Το βιβλίο μιλάει παράλληλα και εναλλάξ για δύο ιστορικά υπαρκτά πρόσωπα: Τον γιατρό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, γιατρό γυναικολόγο, που στην Κατοχή ανέλαβε δωσίλογος “πρωθυπουργός” της κατοχικής κυβέρνησης υπό τους Ναζί κατά την περίοδο 1942-1943. Και παράλληλα για τον ιδεαλιστή γιατρό [χειρούργο] τον Πέτρο Κόκκαλη, ο οποίος την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία [την ακριβώς αντίθετη]. Εντάχθηκε στην Αντίσταση και στις δύο κυβερνήσεις του Βουνού [την πρώτη με το ΕΑΜ το 1944 και την δεύτερη με τον ΔΣΕ το 1948] και έγινε ο χειρουργός των σπηλαίων του Γράμμου και του Βιτσίου, κατέληξε δε σε ισόβια εξορία στην Ανατολική Γερμανία όπου πέθανε.
Το βιβλίο σε κατακτά πρώτα απ’ όλα με την αφηγηματική δεινότητα του Ξενοφώντα Κοντιάδη, που παλιά δεν την γνωρίζαμε, που την γνωρίσαμε πρόσφατα και την έχουμε συναντήσει και σε δύο προηγούμενα ιστορικής μυθοπλασίας βιβλία του [“Η νύχτα που έφυγε ο Παύλος ( εκδ. ΤΟΠΟΣ 2023) και “Η τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο” (εκδ. ΤΟΠΟΣ 2022)που αναφέρεται στην εκτέλεση του Μπελογιάννη].
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο του βιβλίου είναι ότι, ενώ αναφέρεται σε υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, καταφέρνει να μετατρέψει το χρονικό της ζωής και δραστηριότητας τους σε μυθιστορηματική πλοκή, σεβόμενος όμως την ιστορική πραγματικότητα, όπως έχει καταγραφεί, σε βιβλία ιστορικών και σε μαρτυρίες, χωρίς να την αλλοιώνει. Η αφηγηματική του γοητεία βρίσκεται περαιτέρω στο γεγονός ότι γίνονται με ανάγλυφο τρόπο εμφανή τα ψυχικά και πολιτικά διλήμματα των δύο ηρώων, στην καθημερινότητα τους, στις επαγγελματικές τους φιλοδοξίες και στην οικογενειακή τους συνθήκη.
Επίσης η πορεία και των δύο εξηγείται- χωρίς όμως να δικαιολογείται σε ότι αφορά τον εξ αυτών δωσίλογο [τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο]- με βάση το περιρρέον κλίμα της εποχής τους. Το αναφέρω αυτό διότι συνήθως έχουμε την τάση να αναφερόμαστε στον βίο και την πολιτεία διαφόρων ιστορικών προσωπικοτήτων με βάση την ύστερη γνώση, που έχουμε σήμερα γι΄αυτούς και την ασφαλή γνώση για το που κατέληξε η ιστορική περιπέτεια της οποίας υπήρξαν μάρτυρες.
Η περίπτωση του ιδεολόγου Πέτρου Κόκκαλη που διάλεξε στις τραγικές στιγμές του πολέμου και της κατοχής την “καλή πλευρά” της Ιστορίας είναι λογοτεχνικά αλλά και απολογιστικά πιο εύκολη, με την έννοια ότι πάντα η πρόκληση και το δύσκολο για ένα ιστορικό και κυρίως για ένα λογοτέχνη, είναι να αποδώσει την πλήρη εικόνα για τον “ήρωα” που ακολούθησε τον “κακό δρόμο”, που εγκλημάτησε. Κάτι τέτοιο είναι, εκτός των άλλων, ενδιαφέρον άλλα και κρίσιμο για να μπορέσουμε να προβληματιστούμε, αφού αποδώσουμε ακριβοδίκαια την προσωπική και ιστορική αλήθεια, αλλά και [κυρίως] για να αντλήσουμε διδάγματα για το μέλλον. Για το πως δηλαδή θα μπορούσε ενδεχομένως να αποφευχθεί στο μέλλον σε παρόμοιες τραγικές στιγμές, ένα πρόσωπο να επιλέξει ένα μη συνειδητό ενστικτώδη δρόμο. Τον δρόμο της ήσσονες προσπάθειας, της ματαιοδοξίας και τον δρόμο που τα πάθη του, ή η προσωπική του αισθητική του επιτάσσουν και να γίνει συνεργός σε ένα κατήφορο, που δεν δείχνει ευθύς εξαρχής σε τι καταστροφή οδηγεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ξενοφών Κοντιάδης μας λέει ότι ο Πέτρος Κόκκαλης ακολούθησε ένα εύκολο ή ένα αυτονόητο μονόδρομο. Και οι δύο [Λογοθετόπουλος και Κόκκαλης] ήταν άτομα αστικής καταγωγής, κοσμοπολίτες με συντηρητικές φιλοβασιλικές καταβολές. Και οι δύο ήταν λαμπροί επιστήμονες στον τομέα τους ο καθένας με πλούσιο κοινωνικό έργο και με μεγάλη αφοσίωση στην ιατρική δεοντολογία. Και οι δύο είχαν σπουδάσει στην Γερμανία. Όμως ο Λογοθετόπουλος απέκτησε από την γερμανική του εμπειρία ένα [καθόλου σπάνιο για την εποχή του] έντονο φιλογερμανισμό, ο οποίος ήταν διάχυτος σε πολλούς Έλληνες διανοητές ή επιστήμονες που είχαν σπουδάσει στην Γερμανία, στις αρχές του 20ου αιώνα και είχαν γοητευθεί από τον Γερμανικό σχολαστικισμό, την Γερμανική ακαδημαϊκή προσέγγιση, τον Γερμανικό ιδεαλισμό και μια παράξενη αισθητική τελειοθηρία, καθώς και την Γερμανική αρχαιολατρία. Μια Γερμανική κουλτούρα η οποία όμως αδιαφορούσε για τις πολιτικές προεκτάσεις της και συνέπειες της. Με λίγα λόγια οι λάτρεις της κουλτούρας αυτής αδιαφορούσαν για την Δημοκρατία και για την ισότητα των μελών του ανθρωπίνου είδους. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι και οι κουλτούρες των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών ήταν αυτές αψεγάδιαστες στο θέμα αυτό. Το κλίμα αυτό το έχει αποδώσει καλύτερα από όλους ο Τhomas Mann στο κλασσικό του βιβλίο “Οι στοχασμοί ενός απολίτικου” [1929]. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Γερμανία άνθρωποι ευαίσθητοι, που έγραφαν ποιήματα, μουσική κλπ γοητεύτηκαν ή πάντως ουδόλως ενοχλήθηκαν από τον εθνικοσοσιαλισμό, τουλάχιστον στις πρώτες φάσεις του. Δεν τους χτύπησε κανένα καμπανάκι. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική αυταρχική διανόηση του Μεσοπολέμου,η οποία χωρίς να αποτελείται από ανθρώπους που εγκωμίαζαν τους “κουμπουροφόρους” των διαφόρων ανά την Ευρώπη ταγμάτων εφόδου και που ανήκαν στα πολιτισμένα αστικά σαλόνια, δεν συνειδητοποίησε τι βαρβαρότητα έφερε στην εξουσία ο Χίτλερ το 1933. Δεν χτύπησαν δημοκρατικοί ή έστω απλά ουμανιστικοί συναγερμοί την χρονιά εκείνη. Χρειάστηκε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα για να συνειδητοποιήσουμε σε τι Τάρταρα βαρβαρότητας, μπορούμε να κατρακυλήσουμε όλοι μας, αν δεν ελέγχουμε τακτικά τη συνείδηση μας και για να μπορέσουμε να πούμε το “Ποτέ πιά”.
Ο Λογοθετόπουλος ο οποίος είχε παντρευτεί Γερμανίδα παρέμεινε γοητευμένος από το Γερμανικό πνεύμα και την Γερμανικότητα μέχρι το τέλος. Και δεν τον ξύπνησε ούτε η Γερμανική Κατοχή και οι βαρβαρότητες των Ναζί, ούτε ο λιμός. Και εκεί τελειώνουν οι εξηγήσεις και αρχίζει η προσωπική του ευθύνη. Μετά την Κατοχή προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά δεν έπεισε κανένα. Καταδικάστηκε σε ισόβια, αμνηστεύτηκε από το μετεμφυλιακό κράτος και πέθανε ξεχασμένος μέσα στην γενική ανυποληψία.
Αντίθετα ο Πέτρος Κόκκακης, ο οποίος ήταν στενός γνωστός του Λογοθετόπουλου, ακολούθησε τον δύσκολο και επικίνδυνο δρόμο της Αντίστασης και της εγκατάλειψης της άνεσης της καριέρας του, που ήταν αυτή ενός καταξιωμένου γιατρού και καθηγητή, για το άγνωστο. Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο. Όλα είναι θέμα προσωπικής επιλογής σε μια κρίσιμη στιγμή. Αυτή είναι η τεράστια ευθύνη που μπορεί να πέσει κάποια στιγμή στους ώμους όλων μας. Δυστυχώς, η ανθρώπινη Ιστορία μας απομαγεύει και μας δείχνει ότι μόνο μια μειοψηφία έχει τη δύναμη, το σθένος και το θάρρος να πει το μεγάλο “Όχι” [διότι περί αυτού πρόκειται]. Πολλοί, χωρίς καθόλου να είναι τέρατα [διότι υπάρχουν και αυτοί] και όντας μάλιστα έως και συμπαθητικοί και με καλές πλευρές, άνθρωποι δεν το λένε. Είναι αυτό που η Χάννα Άρεντ ονομάζει η “κοινοτοπία του κακού”. Βέβαια από τη στιγμή που κάποιος θα κάνει την λάθος επιλογή, την κρίσιμη στιγμή, το κατρακύλισμα του μετά δεν θα έχει ούτε έλεος ούτε τελειωμό. Αυτά είναι τα αιώνια ανθρώπινα διλήμματα και θα υπάρξουν και στο μέλλον. Θα υπάρχουν, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι. Εγγύηση εύκολης ζωής δεν έχει κανείς.
Για να επανέλθω στο βιβλίο. Η μέγιστη αρετή του είναι ότι δείχνει την τραγικότητα της μοίρας ανθρώπων που έζησαν σε περιόδους, όπου η Ιστορία μετατράπηκε σε μια αμείλκτη συμφορά. Ο Λογοθετόπουλος όμως δεν έχει ούτε καν το ελαφρυντικό ότι πιέστηκε. Με μεγάλη ευκολία συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Θα μπορούσε να μην γίνει αντιστασιακός. Άλλο όμως το μένω παθητικά ουδέτερος και άλλο το συνεργάζομαι και μάλιστα σε κορυφαίο επίπεδο. Βέβαια από τη στιγμή που ακολούθησε τον τελευταίο αυτό δρόμο, οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταμέλεια του και παρασπονδία του, θα τιμωρούνταν παραδειγματικά από τους Γερμανούς. Όμως ας πρόσεχε και ας μην έμπλεκε.
Αντίθετα ο Κόκκαλης έχοντας ευαίσθητες κεραίες, ενώ τίποτε δεν τον είχε προετοιμάσει στον πρότερο βίο του να γίνει αντιστασιακός και ήρωας, αφυπνίστηκε από την δυστυχία που είδε να ενσκήπτει γύρω του. Ο ανθρωπισμός του και η εντιμότητα του και όχι κάποια μαρξιστική θεωρητική κατάρτιση έδιωξαν γρήγορα τον αστικό κονφορμισμό του και τον οδήγησαν στην δύσκολη προσωπικά και οικογενειακά ταλαιπωρία του Βουνού, των διώξεων από το βάρβαρο κράτος της Δεξιάς και την ισόβια εξορία.
Η τραγικότητα του Κόκκαλη υπήρξε άλλη. Το ότι έζησε στην Ανατολική Ευρώπη την μεταλλαγή του ιδεώδους στο οποίο είχε πιστέψει ότι θα άλλαζε την ανθρωπότητα σε μια ολοκληρωτική κομματική δικτατορία.
Ωστόσο ο Ξενοφών Κοντιάδης δεν κάνει το λάθος των ίσων αποστάσεων. Είναι σαφές ότι ενώ μας μεταφέρει στο δύσκολο κλίμα της εποχής, στην ζοφερή Κατοχή, μας δείχνει ότι η συνεργασία με τον ναζιστή κατακτητή δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη πολιτική εκτροπή, όπως πχ ο Σταλινισμός. Και αυτό είναι μια ακόμη μεγάλη αρετή του βιβλίου, στην εποχή μας, στην οποία μαζί με την άνοδο της Ακροδεξιάς καλπάζει ο ιστορικός αναθεωρητισμός και η σχετικοποίηση των πάντων. Ακόμη και των αντιδημοκρατικών και φασιστικών ιδεολογιών και πρακτικών.
Τέλος, δεν μπορώ να μην εκφράσω την εκτίμηση μου στο γεγονός ότι ο Ξενοφών Κοντιάδης έχει το μεγάλο θάρρος να μιλήσει έξω από τα δόντια και δημόσια και να προβεί σε μια δική του “πατροκτονία”. Από το βιβλίο έμαθα ότι ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος [ο “κακός’’ της υπόθεσης] ήταν προπάππους του.
Συμπέρασμα: Διαβάστε το βιβλίο.
