Το όνειρο για τον Μπέρνι Σάντερς και τους οπαδούς του τέλειωσε οριστικά με την παραίτησή του από την κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Ο Τζο Μπάιντεν είναι η υποχρεωτική επιλογή των Δημοκρατικών για να εκθρονίσουν τον Ντόναλντ Τραμπ από τον προεδρικό θώκο στις επικείμενες εθνικές εκλογές των ΗΠΑ, το Νοέμβριο. Για δεύτερη συνεχόμενη φορά ο Σάντερς έφτασε στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό. Πήρε τα μπράβο για τον όμορφο αγώνα του, αλλά έμεινε πάλι με το παράπονο της οριακής πικρής ήττας. Η απορία παραμένει: έκανε σειρά λαθών στο τέλος και έχασε μέσα από τα χέρια του το χρίσμα ή απλώς δεν μπόρεσε, οριακά, να ολοκληρώσει το θεωρητικά ακατόρθωτο: να εκλεγεί στην κορυφή του Δημοκρατικού Κόμματος ένας (δημοκρατικός) σοσιαλιστής, εβραίος και υπερήλικας;

Το προβάδισμα ο Μπάιντεν 

Αρκεί να δει κανείς τις δημοσκοπήσεις από τη στιγμή που ανακοίνωσε την πρόθεσή του να κατέβει ως υποψήφιος ο Μπάιντεν. Ο τέως αντιπρόεδρος των ΗΠΑ είχε το προβάδισμα μέχρι την αρχή των εσωκομματικών εκλογών.  Σε πολλές δημοσκοπήσεις ο Σάντερς ήταν στην 4η θέση, πίσω και από τον Πιτ Μπούτιτζιτζ (ή την Κάμαλα Χάρις) και από την Ελίζαμπεθ Γουόρεν.

Η γερουσιαστής από τη Βοστώνη μάλιστα, που μαχόταν να καταλάβει την ηγετική θέση στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος, είχε ξεκάθαρες ιδέες για δραστικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, είναι νεότερη σε ηλικία και, μετά τη Χίλαρι Κλίντον το 2016, ήταν η δεύτερη που διεκδικούσε να καταλάβει το Λευκό Οίκο μια γυναίκα για πρώτη φορά στην ιστορία.

Ο Μπούτιτζιτζ αρχικά προσπάθησε να εμφανιστεί ως μέλος του προοδευτικού κινήματος με δηλώσεις εναντίον του νεοφιλελευθερισμού, και να ενστερνιστεί μερικώς κάποιες από τις προτάσεις του Σάντερς ή της Γουόρεν. Στο τέλος του 2019 ήταν ξεκάθαρη η στροφή του προς τα δεξιά και έκανε συμπόσια με ζάμπλουτους όπως στην περίφημη «σπηλιά κρασιού» στην Καλιφόρνια . Χωρίς αμφιβολία είναι πολύ έξυπνος, νέος, βετεράνος έχοντας μία σύντομη στρατιωτική θητεία στο Αφγανιστάν, το οποίο για μια χώρα σαν τις ΗΠΑ θεωρείται σημαντικό βιογραφικό στοιχείο, ενώ ήταν και ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος υποψήφιος των Δημοκρατικών και έχει παντρευτεί το σύντροφό του, Τσάστεν.

Υπήρχαν και άλλοι σοβαροί υποψήφιοι όπως ο πολύ μοντέρνος σε θέματα τεχνολογίας και γενικά συμπαθής Άντριου Γιανγκ, η κεντρώα γερουσιαστής της Μινεσότα Έιμι Κλόμπουσαρ και οι δισεκατομμυριούχοι Μάικ Μπλούμπεργκ και Τομ Στάιερ, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν υψηλή δημοφιλία αλλά τα δολάρια που πετούσαν χωρίς μέτρο και ντροπή τους έδιναν πόντους στις δημοσκοπήσεις. Το πεδίο των υποψηφίων ήταν τόσο γεμάτο που οι ανερχόμενοι Αφροαμερικανοί γερουσιαστές Κόρι Μπούκερ (Νιού Τζέρσι) και Κάμαλα Χάρις (Καλιφόρνια) δεν επιβεβαίωσαν τις αρχικές εκτιμήσεις και αποσύρθηκαν πρόωρα έχοντας λίγα χρήματα από δωρεές και χαμηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις. Την ίδια τύχη είχε και ο αξιόλογος κυβερνήτης της Γουάσινγκτον, Τζέι Ινσλι, που είχε ίσως το πιο αναλυτικό και εμπεριστατωμένο σχέδιο για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο, προφανώς στην αρχή ο Σάντερς δε θεωρήθηκε ποτέ φαβορί.

Και όχι μόνο αυτό αλλά, πάντα σε αυτό το πλαίσιο, η θέση του στην κούρσα θεωρήθηκε πολύ επισφαλής από τους περισσότερους στην Γουάσινγκτον, με αρκετούς να στοιχηματίζουν ότι θα αποσυρθεί πρόωρα.

Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα γι’ αυτόν όταν στις 15 Οκτωβρίου του 2019 κατά την περιοδεία του στη Νεβάδα, υπέστη καρδιακή προσβολή Ενώ ακόμη νοσηλευόταν, φίλοι και εχθροί περίμεναν να προτάξει πρώτα την υγεία του και να αποσυρθεί από τον εκλογικό στίβο, εμφανίστηκε η χαρισματική αντιπρόσωπος του Μπρονξ στο Κογκρέσο, Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτέζ (Alexandria Ocasio-Cortez, AOC) να τον ενισχύσει και να τον επαναφέρει στο σωστό δρόμο . Σύντομα ακολούθησε και η στήριξη από τις αριστερές μουσουλμάνες πολιτικούς, Ιλχάν Όμαρ και Ρασίντα Ταλίμπ και ο Σάντερς εδραίωσε σταδιακά τη θέση του πίσω από τον Μπάιντεν στις δημοσκοπήσεις.

 

Τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του Σάντερς

Του πλήθος των διεκδικητών δεν ήταν τό μόνο πρόβλημα του Σάντερς. Επιμένει να δηλώνει σοσιαλιστής, κάτι αρνητικό στα μάτια όσων είναι μεγαλύτεροι από 55 ετών και έζησαν τον Ψυχρό Πόλεμο και την κόντρα με τη Σοβιετική Ένωση. Για το μέσο ηλικιωμένο Αμερικάνο ο σοσιαλισμός είναι κάτι πολύ κακό, ενώ το όλο σκάνδαλο με το πόσο η Ρωσία επηρέασε το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών, έχει ανακινήσει τα αντιρωσικά ένστικτα των Δημοκρατικών ψηφοφόρων. Η επίμονη διευκρίνιση του Σάντερς ότι αναφέρεται σε δημοκρατικό σοσιαλισμό δεν ήταν αρκετή για πολλούς. Στην κομβική εκλογικά Φλόριντα, των κουβανών αυτοεξόριστων, ακούγεται άσχημα ακόμα και η χρήση του όρου «επανάσταση» που χρησιμοποιεί ο Σάντερς για να περιγράψει το κίνημά του. Επίσης, οι εβραϊκές καταβολές του αποτελούσαν τροχοπέδη. Γιατί από τη μία δηλώνοντας ότι δεν είναι θρήσκος και δεν έχει χωρίς όρους προσκόλληση στο Ισραήλ, εξαγριώνει όσους Αμερικανούς Εβραίους είναι μέλη του πολιτικού κατεστημένου και διοικούν καθεστωτικούς συντηρητικούς οργανισμούς όπως είναι οι AIPAC, AJC και Anti-Defamation League. Στην Άιοβα και το Νιου Χαμσάιρ υπήρξαν και αρνητικές τηλεοπτικές διαφημίσεις από το νέο οργανισμό Democratic Majority for Israel. Από την άλλη μη θέλοντας για προσωπικούς λόγους να προβάλλει την εβραϊκή του συνείδηση, δεν μπόρεσε να αγγίξει συναισθηματικά σε μεγάλο βαθμό τους Αμερικανούς μεγαλύτερης ηλικίας που νοιώθουν αυτό το δέσιμο και θα ήθελαν να δουν έναν εβραίο πρόεδρο. Η εβραϊκή αριστερά πολύ πρόσφατα άρχισε να δομείται με οργανισμούς όπως οι J Street, If Not Now, Bend The Arc και η επιρροή τους είναι ακόμα περιορισμένη. Και προφανώς με τον αντισημιτισμό να είναι σε άνοδο θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι έχανε και κάποιο μέρος ψηφοφόρων που έχουν αντισημιτικές θέσεις.

Όπως θα πρέπει να θεωρείται και βέβαιο ότι ένα μικρό έστω μέρος των ψήφων του το 2016 ήταν έκφανση σεξισμού ανδρών που δεν ήθελαν να κυβερνηθούν από μία γυναίκα. Οι παραπάνω θέσεις όσο αντίθετες σε όλα όσα πρεσβεύει ο Σάντερς και αν είναι, υπάρχουν σε περιορισμένο βαθμό ακόμα και προς τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Και η Κλίντον δικαίως είχε δαιμονοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για το βεβαρημένο πολιτικό της παρελθόν και πολλοί στήριξαν τον Σάντερς πριν τέσσερα χρόνια ως την αντι-Κλίντον πρόταση. Κάποιον, που δεν ήταν διεφθαρμένος, δεν είχε πάρει τοξικές θέσεις και αποφάσεις και δεν τον επιβάρυναν σκάνδαλα. Δεν είχαν γίνει όλοι αυτοί σοσιαλιστές ξαφνικά.
Το 2020, χωρίς την Κλίντον στην κούρσα, αυτοί οι ψηφοφόροι «απελευθερωνόταν» προς τον Μπάιντεν, την Γουόρεν, τον Μπούτιτζιτζ και αλλού.

Τέλος, η προχωρημένη ηλικία του Σάντερς αποτελούσε αγκάθι για πολλούς. Κανείς Πρόεδρος των ΗΠΑ στο παρελθόν δεν ξεκίνησε τη θητεία του έχοντας 79 χρόνια στην πλάτη του.

Από την άλλη πλευρά τι τον έκανε τόσο ξεχωριστό στα μάτια των οπαδών του; Η ειδική αυτή σχέση χτίστηκε πάνω σε δύο άξονες: στις θέσεις και τον χαρακτήρα του. Κεντρική θέση στην καμπάνια του ήταν η μάχη για τη διεύρυνση του συστήματος υγείας στις ΗΠΑ. Η μάχη που δόθηκε από τον Ομπάμα για την επικύρωση του περίφημου νομοσχεδίου Obamacare, διεύρυνε την υγειονομική κάλυψη σε επιπλέον 10 εκατομμύρια Αμερικάνους και οι ασφαλιστικές εταιρείες ήταν υποχρεωμένες να καλύπτουν ανθρώπους που είχαν ήδη προϋπάρχοντα βαριά νοσήματα, ωστόσο το σύστημα υγείας εξακολουθεί να είναι πανάκριβο, ακόμα πιο περίπλοκο και να αφήνει έξω πάνω από 15 εκατομμύρια πολίτες. Ο μέσος Αμερικάνος πληρώνει το 12% των ετήσιων εισοδημάτων του στους γιατρούς και τα φάρμακα και οι άνεργοι μένουν εκτεθειμένοι χωρίς περίθαλψη. Ο Σάντερς, επεδίωκε να πληρώνει το αμερικανικό δημόσιο για όλα τα έξοδα, ακόμα και για τον οδοντίατρο και τα ακουστικά ακοής, εξαλείφοντας όλους τους μεσάζοντες και τις ασφαλιστικές εταιρείες, με το μέσο Αμερικάνο να πληρώνει ελαφρώς υψηλότερους φόρους (αναλογικά με τα εισοδήματα του κάθε φορολούμενου), αλλά κατεβάζοντας κατακόρυφα τα έξοδά του, αφού η Υγεία δε θα ήταν πια ιδιωτική υπόθεση. Υπάρχουν δημοσιευμένες μελέτες που έδειχναν ότι με τη μειωμένη γραφειοκρατία και την αποδέσμευση από τις ασφαλιστικές εταιρείες, το αμερικανικό δημόσιο θα εξοικονομούσε χρήματα.
Ήθελε, επίσης, να ενισχύσει τα δημόσια πανεπιστήμια, δωρεάν φοίτηση σε όλους τους φοιτητές, να τονώσει τα σωματεία, να πληρώνονται οι μέρες αποχής από την εργασία λόγω ασθένειας, να παρέχεται δωρεάν φροντίδα στα παιδιά των εργαζόμενων γονέων, βασικό μισθό στα 15 δολάρια την ώρα και μέτρα για την εξάλειψη της πολιτικής διαφθοράς. Έθετε συνεχώς το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και την ανάγκη να παρθούν άμεσα μέτρα ανάσχεσής της, όπως και τη μείωση των εξόδων σε εξοπλιστικά προγράμματα, με τις διεθνείς σχέσεις τις χώρες να στηρίζονται στο διεθνές δίκαιο και όχι τα συμφέροντα. Άλλωστε, για αυτά παλεύει από τα φοιτητικά του χρόνια, έχοντας υποστεί συλλήψεις, διώξεις, παρακολουθήσεις. Η συνέπειά του και ο πολυετής αγώνας του για τον αδύναμο, τον εργάτη και τις μειονότητες τον οδήγησαν στις καρδιές των κινημάτων και των αριστερών πολιτών.

Παράλληλα, μετά την καμπάνια του 2016 είχε πολλή μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στο εκλογικό σώμα. Επίσης, απέκτησε την απαιτούμενη εμπειρία για το πώς λειτουργεί μία τόσο μεγάλη προεκλογική εκστρατεία, και πως θα βρει κατάλληλους ανθρώπους να τον βοηθήσουν να προχωρήσει προς το στόχο του χρίσματος. Μία τέτοια καμπάνια είναι σαν μία πολύ μεγάλη εταιρεία με συγκεκριμένη διοικητική δομή: χρειάζονται πολλά ακόμη, εκτός από την ιδεολογική ταυτότητα. Μπορεί αρκετοί να μην ήθελαν να τα βάλουν με το σύστημα και την κομματική μηχανή που δούλευε για την Κλίντον το 2016, τώρα δεν είχαν, όμως, τους ίδιους δισταγμούς. Όσο για τον ίδιο, στηριζόταν σε ένα εκτενές δίκτυο εθελοντών και δωρητών που ενεργοποίησε για να τον στηρίξουν οικονομικά. Εκατομμύρια Αμερικάνοι έβαζαν 15-20 δολάρια τη φορά σε κάθε εξόρμησή του, στηρίζοντας τις ανάγκες της εκστρατείας με το γιγαντιαίο ποσό των 180 εκατομμύριων δολαρίων – πρωτοφανές στα εκλογικά χρονιά της χώρας.

Το αφήγημα των εκλογών στα μίντια και τα λάθη του Σάντερς

Στην Άιοβα, ο Σάντερς βγήκε νικητής και στην πρώτη ψηφοφορία και στην τελική με 6.000 ψήφους διαφορά από τον Μπούτιτζιτζ, αλλά η πολύ αργή και προβληματική καταμέτρηση των ψήφων με μία κακή εφαρμογή, έκλεψε τη δημοσιότητα. Επιπλέον το δαιδαλώδες εκλογικό σύστημα εκλογής τοπικών εκλεκτόρων, που μεταφράζονταν σε πανεθνικούς εκλέκτορες, έδινε μικρό προβάδισμα στο (δεύτερο) Μπούτιτζιτζ που όμως μειωνόταν σε κάθε επανακαταμέτρηση. Το κυρίαρχο αφήγημα, για λίγο, ήταν η ανέλιξη του δημάρχου από το μικρό Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα σε σοβαρό διεκδικητή του χρίσματος. Η επικράτηση σε ψήφους του Σάντερς ή ο καταποντισμός του Μπάιντεν συζητήθηκαν λιγότερο από ότι θα έπρεπε. Στο Νιού Χάμσιρ που ακολούθησε, πάλι επικράτησε ελαφρώς σε ψήφους αλλά μοιράστηκαν από εννέα εκλέκτορες με τον Μπούτιτζιτζ. Οι δύο νίκες του ήταν οριακές και φαινόταν να μην του δίνουν την ώθηση που περίμενε, ενώ τα μέσα άρχισαν να δίνουν υπερβολική προσοχή στην τρίτη θέση της Κλόμπουσαρ που θεωρήθηκε έκπληξη. Όμως, στη Νεβάδα η νίκη του ήταν σαρωτική. Η επικράτησή του ήταν πεντακάθαρη, στους Λατίνους ψηφοφόρους η κυριαρχία του ήταν καθολική και υπολειπόταν μόνο στους ηλικιωμένους Αφροαμερικάνους. Εκεί αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως το μεγάλο φαβορί, που θα έβλεπε τη Σούπερ Τρίτη για να μετουσιωθεί το εκλογικό προβάδισμά του σε πλεόνασμα εκλεκτόρων.

Εδώ όμως έγινε το πρώτο σοβαρό λάθος του Σάντερς. Από το 1992 και μετά δεν έχει πάρει κανείς υποψήφιος το χρίσμα χωρίς τη στήριξη των Αφροαμερικανών, που αποτελούν μακράν την πιο σταθερή δεξαμενή ψηφοφόρων των Δημοκρατικών. Οι εκλογές στη Νότια Καρολίνα με το 60% των Δημοκρατικών να είναι Αφροαμερικάνοι δίνουν πάντα τον τόνο για τη Σούπερ Τρίτη. Και φέτος συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Μπάιντεν, που μπορεί να είναι λευκός σαν το γάλα, αλλά ήταν αντιπρόεδρος του πρώτου Αφροαμερικανού πρόεδρου, Μπαράκ Ομπάμα. Επιπλέον, η παραδοχή του Σάντερς σε τηλεοπτική συνέντευξη, ότι η Κούβα επί Κάστρο είχε ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα έκανε ζημιά, κι ας ήταν αλήθεια. Ειδικά πριν τις εκλογές, η κριτική στα ταμπού της αμερικάνικης κοινωνίας – όπως είναι η Κούβα- δεν προσφέρει τίποτα θετικό παρά μόνο να ενοχλήσει κρίσιμες δεξαμενές ψηφοφόρων. Η συντριβή με 30 μονάδες διαφορά από τον Μπάιντεν απορρύθμισε το στρατόπεδο Σάντερς, που προέβλεπε μέγιστη διαφορά 5%, στη συντηρητική Ν.Καρολίνα.

Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών κινήθηκαν με απίστευτη ταχύτητα για να οδηγήσουν όχι απλά σε απόσυρση τον Μπούτιτζιτζ και την Κλόμπουσαρ αλλά και άμεση στήριξή τους στο Μπάιντεν, και μάλιστα «ζωντανά» και δίπλα του, επί σκηνής στο Τέξας. Ήταν ξεκάθαρο το μήνυμα του Δημοκρατικού Κόμματος: παρά τις όποιες ενστάσεις είχαν εκφραστεί νωρίτερα για τον Μπάιντεν, δεν θα άφηνε τον Σάντερς να προελάσει. Είχαν πάρει το μάθημα από τους Ρεπουμπλικάνους που άργησαν και δεν πρόλαβαν να σταματήσουν τον Τραμπ το 2016.

Την ίδια ώρα ο Σάντερς δεν λάμβανε υποστήριξη από κανέναν. Η Γουόρεν ήταν πιο κοντά του πολιτικά αλλά παρέμεινε μέχρι τη Σούπερ Τρίτη ελπίζοντας ότι οι αποχωρήσεις θα την ευνοήσουν. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μπιλ Ντε Μπλάζιο και η Μαράιαν Γουίλιαμσον τον στήριξαν αλλά η παρουσία τους δεν προσέδωσε οφέλη στον Σάντερς. Έτσι, ο Σάντερς ήταν στη μία πλευρά και όλοι οι υπόλοιποι στην άλλη, με τον Μπλούμπεργκ αστάθμητο παράγοντα, λόγω του περίπου ενός δισεκατομμυρίου που ξόδεψε. Ακολούθησε η απόλυτη στήριξη του Μπάιντεν από τα κανάλια, με τον έναν παρουσιαστή μετά τον άλλον να θριαμβολογεί για το μεγαλείο του. Και, ο κάθε opinion maker επηρεάζει πολύ περισσότερο από ένα κλασικό σποτ 30 δευτερολέπτων, ειδικά όταν τονίζει την έλλειψη στήριξης στο Σάντερς από την αφροαμερικανική κοινότητα. Έτσι, παρότι σε ορισμένες δημοσκοπήσεις πριν τη Νότια Καρολίνα ο Σάντερς φερόταν να έχει κλείσει εντελώς την ψαλίδα σε αυτό το πιστό στους Δημοκρατικούς κομμάτι των ψηφοφόρων, το κυρίαρχο αφήγημα στα μέσα ενημέρωσης μεταβλήθηκε σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Αποτέλεσμα ήταν ο Μπάιντεν να σαρώσει επικρατώντας σε 10 πολιτείες, ενώ ο Σάντερς κέρδισε εκτός από το προπύργιό του, Βερμόντ, μόνο την Καλιφόρνια, το Κολοράντο και τη Γιούτα. Χαρακτηριστική της επιρροής των μέσων ήταν το αποτέλεσμα στη Μασσαχουσέτη, που ο Μπάιντεν δεν επισκέφθηκε καν, δεν είχε εθελοντές ή διαφημίσεις αλλά πήρε καθαρά την πρώτη θέση κερδίζοντας και την Γουόρεν στο «σπίτι» της. Ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία από την Καλιφόρνια, που δείχνουν τον Μπάιντεν να κέρδισε με διαφορά τους ψηφοφόρους που αποφάσισαν τελευταία στιγμή, μέσα στην υπέρ του επικοινωνιακή λαίλαπα. Η πορεία της κούρσας έμοιαζε προδιαγεγραμμένη παρότι η διαφορά στους εκλέκτορες ήταν αναστρέψιμη. Χωρίς να υπάρχει καν ντιμπέιτ εκείνη την εβδομάδα, ο Μπάιντεν συνέχισε τον αγώνα του είτε κρυπτόμενος είτε μπερδεύοντας τα λόγια του, αλλά δεν είχε πολύ σημασία πλέον. Ο Μπλούμπεργκ αποσύρθηκε και τον στήριξε όπως και οι Γιανγκ, Χάρις και Μπούκερ. Η πολύ άνετη επικράτηση του στο Μίσιγκαν, τη Γουάσινγκτον, το Μισούρι και το Μισισιπί θεμελίωσε τη θέση του ως αδιαφιλονίκητο φαβορί. Ακολούθως ο κορονοϊός έκλεισε τα πάντα και στις ΗΠΑ και το μόνο που ήλπιζε ο Σάντερς ήταν να καταρρεύσει ο Μπάιντεν στο επόμενο ντιμπέιτ. Όμως ο πήχης είχε μπει τόσο χαμηλά για αυτόν από τους υποστηρικτές του Σάντερς, που το γεγονός ότι μπόρεσε να βγάλει το δίωρο ολοκληρώνοντας τις προτάσεις του και εξέφρασε τις θέσεις του με κάποια λογική συνέχεια, θεωρήθηκε ως πολύ καλή παρουσία.  Το γεγονός ότι πιάστηκε ψευδόμενος για θέσεις που είχε στο παρελθόν, τις οποίες είχε επαναλάβει πολλές φορές και υπάρχουν τα αντίστοιχα βίντεο, δεν ενόχλησε τους αναλυτές στην τηλεόραση.

Μέχρι και ο Σάντερς ξαφνιάστηκε από τη στάση του Μπάιντεν. Περίμενε ίσως να αναγνωρίσει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του και να δηλώσει ότι αναθεώρησε τώρα, όπως λίγο-πολύ συμβαίνει με όλους τους πολιτικούς. Εκεί όμως εντοπίζεται μία βασική αδυναμία του σε αυτήν τη αντιπαράθεση. Δεν ήθελε να επιτεθεί ευθέως στον αντίπαλό του: για αυτόν όλα ήταν μία μάχη ιδεών και πολιτικών θέσεων, όχι τόσο θέμα χαρακτήρα. Ο Σάντερς που έχει να υπερηφανεύεται ότι στη συντριπτική πλειονότητα των ζητημάτων έχει αποδειχθεί ότι ήταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας, με το Μπάιντεν στη λάθος, όταν πιάστηκε ψευδόμενος ο αντίπαλος του, δεν τον αποκάλεσε ψεύτη, κάλεσε απλά το κοινό να δει στο youtube γιατί δεν λέει την αλήθεια ο Μπάιντεν. Μέχρι και τα μέλη του επιτελείου του τον καλούσαν να γίνει πιο δυναμικός αλλά εις μάτην. Μάλιστα όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ο Σάντερς και η γυναίκα του, που αποτελούσε άτυπα την πιο στενή συνεργάτιδά του, δεν ήθελαν με τίποτε να πάνε σε μετωπική σύγκρουση με τον Μπάιντεν. Γνωρίζονταν αρκετά καλά τα τελευταία 14 χρόνια, συμπαθούσαν πολύ τη γυναίκα του και εκτιμούσαν την παλιά φιλία του, όταν πολλοί θεωρούσαν τον Σάντερς περιθωριακό πολιτικό. Αρνούνταν να κατανοήσει ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να ανακόψει το ρεύμα προς τον Μπάιντεν. Μάλιστα, έθεσε στο περιθώριο δυο από τους συμβούλους του, το δημοσιογράφο Ντέβιντ Σιρότα και την νομικό Ζεφίρ Τίτσαουτ, μετά τη δημοσίευση άρθρου της περί διαφθοράς του Μπάιντεν (με αναφορές στον γιο του και την ουκρανική εταιρεία φυσικού αερίου Μπουρίσμα). Υπήρχαν όμως και αυτοί που θεωρούν ότι ήταν πιο επιθετικός από ότι χρειαζόταν. Πολλοί σύμβουλοί του, μεταξύ αυτών και ο ηθοποιός Τζον Κιούζακ, ήθελαν από τον Σάντερς να παρουσιαστεί πιο ενωτικός, και να μην μείνει στη βάση του. Το μήνυμά του μετά τη Νεβάδα εναντίον του Δημοκρατικού κατεστημένου συζητήθηκε πολύ. Στο στρατόπεδο του Σάντερς πίστευαν ότι, με όλες τις συνυποψηφιότητες παρούσες, του αρκούσε το 30% της ψήφου. Όμως μετά τις αποχωρήσεις, αυτό δεν αρκούσε αυτό και δεν κατάφερε να αλλάξει έγκαιρα ρότα για να αυξήσει την επιρροή του. Η τακτική του να μιλάει εναντίον του κατεστημένου χωρίς να το οριοθετεί στο πρόσωπο του Μπάιντεν έδειχνε ότι προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο βάρκες, και αυτό μάλλον τον βούλιαξε.

Παρ όλα αυτά, ο Σάντερς κέρδισε τη μάχη των ιδεών. Μέχρι και στην πολιτεία του Μισισίπι οι ψηφοφόροι δήλωναν ότι ήθελαν ένα δημόσιο σύστημα υγείας, και ας στήριξαν τον υποψήφιο που δεν το θέλει με 77%. Το μήνυμα στο Σάντερς ήταν σαφές: «καλές οι ιδέες που έχεις, αλλά είναι πολύ ακραίες και δεν θα μπορέσεις να τις εφαρμόσεις». Σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα υπήρχε αυτή τη ανορθοδοξία. Ο Σάντερς έχασε εντελώς στο αφήγημα της εκλογιμότητας, οι ψηφοφόροι προέταξαν την ανάγκη εκλογής κάποιου που δεν θα πάει κόντρα στο σύστημα, αλλά αυτόν που έχει θεωρητικά καλύτερες πιθανότητες να νικήσει τον Τραμπ και να ενώσει τη χώρα επαναφέροντάς την στην εποχή Ομπάμα.
Τώρα γιατί θεωρούσαν ότι ο Μπάιντεν είναι πιο εκλέξιμος, όταν οι δημοσκοπήσεις έδιναν σχεδόν όμοια ποσοστά κόντρα στον Τραμπ;

Εκεί ρόλο έπαιξαν τα μέσα ενημέρωσης για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε λίγο πιο εκτενώς. Το κάπως πιο συγκρατημένο CNN σύμφωνα με κάποια μελέτη ήταν τρεις φορές πιο αρνητικό προς τον Σάντερς μετά την ήττα του στη Νότια Καρολίνα από ότι με τον Μπάιντεν μετά από αυτή στη Νεβάδα. Ένας από τους παρουσιαστές του αναρωτιόταν αν θα ανακοπεί πρώτα ο Σάντερς ή κορωνοϊός, αφήνοντας ταυτόχρονα και αντισημιτικά υπονοούμενα. Στο φιλοδημοκρατικό MSNBC η Τζόι Ριντ αναρωτιόταν γιατί έχει σημασία τι υποστήριζε ο καθένας τους στο παρελθόν, o πρώην σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον, Τζέιμς Κάρβιλ (νονός της φράσης «είναι η οικονομία ηλίθιε») είχε πιάσει μόνιμο στασίδι και χαρακτήριζε κομμουνιστή τον Σάντερς, προειδοποιώντας για τις συμφορές που θα φέρει τυχόν νίκη του, και ο Κρις Μάθιους εκτίμησε ότι η νίκη του Σάντερς στη Νεβάδα ήταν σαν την πτώση της Γαλλίας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ εξέφρασε φόβο ότι θα εκτελεστεί με τον Σάντερς στην ηγεσία…
Κοιτώντας τα δημογραφικά στοιχεία ο Σάντερς έχασε τους ηλικιωμένους και τους Αφροαμερικάνους. Όλες αυτές οι επιθέσεις φόβισαν τους μεγαλύτερους σε ηλικία ψηφοφόρους που είναι γενικά πιο συντηρητικοί και έχουν αρνητικά αντανακλαστικά προς οτιδήποτε πολύ αριστερό. Ο Σάντερς πίστευε ότι θα πάρει με το μέρος του τη νεολαία, αλλά για διάφορους λόγους και αυτήν τη φορά οι νέοι δεν είχαν αθρόα προσέλευση στις εσωκομματικές κάλπες. Οι συνταξιούχοι έχουν περισσότερο χρόνο και να διαμορφώσουν άποψη παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση στενά και να πάνε να ψηφίσουν, ενώ οι νεότεροι ασχολούνται λιγότερο με την πολιτική, είναι πιο πολυάσχολοι και το αμερικάνικο εκλογικό σύστημα τους αποτρέπει με τους κανονισμούς του να πάνε να ψηφίσουν. Από την άλλη πλευρά οι αφροαμερικάνοι παρουσιάζουν συνήθως μία πιο κυνική πολιτική συμπεριφορά. Συνηθισμένοι στις πολλές υποσχέσεις που δεν ακολουθούνται από πράξεις, είναι πιο δύσπιστοι σε μεγάλες ιδέες που θα αλλάξουν τη ζωή τους δραματικά προς το καλύτερο, παρότι το επιθυμούν. Τον Μπάιντεν τον ήξεραν  καλά και ήταν άλλωστε ο καλύτερος συνεργάτης του Ομπάμα. Μπορεί σε εμάς ο Ομπάμα να είναι μια ιστορική φιγούρα με αρκετά μελανά σημεία προς την εξωτερική πολιτική, αλλά για τους αφροαμερικανούς είναι είδωλο και τοτέμ για το Δημοκρατικό Κόμμα. Η σύνδεση αυτή ξεπερνούσε ιδέες και πολιτικές, όπου υπερείχε σαφώς ο Σάντερς. Επιπλέον οι αφροαμερικάνοι παραδοσιακά είναι πιο κεντρώοι ή συντηρητικοί και πιο θρησκευόμενοι, κανένα από αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά του Σάντερς.

 

Η αποδοχή της ήττας

Γιατί σταμάτησε νωρίς σχετικά την προσπάθειά του να λάβει το χρίσμα; Πρόδωσε τους πιστούς οπαδούς του; Τέτοιες αντιδράσεις είναι μάλλον υπερβολικές. Η ήττα πληγώνει, άλλωστε, και τον ίδιο τον Σάντερς που λίγο ή πολύ βρίσκεται σε αυτήν τη θέση τα πέντε τελευταία χρόνια. Όπως δήλωσε στον Στίβεν Κολμπέρ στο CBS, τα μαθηματικά της κούρσας είναι σαφή και θεώρησε ότι δεν μπορεί να λάβει το χρίσμα. Κάτι σωστό, αφού χρειαζόταν συνολικά πάνω από το 60% των ψηφοφόρων των υπολειπόμενων πολιτειών για να προσπεράσει τον Μπάιντεν, ενώ εμφανιζόταν 20-30 μονάδες πίσω από τον αντίπαλό του, σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Για να γίνει πλήρης αναστροφή της πραγματικότητας θα έπρεπε είτε ο Μπάιντεν να κάνει κάποια γκάφα χωρίς ιστορικό προηγούμενο είτε να εμπλακεί σε κάποιο πολύ σοβαρό σκάνδαλο. Και σε αυτά δεν προσμετράται η συμμετοχή του γιού του στην ουκρανική εταιρεία Μπουρίσμα. Οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών το γνωρίζουν και δεν τους απέτρεψε εν πολλοίς να δώσουν στήριξη στον πατέρα Μπάιντεν. Θεωρητικά ένα τέτοιο σκάνδαλο θα μπορούσε να είναι οι καταγγελίες της Τάρα Ριντ, ότι της επιτέθηκε σεξουαλικά το 1993. Αλλά, τα μέσα ενημέρωσης αποφάσισαν να προστατεύσουν τον Μπάιντεν και να μην ασχοληθούν καν με αυτήν την ιστορία. Μπορούμε όμως να θεωρούμε ότι ο Τραμπ, τη στιγμή που θα τον βολεύει πολιτικά, θα το φέρει στο προσκήνιο.

Ο Σάντερς σημείωσε, επίσης, ότι ακόμα και αν αξίζει να πολεμήσεις για τις ιδέες, με δεδομένη την ήττα, η παρούσα κατάσταση με τν κορονοϊό, το κάνει αδύνατο, αφού δεν μπορεί ούτε να κάνει ανοιχτές συγκεντρώσεις και ούτε οι εθελοντές και οι εργαζόμενοι στην καμπάνια του να πάνε να πείσουν τους ψηφοφόρους. Ακόμα και σε τεχνικό επίπεδο να το δει κανείς, δε γίνεται από τη μία να καλείς τους ψηφοφόρους να πάνε στις κάλπες να σε στηρίξουν, με κίνδυνο κυριολεκτικό της ζωής τους. Και δεν είναι όλες πολιτείες έτοιμες ακόμα για πλήρη διεξαγωγή εκλογών με επιστολική ψήφο.

Οι εκλογές στο Μίσιγκαν, το Ιλινόι και τη Φλόριντα δεν αναβλήθηκαν όπως έγινε στο Οχάιο, και αυτό που αποκαλύφθηκε λίγες εβδομάδες μετά ήταν αναμενόμενο: πολλοί από τους εργαζόμενους στα εκλογικά κέντρα της Φλόριντα βρέθηκαν θετικοί στον κορονοϊό. Οι τελευταίες εκλογές στο Γουισκόνσιν ήταν ο ορισμός της παρωδίας. Στη μεγαλύτερη πόλη του, το Μιλγουόκι, λειτούργησαν μόλις πέντε από τα 180 εκλογικά κέντρα, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την εμμονή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος περί μη αναβολής. Ο φονικός κυνισμός τους: στο πολυάνθρωπο Μιλγουόκι κατοικεί μικρό ποσοστό Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων όμως υψηλό Αφροαμερικανών και οι ουρές ήταν τρομακτικές.
Ο Σάντερς έβαλε πάνω απ’ όλα την υγεία των ψηφοφόρων, κατανόησε ότι δεν ήταν σωστή η στιγμή να παλέψει για το σχεδόν αδύνατο και πήρε τη δύσκολη απόφαση να αποχαιρετήσει την κούρσα δηλώνοντας πως είναι προτιμότερο να αξιοποιήσει το χρόνο του για να δουλέψει στη Γερουσία για την καλύτερη αντιμετώπιση της κρίσης.

Ωστόσο, η πρόθεση του να αφήσει το όνομά του στα ψηφοδέλτια των επικείμενων εκλογών έδωσε τροφή σε κάποια ακραία σενάρια στους οπαδούς του. Μήπως ήταν κάποιος τακτικισμός η απόσυρσή του για να επανενεργοποιήσει ξανά την καμπάνια του; Όχι, καλώς ή κακώς ο Σάντερς παραιτήθηκε από την προσπάθειά του να διεκδικήσει το χρίσμα οριστικά και αμετάκλητα. Το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι μπορούν να βάλουν ακόμα το όνομά του στις κάλπες, όταν θα επαναρχίσει η ουσιαστικά τυπική διαδικασία στις υπόλοιπες πολιτείες εξυπηρετεί τρία πράγματα: οι πιστοί ψηφοφόροι του, που δε συμπαθούν τον Μπάιντεν, μπορούν ακόμα να εκφραστούν πολιτικά, ο Σάντερς θα εξακολουθεί με παθητικό τρόπο έστω να συλλέγει κάποιους από τους 1719 εκλέκτορες που απομένουν για να μπορέσει να φέρει όσο το δυνατόν περισσότερο προς τα αριστερά την πλατφόρμα του Δημοκρατικού Κόμματος στο συνέδριο, χωρίς να ενοχλεί τους ισχυρούς του κόμματος που ανυπομονούν να βοηθήσουν τον Μπάιντεν επίσημα πολιτικά και οικονομικά στη μάχη του με τον Τράμπ: η καλύτερη μέση λύση με βάση τη διαμορφωθείσα κατάσταση για να τους αφήσει όλους έστω εν μέρει ικανοποιημένους.

Θα ήταν παράλειψη να μη δούμε και τον μελλοντικό κίνδυνο για τους αριστερούς πολιτικούς στις ΗΠΑ, αν συνέχιζε την εκλογική μάχη του μέχρι το συνέδριο. Τα ποσοστά του Σάντερς λογικά θα μειώνονταν, όπως έχει δείξει και το παρελθόν, αφού πολλοί από τους ψηφοφόρους, χωρίς καθαρή ιδεολογική συνείδηση, πάνε με το νικητή. Οπότε ο αγώνας του θα κατέληγε ως μία γραφική έκφανση επανάστασης, που θα λειτουργούσε επιζήμια στο κίνημά του, τις ιδέες του και τους συμμάχους του, που τον στήριξαν, και θα πάρουν τα ηνία στο μέλλον.

Κάποιοι στην αριστερά θα ήθελαν να δουν τον Σάντερς να κατεβαίνει ως ανεξάρτητος. Οι πιθανότητες εκλογής του θα ήταν μηδενικές, όμως. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να έχει την πλειοψηφία στο κεντρώο και ελαφρώς προς τα αριστερά Δημοκρατικό Κόμμα πως θα πείσει την πλειοψηφία των ΗΠΑ για να τον εμπιστευτεί; Ο Γιουτζίν Ντεμπς το 1912 με το Σοσιαλιστικό Κόμμα συγκέντρωσε 6%, ενώ στον επόμενο αιώνα «πλησιέστερα» στο Λευκό Οίκο έφτασε ως ανεξάρτητος ο δισεκατομμυριούχος Ρος Περό με 18,9%, απέχοντας 24 μονάδες από τον νικητή Μπιλ Κλίντον. Και ο Περό είχε την ιδιομορφία να είναι ζάμπλουτος με μεγάλη αναγνωρισιμότητα που όμως βρισκόταν κάπου στη μέση ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα: είχε θέσεις που μπορούσε να τραβήξει και από τις δύο δεξαμενές ψήφων. Ο Σάντερς θα ήταν η σπάνια ιστορική φιγούρα ανεξάρτητου υποψηφίου στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Πρακτικά δεν θα πολύ πιο δύσκολο να βρει τα χρήματα και τα στελέχη να τον στηρίξουν μία τέτοια προσπάθεια. Αν συνδυάσουμε τη συμπεριφορά και την έχθρα που του έδειξαν στο κόμμα τόσο το 2016 όσο και το 2020, θα μπορούσε να φερθεί εκδικητικά, και να στερήσει την εκλογή στον Μπάιντεν συγκεντρώνοντας έστω ένα ποσοστό της τάξης του 6-10%. Αλλά αυτό δεν είναι παιχνίδι στρατηγικής, είναι η ισχυρότερη καρέκλα στον πλανήτη. Ούτε εκδικητικότητα  ούτε υπέρμετρη φιλοδοξία έχει δείξει ως τώρα στην καριέρα του, δεν θα κηρύξει τον ανένδοτο στα 78 του εν μέσω παγκόσμιας πανδημίας. Άλλωστε στις δηλώσεις του όλο αυτόν τον καιρό θέτει ως πρωταρχικό στόχο να νικηθεί ο Τραμπ, επισημαίνοντας στα ντιμπέιτ πως αν κέρδιζε οποιοσδήποτε άλλος, θα έκανε ότι μπορούσε προς αυτήν την κατεύθυνση όπως έκανε και το 2016 στηρίζοντας απόλυτα την Κλίντον. Ήταν σαφής η δήλωσή του στον Κολμπέρ:

«Θα κάνω ότι μπορώ για να βεβαιωθώ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα επανεκλεγεί. Γιατί πιστεύω ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πιο επικίνδυνος πρόεδρος στη σύγχρονη ιστορία της χώρας». Την επόμενη μέρα στον Κρις Χέιζ στο MSNBC παραδέχτηκε ότι συνομίλησε τόσο με τον Μπαράκ Ομπάμα όσο και με τον ίδιο τον Μπάιντεν, τον οποίο παίνεψε δημόσια: «Γνωρίζω τον Τζο Μπάιντεν για πολλά χρόνια. Τον γνώρισα από το 2006, όταν μπήκα στη Γερουσία και  δούλεψα μαζί του σε μία σειρά από θέματα και αργότερα όταν ήταν αντιπρόεδρος. Μου αρέσει ο Τζο. Τον σέβομαι, νομίζω πως είναι ένας καλός έντιμος άνθρωπος και νομίζω ότι μπορούμε να δουλέψουμε μαζί».

Ένα ακόμα σενάριο που μοιάζει με θεωρία συνομωσίας είναι ότι ο Μπάιντεν δεν θα καταφέρει να φτάσει μέχρι τον Νοέμβριο. Ότι η ψυχική του υγεία είναι σε τέτοιο χάλι που θα αποσυρθεί μόνος του. Μπορεί να εμφανίζει σημάδια ξεκάθαρης πτώσης στη δημόσια εικόνα του, είναι και 77 ετών, αλλά καταφέρνει να βγάζει σε πέρας τις λίγες συνεντεύξεις που δίνει. Θα καταρρεύσει τόσο πολύ μέσα στο επόμενο εξάμηνο; Στο επιτελείο του πιστεύουν ότι θα τα καταφέρει μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου. Από κει και μετά αν καταπέσει τόσο πολύ μπορεί, έχοντας εκθρονίσει τον Τραμπ και να πάρει τη θέση του η αντιπρόεδρος που θα διαλέξει. Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο: ο Φράνκλιν Ρούσβελτ κατέβηκε στις εκλογές του 1944, παρά τα προβλήματα υγείας του, κέρδισε, και τρεις μήνες μετά την ενθρόνισή του πέθανε αφήνοντας στη θέση του τον τότε αντιπρόεδρο Χάρι Τρούμαν.

 

Το μέλλον της πολιτικής επανάστασης του Σάντερς

Πλέον το όνειρο για πραγματικά αριστερό «Πλανητάρχη» χάθηκε με την ήττα του Σάντερς, αλλά το μάθημα που πρέπει να πάρει η αριστερά από τις δυο προεδρικές καμπάνιες του είναι ότι μπορεί να αποκτήσει κομβικό και ίσως ακόμα και κυρίαρχο ρόλο στην αμερικανική πολιτική ζωή. Ο Σάντερς έκανε κάποια σημαντικά λάθη που θα μπορούσαν να μην του στοιχίσουν, όμως του στοίχισαν αφού τα περιθώρια λάθους για έναν αριστερό πολιτικό είναι πολύ στενότερα από ότι για έναν κεντρώο ή δεξιό. Το 2024 θα είναι 82 ετών και προφανώς δεν θα είναι πάλι υποψήφιος. Υπάρχουν όμως και άλλοι προοδευτικοί πολιτικοί που μπορούν να πάρουν τη σκυτάλη. Μια προφανής απάντηση είναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Σίγουρα η στάση της προς τον Σάντερς δίχασε και ίσως προσέβαλε το μεγαλύτερο τμήμα της αμερικανικής αριστεράς, αλλά τέσσερα χρόνια είναι αρκετά για να επουλωθούν οι περισσότερες πληγές. Η Γουόρεν δεν παύει να έχει πολύ αξιόλογες προτάσεις για τα θέματα που απασχολούν τους κοινωνικά αδύνατους και παράλληλα έχει και την τεχνοκρατική γνώση να τις εφαρμόσει. Βέβαια έχει ήδη περάσει τα 70, οπότε θα πρέπει να αναλάβει αργά ή γρήγορα νεότερη γενιά. Εκεί φαίνεται να περιμένει το… θρόνο της η Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτέζ που πραγματικά τα έχει σχεδόν όλα: γνώση, χάρισμα, δημοφιλία. Δύσκολα θα βρει αντίπαλο να τη σταματήσει στο Δημοκρατικό Κόμμα, αν και όποτε θελήσει να κατέβει για πρόεδρος. Αυτή τη στιγμή όμως είναι μόλις 30 ετών και οι αναλυτές τονίζουν ότι χρειάζεται να συλλέξει περισσότερη εμπειρία για να είναι απόλυτα έτοιμη την κατάλληλη στιγμή, να διευρύνει την επιρροή της και να αποκτήσει μεγαλύτερες αντοχές για τις ανοίκειες επιθέσεις που δεδομένα θα δεχθεί από τη μεγαλοαστική πτέρυγα των Δημοκρατικών και από τους Ρεπουμπλικάνους.

Υπάρχουν και άλλοι ενδιαφέροντες πολιτικοί όπως ο Ρο Κάνα από το Σαν Φρανσίσκο που προαλειφόταν για τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών από τον Σάντερς, η επίσης Καλιφορνέζα και με πολύ δυναμική παρουσία στη Βουλή των Αντιπροσώπων Κέιτι Πόρτερ και η πιο έμπειρη Γερουσιαστής από το Γουισκόνσιν, Τάμι Μπόλντγουιν. Η πιθανότητα να δούμε υποψήφια την Ρασίντα Ταλίμπ, μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεδομένου ότι είναι σοσιαλίστρια, μουσουλμάνα, παλαιστινιακής καταγωγής. Επίσης, είναι πιθανό το κενό που θα δημιουργηθεί από την απουσία του Σάντερς να προσπαθήσει να το καλύψει ένας πιο κεντρώος πολιτικός σαν τον Κόρι Μπούκερ, ή να δούμε ακόμα και τον Πιτ Μπούτιτζιτζ να επιχειρεί άλλο ένα ιδεολογικό άλμα, όπως έκανε και σε αυτόν εκλογικό κύκλο. Όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς με την ταχύτητα που αλλάζουν θέσεις υπέρμετρα φιλόδοξοι πολιτικοί.

Το στίγμα που άφησε την τελευταία πενταετία ο Μπέρνι Σάντερς δεν θα ξεχαστεί γρήγορα, όμως. Η πάλη για έναν πιο καθολικό σύστημα υγείας, για καλύτερη δημόσια εκπαίδευση, για πλήρη απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων σε όλες τις μειονότητες, για την αποδέσμευση της πολιτικής από τους διαπλεκόμενους λομπίστες, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και για το τέλος των πολέμων θα συνεχιστεί και από τα πολιτικά «παιδιά» του. Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του είναι ίσως η αγνή, για κάποιους ουτοπική, αντιμετώπιση της πολιτικής, στην οποία η αντιπαράθεση των ιδεών γίνεται με γνώμονα το καλύτερο αύριο των πολιτών και του πλανήτη ολόκληρου. Δεν προσπάθησε να συκοφαντήσει τους αντιπάλους του ή να εμπλακεί σε προσωπικές επιθέσεις. Το τήρησε σε τέτοιο απόλυτο βαθμό που τον έβλαψε στο τέλος κόντρα σε αντιπάλους που δεν είχαν πρόβλημα να πουν ψέματα και να συκοφαντήσουν χωρίς να κοκκινίζουν. Η απόφασή του να χρησιμοποιήσει το απόθεμα των δωρεών για να παρέχει σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη στους 500 περίπου εναπομείναντες εργαζόμενους της καμπάνιας του μέχρι το Νοέμβριο δείχνει και το ήθος του. Η ήττα ήρθε με το κούτελό του καθαρό και την αξιοπρέπειά του στα ύψη. The struggle continues.