Σύμφωνα με τον ίδιο, το υπουργείο προχώρησε στην επαναχορήγηση των αδειών μετά την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διοικητικής διαδικασίας, ωστόσο εκφράζει επιφυλάξεις για τον τρόπο και τον χρόνο με τον οποίο έγιναν οι σχετικές ενέργειες.

Ο κ. Λαζαράτος υποστηρίζει ότι το υπουργείο κινήθηκε με «περισσή σπουδή», καθώς οι νέες αποφάσεις εκδόθηκαν πριν ακόμη καθαρογραφούν οι ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Κατά την άποψή του, το βασικό νομικό ζήτημα αφορά το αν πρόκειται πράγματι για νέες άδειες ή για επαναχορήγηση των προηγούμενων αδειών, οι οποίες είχαν ακυρωθεί από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο.

Ο καθηγητής θεωρεί ότι, εφόσον οι παλαιές άδειες ακυρώθηκαν, το υπουργείο θα έπρεπε να τις ανακαλέσει και στη συνέχεια να προχωρήσει εξαρχής στη διαδικασία χορήγησης νέων. Αντίθετα, εκτιμά ότι από τις νέες αποφάσεις προκύπτει πως επιχειρείται η επαναχορήγηση των ακυρωμένων αδειών χωρίς προηγούμενη ρητή ανάκλησή τους, εξέλιξη που χαρακτηρίζει νομικά και συνταγματικά προβληματική.

Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οι νέες άδειες ενδέχεται να προσβληθούν εκ νέου, μεταξύ άλλων και ενώπιον της Επιτροπής Συμμόρφωσης του ΣτΕ. Όπως υποστηρίζει, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί αν οι νέες αποφάσεις συνιστούν ανάκληση των παλαιών αδειών και χορήγηση νέων ή αν πρόκειται για επαναχορήγηση των ήδη ακυρωμένων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο κ. Λαζαράτος στο ζήτημα του προηγούμενου ακαδημαϊκού έτους και της αναγνώρισης των σπουδών των φοιτητών. Όπως επισημαίνει, εάν το υπουργείο θεωρεί ότι επαναχορηγεί τις παλαιές άδειες, θα πρέπει να εξηγήσει με ποια νομική βάση θεωρεί ότι διασώζεται το προηγούμενο έτος. Αν, αντίθετα, πρόκειται για νέες άδειες, τίθεται, σύμφωνα με τον ίδιο, το ερώτημα με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η εγκυρότητα του ακαδημαϊκού έτους που προηγήθηκε.

Επιπλέον, ο καθηγητής θέτει ζήτημα σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ). Υποστηρίζει ότι η προηγούμενη γνώμη της Αρχής βασίστηκε σε κριτήρια τα οποία συνδέονται με αποφάσεις που έχουν ακυρωθεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως επικαιροποιημένα για τη νέα διαδικασία.

Κατά τον ίδιο, θα έπρεπε πρώτα να επανεξεταστούν τα σχετικά κριτήρια και στη συνέχεια να εξεταστούν οι φάκελοι για τη χορήγηση των νέων αδειών. Ιδιαίτερα προβληματική χαρακτηρίζει επίσης την αναδρομική «επικαιροποίηση» των φακέλων, υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν μπορεί να ισοδυναμεί με αναδρομική νομιμοποίηση αδειών που έχουν ήδη ακυρωθεί.

Ο κ. Λαζαράτος καλεί, τέλος, το υπουργείο Παιδείας να δώσει άμεσα σαφείς απαντήσεις, καθώς, όπως σημειώνει, το ζήτημα αφορά άμεσα φοιτητές και οικογένειες που παραμένουν σε αβεβαιότητα ως προς την τύχη του προηγούμενου ακαδημαϊκού έτους.

Η δημόσια παρέμβασή του επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο τη νομική και διοικητική διάσταση της λειτουργίας των μη κρατικών πανεπιστημίων, ενώ αναμένεται να αποσαφηνιστεί από το υπουργείο η ακριβής νομική βάση των νέων αδειών και οι συνέπειές τους για τους φοιτητές των δύο ιδρυμάτων.