Με 51 ψήφους υπέρ έναντι 49 κατά πέρασε από τη Γερουσία μεταρρύθμιση για γιγάντια μείωση φόρων και το κείμενο πρόκειται τώρα να εναρμονισθεί με την εκδοχή που είχε υιοθετηθεί στις 16 Νοεμβρίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όλοι οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, πλην ενός, ψήφισαν υπέρ της μεταρρύθμισης, ενώ η δημοκρατική μειοψηφία αντιτάχθηκε ομόφωνα.
 
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, ο φόρος στις εταιρείες, που σήμερα φθάνει το 35%, θα μειωθεί στο 20%. Όλες οι κατηγορίες των φορολογουμένων θα δουν τους φόρους τους να μειώνονται, ωστόσο ορισμένα νοικοκυριά θα διαπιστώσουν από το 2018 κάποια αύξηση στα ποσά που καταβάλλουν για φόρους καθώς καταργούνται ορισμένες φοροαπαλλαγές.
 
Θα είναι η πρώτη μεγάλη μεταρρύθμιση της θητείας του 45ου αμερικανού προέδρου, ο οποίος δεν κατάφερε το φθινόπωρο να τηρήσει τη δέσμευσή του να καταργήσει τον νόμο για το σύστημα υγείας του Μπαράκ Ομπάμα. «Είναι μια μεγάλη στιγμή για τις αμερικανικές οικογένειες και τις μικρές επιχειρήσεις που περιμένουν να γυρίσει η σελίδα της αργής ανάκαμψης της εποχής Ομπάμα», δήλωσε εκφράζοντας την ικανοποίησή του ο ρεπουμπλικανός, Τζον Κόρνιν.
 
Ωστόσο σύμφωνα τον Τζάκ Ράσμους, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας και οικονομικό σύμβουλο του Πράσινου Κόμματος των ΗΠΑ, όπως επισήμανε πρόσφατα σε άρθρο του στην «Εφ.Συν.», αυτή η τακτική ξεκίνησε ήδη επί διακυβέρνησης Ρόναλντ Ρίγκαν, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της αυξανόμενης εισοδηματικής ανισότητας, σήμα κατατεθέν των νεοφιλελεύθερων πολιτικών από τη δεκαετία του 1980.
 
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ντ. Τραμπ ισχυρίζεται ψευδώς ότι αυτές οι απαλλαγές θα κοστίσουν στο έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού περί το 1,5 τρισ. και στην πραγματικότητα το κόστος θα είναι 4,6 τρισ.