Αν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αλλά και οι πολιτικοί/κινηματικοί μας χώροι, είχαν οξυμένα αντανακλαστικά ως προς την έμφυλη βία και τις πολλαπλές μορφές και εκδοχές της, και εργαλεία προστασίας από τον ακραίο επανατραυματισμό και την εκ νέου κακοποίηση όσων μιλούν, τότε δε θα χρειαζόταν να κάνουμε τη συζήτηση περί ανώνυμων καταγγελιών. Η συζήτηση καθίσταται απαραίτητη με δεδομένο ότι μια επιζώσα συχνά καταλήγει να μην έχει καμία απολύτως άλλη δυνατότητα (υλική, ψυχοσυναισθηματική, κοινωνική) να μιλήσει για την κακοποίησή της, παρά ανώνυμα. Κι ακόμα κι έτσι, βλέπει όσα περιγράφει να ερμηνεύονται ως ψεύτικα, πορνογραφικά, αληθινά αλλά συναινετικά, και πάει λέγοντας. Κι όσοι τα ερμηνεύουν ως τέτοια, ή τα ανέχονται, ή τα δικαιολογούν, ή τα σχετικοποιούν, να είναι άνθρωποι μέσα στα πεδία όπου κινείται και δραστηριοποιείται πολιτικά, φιλικά, σεξουαλικά, κοινωνικά. Θα ήθελα πάρα πολύ να πιάσω από τα μούτρα κάθε αυτοπροσδιοριζόμενο ως αριστερό ή αναρχικό άνδρα που λέει ότι υπάρχει συναίνεση όταν μια γυναίκα ζητάει προφυλακτικό και ο εραστής της της λέει «δεν χρειάζεται» και συνεχίζει. Ότι υπάρχει συναίνεση όταν, από το πουθενά και χωρίς καμιά σχετική κουβέντα, κάποιος αρχίζει να σε βαράει ενώ κάνετε σεξ και ενώ κλαις δε σταματάει, ούτε σε ρωτάει. Ότι σίγουρα υπάρχει συναίνεση όταν το ένα από τα δύο άτομα είναι εμφανώς συναισθηματικά ευάλωτο και οι δυναμικές ισχύος μεταξύ τους είναι πολύ άνισες για λόγους κοινωνικούς, ψυχοσυναισθηματικούς και άλλους. Επειδή όμως αποφασίζω και αποφασίζουμε να μην πιάσουμε κυριολεκτικά από τα μούτρα όλους όσους το πιστεύουν αυτό, ούτε τους φίλους και συντρόφους τους που τους ανέχονται όταν τα λένε και μετά αναρωτιούνται «γιατί δεν κάνει επώνυμη καταγγελία;», γράφω ένα κείμενο. Όπως κάνουμε πολλές από εμάς όλες αυτές τις μέρες. Γράφουμε ένα κείμενο όταν θυμώνουμε, όταν αγανακτούμε, όταν φοβόμαστε, όταν απελπιζόμαστε, όταν δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε, μαζί με τις συχνά υπό διάλυση συλλογικές μας διεργασίες και τους μικρούς έστω κύκλους ασφαλείας μας.
Οι φεμινισμοί που μας αφορούν είναι για τις δύσκολες συζητήσεις, και για αυτό δεν έχουμε πρόβλημα να πάμε και σε αυτές. Γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε ότι, ακόμα κι αν συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια, ακόμα κι αν είναι τραγική μειοψηφία, δύναται να υπάρχουν ψευδείς καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές έχουν πολλές και διαφορετικές αιτίες και συνήθως δύο μορφές: ψευδείς χωρίς να εμφανίζεται καν η δήθεν επιζώσα, πχ ψεύτικα προφίλ στα σόσιαλ μίντια, ανώνυμες καταγγελίες χωρίς όμως επιβεβαίωση του ποιος τις έγραψε κλπ, και ψευδείς με τη γυναίκα ή το άτομο που παρουσιάζεται ως θύμα να εμφανίζεται και να υποστηρίζει την καταγγελία. Το επιχείρημα «ας είναι ψευδής και μία καταγγελία, δε μας νοιάζει» ή «ας διαπομπευθεί ένας φερόμενος ως θύτης ενώ τελικά είναι αθώος, δε μας αφορά» κατά τη γνώμη μου δεν είναι βαθιά φεμινιστικό επιχείρημα, κι ας απηχεί το βασικό πρόβλημα, που είναι η ασύγκριτη και διάχυτη βία και ο σεξισμός σε βάρος των γυναικών. Άρα, τι λένε οι φεμινιστικές μας θέσεις επ’ αυτού; Πρώτον, ότι είναι άλλο να αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα, υπαρκτή και εξαιρετικά σπάνια ταυτόχρονα, και άλλο το να χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα ως διαρκές εργαλείο αμφισβήτησης, υποτίμησης και σχετικοποίησης μιας καταγγελίας που βγαίνει στο φως, ή να παρουσιάζεται λες και η κινηματική αντίδραση σε μια καταγγελία, και η υποστήριξη του θύματος, ισοδυναμεί με καταδικαστική δικαστική απόφαση σε βάρος του θύτη.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια εργαλεία που μας βοηθούν σε τέτοιες περιπτώσεις. Για αρχή, λέγοντάς το προβοκατόρικα αλλά και με ουσία, σιγουρευόμαστε ότι η καταγγελία δεν είναι από ΑΙ ή κάποιο ψεύτικο προφίλ. Πολλοί και πολλές νομίζουν ότι ανώνυμη καταγγελία σημαίνει κάτι που πέταξε κάποιο άγνωστο προφίλ σε ένα ίνμποξ. Ναι, μπορεί να είναι κι αυτό, αλλά το ελάχιστο που έχει να κάνει ένας χώρος (μιντιακός, συλλογικός, άλλος) που υποδέχεται κάτι τέτοιο είναι να βεβαιωθεί ότι μιλά με ένα πραγματικό πρόσωπο που δίνει τα στοιχεία του -ανώνυμη καταγγελία δε σημαίνει ανώνυμη και στο μέσο ή τον χώρο που τη δημοσιοποίησε ή την υποδέχτηκε αρχικά. Το ελάχιστο που έχουν να κάνουν οι γρήγοροι σχολιαστές/τριες πριν αναρωτηθούν φωναχτά είναι να δουν αν όντως κάτι τέτοιο έχει συμβεί -π.χ. το Indymedia αναφέρει το πώς υποδέχεται ανάλογες καταγγελίες και περιγράφει σχετικό φιλτράρισμα, και μάλιστα ζητά το άτομο που παρουσιάζεται να συνοδεύεται και από άλλο άτομο ή οργάνωση που να στηρίζει την καταγγελία.
Αν κάποιες δηλαδή ανησυχούσαν τόσο αν η καταγγελία είναι ΑΙ ή μήνυμα από ένα ψεύτικο προφίλ, μπορούσαν απλά να δουν τους όρους δημοσιοποίησης του συγκεκριμένου διαδικτυακού χώρου, ή να ρωτήσουν εσωτερικά αν υπάρχουν φεμινίστριες και άλλα άτομα που γνωρίζουν προσωπικά την καταγγέλουσα. Αλλά δεν το έκαναν -κυρίως γιατί το θέμα τους βαθύτερα δεν ήταν στα αλήθεια αυτό. Έπειτα, ανώνυμη καταγγελία σημαίνει ότι διατηρούμε την ανωνυμία θύματος και θύτη στον δημόσιο λόγο, όπως έχει επιλέξει η επιζώσα και εφόσον δεν υπάρχει άλλη νομική διαδικασία που να επιτρέπει ή να ορίζει διαφορετικά. Επίσης, ο θύτης δεν (πρέπει να) φωτογραφίζεται ή περιγράφεται εξαντλητικά. Με αυτό δεν εννοώ ότι δεν υπάρχει εσωτερική ενημέρωση και σταδιακή διάχυση των στοιχείων του. Αυτό είναι και ένας μέρος του νοήματος μιας τέτοιας καταγγελίας, η εσωτερική ενημέρωση, η τυχόν διερεύνηση κι άλλων θυμάτων, και η προστασία πιθανών μελλοντικών. Σίγουρα όμως αυτό σημαίνει ότι δεν διαπομπεύουμε τον καταγγελόμενο δημόσια, δεν αναλύουμε την καταγγελία λέξη-λέξη με όρους αστικού δικαστηρίου για να βγάλουμε εμείς ποινική απόφαση επ’ αυτής, ούτε χρησιμοποιούμε στοιχεία της προσωπικότητας και της ζωής του για να τον φωτογραφίσουμε ή να τον θίξουμε συνολικά.
Και, ίσως το βασικότερο με φεμινιστικούς όρους: αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα ρίσκο, ακόμα κι αν αυτό είναι εξαιρετικά μικρό, και κινούμαστε με την ευθύνη αυτού του ρίσκου. Η ευθύνη αυτή είναι σημαντική για δύο λόγους: πρώτον, γιατί σκοπός των φεμινιστικών μας αγώνων δεν (πρέπει να) είναι η διαπόμπευση και η παντελής εξόντωση του θύτη, αλλά η απόδοση δικαιοσύνης, είτε αστικής είτε/και κινηματικής -π.χ. με το κάλεσμα για ανάληψη ευθύνης ή/και την απομάκρυνσή του από χώρους και πλαίσια, και βέβαια με αναστοχασμούς, διεργασίες, δράσεις και πρωτοβουλίες των κινημάτων για ασφαλέστερους χώρους, και φεμινιστικές πρακτικές.
Στην εξαιρετική πιθανότητα μία καταγγελία να αποδειχθεί ψευδής, τα φεμινιστικά εργαλεία μας βοηθούν και μας υπαγορεύουν να πλαισιώσουμε τον άνθρωπο που βρέθηκε λανθασμένα στη θέση του καταγγελόμενου, να λειτουργήσουμε επανορθωτικά, να αποκαταστήσουμε την αλήθεια. Η ανάληψη της παραπάνω ευθύνης όμως δεν βοηθά μόνο στη σπάνια περίπτωση αναληθούς καταγγελίας. Μας βοηθά στην ενίσχυση και πρακτική εφαρμογή των φεμινιστικών μας εργαλείων, με πρώτη προτεραιότητα το να στηρίξουμε ουσιαστικά την καταγγέλουσα χωρίς να πρέπει να έχουμε προηγουμένως με κάποιον τρόπο αποδείξει πως όσα λέει είναι απολύτως ακριβή και αληθινά, να μην την αφήσουμε μόνη μπροστά στις επιθέσεις που σίγουρα θα δεχτεί μετά την καταγγελία, και να κάνουμε χώρο για τις επόμενες αποφάσεις, δικές της ή και άλλων θυμάτων που μπορεί να σκέφτονται να βγουν μπροστά.
Όλες, όλοι κι όλα θα θέλαμε να κινούμαστε χωρίς κανένα απολύτως ρίσκο. Η πραγματικότητα της έμφυλης βίας όμως μας στερεί αυτή τη δυνατότητα. Καμιά μας δε διαφωνεί με το τεκμήριο της αθωότητας. Για αυτό και αναγνωρίζουμε ότι μία ανώνυμη καταγγελία είναι το ύστατο εργαλείο προστασίας, διεκδίκησης και διαμαρτυρίας για μια γυναίκα, για ένα άτομο, που δεν έχει κανέναν άλλο τρόπο να προστατευτεί και να λάβει προσοχή και αναγνώριση η απειλή που βιώνει ή/και η βία που έχει υποστεί. Για αυτό και έχουμε ευθύνη στο πώς την υποδεχόμαστε, την ακούμε και τη στηρίζουμε για τη συνέχεια. Αν δεν ξεκινήσουμε από αυτό, αν δεν αποτελεί αυτό αρχή της συζήτησης, όλα τα άλλα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ευχολόγια και θεωρητικές εύκολες αναπαραγωγές αξιωμάτων από θέση προνομίου. Στη χειρότερη είναι απλώς μία μετατόπιση της κουβέντας με στόχο την ευθεία αμφισβήτηση του βιώματος της καταγγέλουσας, αλλά και των συλλογικών μας βιωμάτων.
Η υπόθεση που συζητάμε αυτές τις μέρες, ανεξαρτήτως της εξέλιξής της, αποτελεί με έναν τρόπο τομή για τον αριστερό και αντιεξουσιαστικό χώρο. Έφερε στην επιφάνεια για να το δουν όλοι, γιατί εμείς το ξέραμε, το τραύμα των βιασμών, της παρενόχλησης, της κακοποίησης και όλου του σεξισμού εντός τους. Και σε αυτό θα πρέπει να επιμείνουμε. Η πατριαρχία και η έμφυλη βία εντός των κινημάτων δεν αφορούν σε μία ή σε λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας, και το ερώτημα που τίθεται με αφορμή τη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ένα ερώτημα που δεν απευθύνεται πρωτίστως στις φεμινίστριες και τα φεμινιστά, αλλά σε όλους εκείνους που τώρα μοιάζει να σοκάρονται φοβερά από την αποκάλυψη του προβλήματος.
Και τώρα, τι θα κάνετε;