Στην πραγματικότητα, η άνοδος του AfD αποτελεί ένα σύμπτωμα της αμερικανικής πολιτικής απόφασης να προσπαθήσει να διαιρέσει την Ευρασία, απομακρύνοντας τη Γερμανία από τη Ρωσία και οδηγώντας στη γερμανική αποβιομηχάνιση, με τίμημα ωστόσο τη σύζευξη της Ρωσίας στην Κίνα.
Στη Γερμανία, η αποβιομηχάνιση, ο πληθωρισμός και οι επιθέσεις στο σύστημα πρόνοιας, οι εκκλήσεις για συγκράτηση των μισθών και για ακύρωση των συλλογικών συμβάσεων συνδέονται με μια ρητορική στρατιωτικοποίησης της οικονομίας. Ταυτοχρόνως, γίνεται προσπάθεια εμπλοκής των συνδικάτων στο πρόγραμμα του επανεξοπλισμού, με αποτέλεσμα να απέχει από την αιχμή της κριτικής τους η διασύνδεση της στρατιωτικοποίησης με τη λιτότητα. Τα ίδια τα συνδικάτα προσπαθούν να προσαρμοστούν από μια οικονομία προσανατολισμένη στην ειρήνη σε μια οικονομία στραμμένη στην πολεμική προσπάθεια.
Το αντιπολεμικό κίνημα που αναπτύσσεται στη Γερμανία τονίζει τη σημασία απεξάρτησης των συνδικάτων από την κυβερνητική πολιτική, σε μια περίοδο όπου οι κύριες πολιτικές δυνάμεις σχεδιάζουν πώς να καταστήσουν τη Γερμανία μπροστάρη σε μια Ευρώπη επανενοποιημένη ενώπιον εξωτερικού κινδύνου. Το συγκείμενο είναι η ανεξαρτητοποίηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, ώστε η Γερμανία να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο, αλλά και μια αποβιομηχάνιση της Γερμανίας η οποία έρχεται σε δραματική αντίθεση με την άνοδο του παγκόσμιου νότου. Ο μιλιταρισμός θεωρείται ότι ήδη μειώνει την ανεργία, καθώς προκύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Την ίδια στιγμή υποχωρούν οι οικολογικές ευαισθησίες και καταργούνται κονδύλια για την κοινωνική πρόνοια, ενώ οι υπηρεσίες υγείας προσανατολίζονται προς μια αξιοποίησή τους εν καιρώ πολέμου. Οι αλλαγές περιλαμβάνουν μέτρα που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού Covid-19.
Η άνοδος του κόμματος AfD («Εναλλακτική για τη Γερμανία») συνδέεται και αυτή με την πιθανότητα εμπλοκής της Γερμανίας σε πόλεμο στην Ουκρανία, η οποία έχει οδηγήσει σε έντονες αντιδράσεις, μέσω καπήλευσης και σφετερισμού του αντιπολεμικού κινήματος. Βεβαίως η υποτιθέμενη «ειρηνική» πολιτική του AfD προσκρούει στον φιλοσιωνιστικό χαρακτήρα του και στην υποστήριξη φιλοπόλεμων πολιτικών στη Δυτική Ασία, όπως και στο έντονο αντιμεταναστευτικό του πρόταγμα. Σε κάθε περίπτωση, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, το AfD έγινε ο εντονότερος αντίπαλος της αποστολής όπλων στην Ουκρανία και των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αυτοπαρουσιαζόμενο ως νέο «ειρηνιστικό κίνημα» με παρουσία και στους δρόμους σε μια στρατηγική κίνηση να αποκτήσει οργανωμένη παρουσία πέρα από το κοινοβούλιο και να προσελκύσει πρώην αριστερούς ή απογοητευμένους ψηφοφόρους μέσω μιας πολιτικής «Querfront» δηλαδή «εγκάρσιου μετώπου» Αριστεράς–Ακροδεξιάς.
Την ώρα που ένα μέρος της παραδοσιακής γερμανικής ειρηνιστικής Αριστεράς περιθωριοποιήθηκε, καθώς μεγάλο μέρος της κεντροαριστεράς τάχθηκε υπέρ της στρατιωτικής υποστήριξης της Ουκρανίας, το AfD αξιοποίησε ζητήματα που μπορούν να ενώσουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως τον πόλεμο, τη στρατιωτικοποίηση, τις ενεργειακές τιμές, τον πληθωρισμό και τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου. Το AfD δεν χρειάστηκε καν να πείσει την πλειοψηφία ότι αποτελεί ένα πραγματικό ειρηνιστικό κόμμα, το οποίο εξάλλου και δεν είναι. Του άρκεσε να καταλάβει πολιτικά το ζήτημα της ειρήνης, αφήνοντας κόμματα της αριστεράς και του κέντρου να φαίνονται ως δυνάμεις του πολέμου και των εξοπλισμών.
Στην πραγματικότητα, η άνοδος του AfD αποτελεί ένα σύμπτωμα της αμερικανικής πολιτικής απόφασης να προσπαθήσει να διαιρέσει την Ευρασία, απομακρύνοντας τη Γερμανία από τη Ρωσία και οδηγώντας στη γερμανική αποβιομηχάνιση, με τίμημα ωστόσο τη σύζευξη της Ρωσίας στην Κίνα. Κατά τον τρόπο αυτό στην ευρύτερη Ευρασία συγκρούονται δύο διαφορετικές στρατηγικές: Η Κίνα έχει ως σύνθημά της το «ένωσε και εμπορεύσου», στους αντίποδες του «διαίρει και βασίλευε», που ακολουθούν οι ΗΠΑ. Η κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη Ένας Δρόμος» έχει ως σκοπό την ενοποίηση της Ευρασίας ακόμη και παρακάμπτοντας χώρες που αποσταθεροποιούν οι ΗΠΑ με πολεμικές επεμβάσεις, όπως λ.χ. το Αφγανιστάν και το Ιράν ή εντάσσοντας μια τροποποιημένη εκδοχή τους, που περιλαμβάνει σχετικό «γκριζάρισμα» της επικράτειάς τους λόγω τζιχαντιστικών ή αυτονομιστικών κινημάτων. Η αμερικανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» έχει διατυπωθεί με αρχετυπικό τρόπο τον Ιανουάριο 1988 στην «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας», όπου βρίσκουμε στην πρώτη σελίδα:
«Τα βασικότερα συμφέροντα εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ θα ετίθεντο σε κίνδυνο αν ένα εχθρικό κράτος ή ομάδα κρατών κυριαρχούσε στη χερσαία έκταση της Ευρασίας, δηλαδή στην περιοχή του πλανήτη η οποία αναφέρεται συχνά ως η ενδοχώρα του κόσμου. Πολεμήσαμε δύο παγκοσμίους πολέμους για να αποτρέψουμε αυτό να συμβεί. Και, από το 1945, επιδιώξαμε να εμποδιστεί η Σοβιετική Ένωση από το να κεφαλαιοποιήσει το γεωστρατηγικό της πλεονέκτημα, ώστε να κυριαρχήσει στους γείτονές της στη Δυτική Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, και να αλλάξει έτσι θεμελιωδώς την παγκόσμια ισορροπία ισχύος σε βάρος μας».
Η αρχή αυτή που έχει αναπτυχθεί με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, στα έργα Διπλωματία (1994) του Χένρι Κίσινγκερ και Η Μεγάλη Σκακιέρα (1997) του Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, κατά τη μονοπολική στιγμή, σήμερα λαμβάνει τη μορφή έντασης των πολεμικών κινητοποιήσεων σε μια γραμμή, η οποία τέμνει την Ευρασία περίπου από τη Βαλτική μέχρι τον Περσικό κόλπο, περνώντας από την ένταση που υπάρχει μεταξύ Ρωσίας και Βαλτικών χωρών, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις πολεμικές αναμετρήσεις στη Δυτική Ασία. Ο πόλεμος στο Ιράν ειδικότερα καταργεί τις πολύ επίμονες προσπάθειες της Κίνας για συμφιλίωση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, προκειμένου να υπάρξει ομαλοποίηση στην ευρύτερη περιοχή.
Για τις ΗΠΑ, οι συνεχείς αποτυχίες τους να εξασφαλίσουν τους στόχους τους στις αναμετρήσεις στη Δυτική Ασία αποτελούν «ρωμαϊκές ήττες», ήτοι το αντίθετο της «πυρρείου νίκης». Ο πόλεμος είναι ο αυτοσκοπός, επειδή στόχος είναι το «γκριζάρισμα» της κυριαρχίας του Ιράν στην επικράτειά του μέσω αυτονομιστικών κινημάτων, όπως οι Κούρδοι στα δυτικά και οι Μπαλούχοι στα νοτιοδυτικά. Επίσης, η στροφή του Ιράν ενάντια στις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου ακυρώνει την κινεζική πολιτική συμφιλίωσής τους. Η μακροπρόθεσμη πολιτική των ΗΠΑ για διάρρηξη της Ευρασίας επιτυγχάνει παρά τις παλινωδίες και τις θυμικές αντιδράσεις του Προέδρου Τραμπ.
Κατά τον 20ο αιώνα, οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν στις κεντρικές χερσαίες αυτοκρατορίες, στη Γερμανία και στη Σοβιετική Ένωση, ώστε να μην ενοποιηθεί η Ευρασία. Στον 21ο αιώνα ο μεγάλος αντίπαλος είναι η Κίνα. Ως προς το ευρωπαϊκό μέρος της πολιτικής, οι ΗΠΑ πέτυχαν να αποκόψουν τη Γερμανία από τη Ρωσία, σταματώντας το γερμανικό «οικονομικό θαύμα», που βασιζόταν στη φτηνή γερμανική ενέργεια, με τίμημα όμως τη σύζευξη Ρωσίας και Κίνας. Η τελευταία, ωστόσο, δεν είναι τόσο αρραγής μακροπρόθεσμα όσο μπορεί να υποτίθεται σήμερα λόγω μακραίωνου ανταγωνισμού στην Ανατολή, με επίκεντρο τη Μαντζουρία. Οι ΗΠΑ αναζητούν εν προκειμένω μια νέα πολιτική Κίσινγκερ, δηλαδή τον διεμβολισμό Ρωσίας και Κίνας που είχε επιτευχθεί στη δεκαετία του 1970.
Σε αυτό το γεωπολιτικό συγκείμενο ένα πραγματικό αντιπολεμικό κίνημα θα σήμαινε αφενός καταγγελία των ψευδών «ειρηνιστικών» κινημάτων της ακροδεξιάς, τα οποία ούτως ή άλλως πέπρωνται κατά κανόνα να οδηγούν σε μεγαλειώδεις κυβιστήσεις, όπως είδαμε στην Ιταλία της Μελόνι, αλλά και στις ΗΠΑ του Τραμπ. Και, αφετέρου, μία σοβαρή αντίσταση παραγωγικών δυνάμεων και συνδικάτων που τις εκφράζουν στην πλήρη απορρόφησή τους από τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας στην Ευρώπη.
