίνημα

Φοιτητές προσχώρησαν στις διαδηλώσεις, θέτοντας παράλληλα ζητήματα σχετικά με τα δίδακτρα και το πάγωμα των στεγαστικών επιδομάτων.

Εκπαιδευτικά συνδικάτα συμμετείχαν στις πανεθνικές ημέρες δράσης, δημιουργώντας ένα κοινό μέτωπο μαθητών, φοιτητών και εργαζομένων στην εκπαίδευση.

Οι διαφορετικές διεκδικήσεις συγκλίνουν γύρω από το ερώτημα ποια θέση έχει η δημόσια εκπαίδευση σε ένα κράτος που επί χρόνια περιορίζει τις κοινωνικές δαπάνες και μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του κόστους και της ευθύνης στους ίδιους τους πολίτες.

Μια γενιά που αρνείται την παθητικότητα

Η σημερινή μαθητική εξέγερση συμπυκνώνει μια γενεακή άρνηση της Gen Z απέναντι σε μια εξουσία που απαιτεί από τους νέους να προσαρμοστούν νεοφιλεύθερη δόξα, ενώ οι δημόσιες δομές στις οποίες βασίζεται η κοινωνική τους πορεία αποδυναμώνονται.

Παρά τις απαγορεύσεις, τις συλλήψεις και την αστυνομική βία, οι μαθητές συνεχίζουν να οργανώνονται και να διεκδικούν χώρο στη δημόσια ζωή. Η κινητοποίησή τους είναι μια συνειδητή και συλλογική διεκδίκηση για δημοκρατική αξιοπρέπεια, κοινωνική ισότητα και υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου, και μαζί μια αμφισβήτηση ενός πολιτικού μοντέλου που ζητά από τη νεολαία να αποδεχθεί την υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών ως αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Μένει να φανεί αν η γαλλική πολιτική εξουσία θα απαντήσει ουσιαστικά στα αιτήματα του κινήματος ή θα επιμείνει στην καταστολή μιας κινητοποίησης που έχει ήδη ξεπεράσει τα όρια των σχολείων