Σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας (DHS), το θύμα ήταν «παράνομος αλλοδαπός» σε βάρος του οποίου εκκρεμούσε «τελεσίδικη απόφαση απέλασης». Οι αρχές υποστηρίζουν ότι ο άνδρας αποπειράθηκε να διαφύγει από οδικό έλεγχο κατά τη διάρκεια επιχείρησης, και ότι το όχημά του κινήθηκε προς την κατεύθυνση του πράκτορα, ο οποίος άνοιξε πυρ «λόγω του φόβου για τη δημόσια ασφάλεια».
Ο πράκτορας τέθηκε σε διοικητική αργία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ενώ το FBI διενεργεί έρευνα για το περιστατικό.
Αντίθετα, δύο τοπικές κοινωνικές οργανώσεις, η Maine Immigrants’ Rights Coalition και η Presente Maine, αναγνώρισαν το θύμα και τονισαν ότι ο νεαρός διέθετε νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στις ΗΠΑ. «Δεν θα αφήσουμε αυτόν τον θάνατο να μετατραπεί σε απλή υποσημείωση στις στατιστικές αυτής της κυβέρνησης», δήλωσε η Κρίσταλ Κρον, εκτελεστική διευθύντρια της Presente Maine.
Αυτόπτης μάρτυρας περιέγραψε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι άκουσε πυροβολισμούς και είδε τον οδηγό να τραβιέται από το όχημά του και να ρίχνεται στο έδαφος, με το κεφάλι και το πρόσωπό του γεμάτα αίματα. «Προσπαθούσα να σταματήσω», φέρεται να είπε το θύμα πριν υποκύψει στα τραύματά του.
Ο γερουσιαστής του Μέιν, Άνγκους Κινγκ, αξίωσε «πλήρη, διαφανή και ανοικτή έρευνα», αποκαλύπτοντας ότι ο υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας τον ενημέρωσε αρχικά ότι το θύμα ήταν στόχος της επιχείρησης, αλλά αργότερα τον διόρθωσε, λέγοντας ότι ο νεκρός δεν ήταν ο στόχος.
Διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία στην περιοχή με πλακάτ που έγραφαν «Έξω η ICE!», συγκεντρώνοντας μπροστά στο γραφείο της γερουσιαστή Σούζαν Κόλινς. Ο δήμαρχος της Μπίντεφορντ, Λίαμ ΛαΦάουντεν, τόνισε ότι η οικογένεια του θύματος και η κοινότητα αξίζουν «ξεκάθαρες απαντήσεις για το τι συνέβη».
Το περιστατικό σημειώθηκε μία εβδομάδα μετά τον θάνατο μεξικανού οικογενειάρχη σε παρόμοιο συμβάν στο Τέξας, ενώ η ICE έχει δεχθεί σφοδρές επικρίσεις για τις βάρβαρες μεθόδους της, ειδικά μετά τους θανάτους δύο Αμερικανών στη Μινεάπολη στις αρχές του έτους.