Σε μήνυμά του με αφορμή την «Εβδομάδα Ισλαμικής Ενότητας», το οποίο μεταδόθηκε από την κρατική ιρανική ραδιοτηλεόραση IRIB, ο Χαμενεΐ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αποτελούν «ορκισμένους εχθρούς» της ενότητας του μουσουλμανικού κόσμου.
«Η έντονη και επανειλημμένη σύστασή μου προς τους ηγέτες των ισλαμικών χωρών, ιδιαίτερα εκείνων της Δυτικής Ασίας και του Κόλπου, είναι να αναγνωρίσουν τον πραγματικό εχθρό, να κατανοήσουν το σχέδιό του και να το αντιμετωπίσουν», ανέφερε.
Ο Ιρανός ηγέτης κατηγόρησε παράλληλα τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις διαφορές μεταξύ των μουσουλμανικών κοινωνιών –φυλετικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και γεωγραφικές– προκειμένου να προκαλέσουν διχασμό.
Απευθυνόμενος και στο εσωτερικό του Ιράν, κάλεσε τους πολίτες να μην επιτρέψουν την ανάπτυξη εσωτερικών αντιθέσεων, υπογραμμίζοντας ότι η ενότητα των μουσουλμάνων αποτελεί, κατά την άποψή του, προϋπόθεση για την επίτευξη μιας «αγαπητής και κυρίαρχης ισλαμικής πολιτισμικής» προοπτικής.
Ο Χαμενεΐ υποστήριξε ακόμη ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν αποτελούν απλώς αντιπάλους του Ιράν, αλλά «ορκισμένους εχθρούς» της ενότητας και της φιλίας μεταξύ των μουσουλμανικών λαών και, κατ’ επέκταση, ολόκληρου του ισλαμικού κόσμου.
Σε υψηλά επίπεδα η ένταση στην περιοχή
Οι δηλώσεις του Ιρανού ανώτατου ηγέτη έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, μετά τις κοινές αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις εναντίον χωρών της περιοχής όπου βρίσκονται αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Τον Ιούνιο, Ιράν και ΗΠΑ υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης 14 σημείων με στόχο τον τερματισμό του πολέμου. Ωστόσο, η προσωρινή συμφωνία δεν κατάφερε να διατηρηθεί και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης οδηγήθηκε γρήγορα σε αδιέξοδο.
Η νέα παρέμβαση του Χαμενεΐ εντάσσεται, συνεπώς, στην ευρύτερη προσπάθεια της ιρανικής ηγεσίας να ενισχύσει το μήνυμα της περιφερειακής συσπείρωσης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ παράλληλα απευθύνεται στις κυβερνήσεις των αραβικών και μουσουλμανικών κρατών του Κόλπου, με τις οποίες η Τεχεράνη επιδιώκει να διαχειριστεί τις συνέπειες της συνεχιζόμενης περιφερειακής αντιπαράθεσης.