Ο μηχανισμός πλέον παρέχει έως 240 δόσεις προς το Δημόσιο, έως 420 δόσεις προς τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, σταθερό επιτόκιο 3% και, υπό προϋποθέσεις, διαγραφή μέρους της βασικής οφειλής. Η ρύθμιση διαμορφώνεται με βάση τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα κάθε οφειλέτη και μπορεί να συνοδεύεται από προστασία έναντι κατασχέσεων και πλειστηριασμών.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις με συνολικές οφειλές άνω των 5.000 ευρώ. Το όριο αφορά το άθροισμα όλων των χρεών και όχι το ποσό που οφείλεται σε κάθε πιστωτή ξεχωριστά. Έτσι, ένας πολίτης που χρωστά συνολικά 6.000 ή 7.500 ευρώ στην ΑΑΔΕ, στον ΕΦΚΑ και σε μία τράπεζα μπορεί πλέον να υποβάλει αίτηση για συνολική ρύθμιση των οφειλών του. Νέα αίτηση μπορούν να υποβάλουν και όσοι είχαν απορριφθεί στο παρελθόν επειδή οι οφειλές τους δεν έφθαναν το προηγούμενο όριο ένταξης.
Σημειώνεαι ότι το όριο είναι απόλυτο. Αν οι συνολικές οφειλές είναι ακόμη και ένα ευρώ κάτω από τις 5.000 ευρώ, ο οφειλέτης δεν μπορεί να ενταχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό και θα πρέπει να αναζητήσει λύση μέσω άλλης διαθέσιμης ρύθμισης.
Στον Εξωδικαστικό μπορούν να ενταχθούν οφειλές προς την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ, τραπεζικά δάνεια, καθώς και χρέη που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Ο οφειλέτης μπορεί να αντιμετωπίσει το σύνολο των βασικών υποχρεώσεών του μέσα από μία ενιαία διαδικασία, χωρίς να χρειάζεται ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με κάθε πιστωτή.
Η πρόταση που λαμβάνει κάθε οφειλέτης για τον καθορισμό των δόσεων δεν είναι προκαθορισμένη. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα επεξεργάζεται τα οικονομικά στοιχεία του ενδιαφερόμενου και μέσω ειδικού αλγορίθμου καθορίζει τον αριθμό των δόσεων, το ύψος της μηνιαίας καταβολής και, όπου προβλέπεται, τη διαγραφή μέρους της βασικής οφειλής. Για τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα, η ακίνητη και κινητή περιουσία, οι τραπεζικές καταθέσεις, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και συνολικά η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Η ελάχιστη μηνιαία δόση ανέρχεται στα 50 ευρώ.
Ο μηχανισμός μπορεί να προβλέπει «κούρεμα» τόκων και προσαυξήσεων, αλλά και μέρους της βασικής οφειλής όταν προκύπτει ότι χωρίς αυτήν η ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη. Η απόφαση δεν λαμβάνεται ύστερα από αίτημα του οφειλέτη, αλλά προκύπτει από τον αλγόριθμο της πλατφόρμας μετά την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων. Μεγαλύτερες πιθανότητες έχουν όσοι διαθέτουν χαμηλά εισοδήματα, περιορισμένη περιουσία και αποδεδειγμένη αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους.
Για τις οφειλές προς το Δημόσιο εφαρμόζεται σταθερό επιτόκιο 3% για τα τρία πρώτα χρόνια της ρύθμισης, αντί του κυμαινόμενου επιτοκίου που ισχύει στις λοιπές ρυθμίσεις. Για τις οφειλές προς τράπεζες και servicers, το επιτόκιο 3% παραμένει σταθερό σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης.