Η πρώτη μάρτυρας είναι η κοπέλα που είδε τον Μάγγο στο πεζοδρόμιο, να της γνέφει με το χέρι ότι χρειάζεται βοήθεια. Καταθέτει πώς τον βρήκε, σε τι κατάσταση ήταν, ότι μιλούσε με δυσκολία, ανέπνεε με δυσκολία, και περιέγραφε ότι τον χτύπησαν, τον έδειραν. 

Προσπάθησε να τον σηκώσει, τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και τον πήγαν στο σπίτι του. 

Είχε επικοινωνήσει με την οικογένεια του Σαββαΐδη για να μεταφέρουν κάποια πράγματα στη φυλακή. Ο Σαββαΐδης είναι ο φοιτητής που είχε συλληφθεί από την αστυνομία και για τον οποίον γινόταν η συγκέντρωση διαμαρτυρίας. 

Είδα ένα χέρι να μου ζητάει βοήθεια. Πλησίασα για να δω τι συνέβη. 

Η πρόεδρος της ζητάει να περιγράψει την κίνηση του χεριού για να καταγραφεί στα πρακτικά και η μάρτυρας συνεχίζει:

-Κατάλαβα ότι είναι ο Βασίλης. Ήξερα ότι έγινε κάποιο περιστατικό, οπότε κατάλαβα. Τον αναγνώρισα, σοκαρίστηκα, ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, η πρώτη μου ερώτηση ήταν τι έγινε. Μου είπε ότι «με δείρανε». Με δείρανε παντού, έξω από τα δικαστήρια, στο αστυνομικό τμήμα, στο κρατητήριο στο αμάξι.

Περιγράφει ότι «είχε πολύ δυνατούς πόνους, αισθανόμουν ότι το κορμί του είναι παγωμένο», αλλά ο Μάγγος δεν θέλει να πάει στο νοσοκομείο. 

Δεν μιλούσε με ευκολία αλλά έλεγε ούτε νερό δεν μου δώσαν, μου δώσαν από τον χαλασμένο ψύκτη κάτι σταγόνες και με γελοιοποιούσαν. 

Εβαλα το χέρι του πάνω μου για να προχωρήσουμε παρέα και όπως κάναμε μια κίνηση ο οδηγός ήρθε προς τα εμάς. Ανοίξαμε την πόρτα τον βάλαμε μέσα, εγώ είπα πάλι πάμε νοσοκομείο. 

Θυμάμαι να μου λέει ότι τον είχαν σε μια καρέκλα με τα χέρια δεμένα πίσω και ένας ασφαλίτης να τον χτυπάει με γροθιές στα πλευρά. 

Ρωτά η πρόεδρος:

-Πού τον χτυπούσε; 

-Στα πλευρά. 

-Σας είπε πόση ώρα; 

-Δεν θυμάμαι. 

-Είπε κάτι άλλο να έχει συμβεί; 

-Είπε ότι ήταν πληγωμένος, ότι τον βρίζαν, ότι τον κακοποιούσαν σωματικά και ψυχολογικά. 

 

Προσπαθούσαμε να του δώσουμε και μια ασφάλεια, να του πούμε ότι αυτό ήταν, τέλειωσε. 

-Πώς ακριβώς ήταν; 

-Καθόταν. Ο Βασίλης ήταν καθισμένος, λίγο γερμένος, με το χέρι το αριστερό να ακουμπάει, και να μου κάνει σήμα με το χέρι. 

Όταν ξεκίνησε η εξέταση της μάρτυρος από την υπεράσπιση, έγινε μια προσπάθεια να υπονομευθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας με την ανάδειξη αντιφάσεων ή ασαφειών. Τώρα, αν μπορείς να πεις ότι δεν θυμάται πού ακριβώς είχαν παρκάρει, άρα δεν ξέρει τίποτα, αυτό θα το κρίνει το δικαστήριο. Ο πρώτος συνήγορος προσπάθησε να βασιστεί σε μια αλλαγή στη διεύθυνση κατοικίας που αναγράφεται στο υπόμνημά της, τονίζοντας επανειλημμένα ότι ως επιστήμων θα έπρεπε να ξέρει πού μένει (!). Βεβαίως, και μη επιστήμονες γνωρίζουν πού μένουν, αλλά είναι από αυτά που λένε οι δικηγόροι όταν θέλουν να προσθέσουν ένταση στο ολίσθημα: πώς γίνεται εσείς που είστε επιστήμων να… 

Στη συνέχεια ρωτά, εφόσον ήταν σοκαριστικό περιστατικό, πώς είναι δυνατόν να μεσολάβησαν τόσοι μήνες και να μην έκαναν τίποτα; 

Πήγατε σε κάποια αρχή να το καταγγείλετε; 

Οχι. 

Εκεί έχουμε και την πρώτη λαθροχειρία της ημέρας, όταν αναφέρει ότι στον δρόμο αυτόν δεν υπάρχει άλλο σχολείο. Ο Γιάννης Μάγγος φωνάζει «υπάρχει» και φυσικά αποβάλλεται από την αίθουσα, δεν του επιτρέπεται η είσοδος για όλη την υπόλοιπη συνεδρίαση. Το ίδιο αναφωνεί και μία γυναίκα από το ακροατήριο που προσθέτει μάλιστα ότι εργάζεται ως εκπαιδευτικός εκεί. Για το θέμα έκανε ανάρτηση με φωτογραφίες ο Γ. Μάγγος.

Ο επόμενος συνήγορος επανέρχεται στο ότι δεν ειδοποίησαν ασθενοφόρο και ρωτά:

-Αν χτυπήσει ένα παιδάκι στον χώρο εργασίας σας, δεν θα πάρετε ένα τηλέφωνο να ενημερώσετε; 

-Η διαφορά είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ανήλικα παιδιά. 

Δεν μια πολύ επιτυχημένη αναλογία, το να χτυπήσει ένα παιδάκι στο σχολείο, με το να τσακίσουν οι αστυνομικοί στο ξύλο έναν ενήλικα. Εδώ να εξηγήσουμε ότι ο Βασίλειος δεν ένιωθε ασφάλεια να πάει στο νοσοκομείο και βεβαίως δεν θα μπορούσαν να τον μεταφέρουν παρά τη θέλησή του. Όλες αυτές οι ερωτήσεις προσκρούουν σε αυτή την απλή απάντηση. Δεν μπορούσαν να του κάνουν κεφαλοκλείδωμα και να τον σύρουν στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή του.

Όταν βεβαίως ρωτά:

Δεν πήγατε πίσω να ρωτήσετε γιατί βγήκε ο άνθρωπος σε αυτή την κατάσταση; 

ή

Γιατί ο Μάγγος δεν είπε στον φρουρό να τον πάει στο νοσοκομείο; 

Μπορούσε να πει στον σκοπό της πύλης κάλεσε ένα ένα ασθενοφόρο. 

Σε σας πώς το είπε; 

αντιμετωπίζουμε έναν σταθερό παραλογισμό της υπεράσπισης. Αυτά θα είχαν κάποιο νόημα αν η αστυνομία είχε κάποιο θεσμικό ρόλο να προστατεύσει, αν δηλαδή δεν ήταν η συμμορία που διαπράττει, συγκαλύπτει και ενθαρρύνει τον βασανισμό κρατουμένων. Με δεδομένο ότι η ίδια η αστυνομία τον πέταξε στο πεζοδρόμιο σε αυτή την κατάσταση, όλες αυτές οι ερωτήσεις φαντάζουν εκτός τόπου και χρόνου, ευλογοφανείς στα μάτια όσων είτε αρνούνται την πραγματικότητα ότι η αστυνομία βασανίζει και σκοτώνει, είτε όσων επιχαίρουν για τα εγκλήματα της αστυνομίας διότι μισούν εξίσου τους στόχους αυτών των εγκλημάτων, είτε είναι αναρχικοί, είτε μετανάστες, είτε ΛΟΑΤΚΙ άτομα. 

Στην εξέταση του συνηγόρου της πίσω σειράς έχουμε τη δεύτερη λαθροχειρία της ημέρας, όταν επιδεικνύεται φωτογραφία που υποτίθεται ότι δείχνει πως υπάρχει διαχωριστική νησίδα που δεν επιτρέπει την αναστροφή του οχήματος. Λίγο πολύ, της λέει πώς κάνατε αναστροφή αφού υπάρχει νησίδα;

Η νησίδα είναι όμως σε παράδρομο, οπότε η εισαγγελέας κοιτάζει τη φωτογραφία, τον ρωτά: «Γιατί της είπατε πώς να κάνει αναστροφή αφού έχει νησίδα; Αυτό που είπατε για τη νησίδα μάς μπέρδεψε».

Το «μας μπέρδεψε» είναι ευγενική εκδοχή του «χρησιμοποιήσατε παραπλανητική τακτική για μια ακόμη φορά». Διότι μετά την εκκωφαντική συγγνώμη που υποχρεώθηκε να ζητήσει ο δικηγόρος που τόλμησε να παραποιήσει δήλωση της μητέρας του Βασίλειου, υπάρχει μια διαρκής εγρήγορση από την έδρα, μια τεκμηριωμένη δυσπιστία προς τα χαρτιά που κραδαίνει η υπεράσπιση κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι κάποιος είπε κάτι. Αυτό ας το θεωρήσουμε θετικό. Μπορεί να αλωνίζουν χωρίς αντιδίκους, αλλά υπάρχει από την έδρα η αναγκαία δυσπιστία προκειμένου να υφίσταται κάποιο ανάχωμα στα ψεύδη. 

Όταν ρωτά ο δικηγόρος πώς και δεν ανέφεραν στο τηλέφωνο στον Σαββαΐδη εκείνη τη στιγμή τι συνέβη στον Μάγγο, η μάρτυρας απαντά του είπαμε ότι τον αγαπάμε και ότι είμαστε μαζί του, δεν θα του έλεγα κάτι να τον ταράξει, ότι σακάτεψαν οι αστυνομικοί κάποιον που ήταν μέσα. 

-Τόσο ευαίσθητος είναι ο κύριος Σαββαΐδης; σχολιάζει ειρωνικά ο συνήγορος υπεράσπισης.

-Εγώ είμαι ευαίσθητη, απαντά η μάρτυρας.

Δεν έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση αυτοί οι δύο κόσμοι, αλλά όταν έρχονται, πχ σε μια αίθουσα δικαστηρίου, η διαφορά είναι διδακτική.

 

Στην ερώτηση «Τι λόγο είχαν να το κάνουν αυτό οι αστυνομικοί», θα πρέπει να βρεθεί μια έτοιμη απάντηση, να την τυπώσουμε και να τη μοιράζουμε, κάθε φορά που επανέρχεται με το τουπέ  της αυταπόδεικτης αλήθειας αυτή η μεγαλειώδης κοτσάνα.

Η πρόεδρος παρεμβαίνει λέγοντας ότι δεν μπορεί να το ξέρει αυτό, εμείς ας πούμε ότι η αστυνομία τεκμηριωμένα βασανίζει. Το γιατί το κάνει αυτό, ριζώνει σε ένα πλέγμα συστημικής αδράνειας και ψυχικής ετοιμότητας που είναι τεκμηριωμένο βιβλιογραφικά, αλλά ας μείνουμε στο ότι το κάνει. Η επίκληση στο επιχείρημα του αδιανόητου (προκαλεί ανατριχίλα και μόνο που σκεφτήκαμε ότι μπορεί να…) μπορεί να λειτουργεί μόνο σε αστυνομικούς και τους φίλους τους, αλλά προσκρούει στις πολυάριθμες υποθέσεις αστυνομικής βαναυσότητας που έχουν ήδη αποδειχθεί σε δικαστήρια. Η αστυνομία κακοποιεί, βασανίζει και σκοτώνει, ας μιλήσουν κοινωνικοί επιστήμονες για τα αίτια, και ας αφήσουμε τα δικαστήρια να τιμωρήσουν αυτούς που το κάνουν και το συγκαλύπτουν.  

Στην προσπάθεια να εντοπιστούν αντιφάσεις ερωτάται η μάρτυρας αν έχει κίνηση εκεί ο δρόμος. Συμπληρώνει ο δικηγόρος:

-Είναι περιοχή που εξυπηρετεί επιχειρήσεις, σχολεία. 

-Πρόεδρος:  Είναι κυριακή απόγευμα μέσα στον κόβιντ. (Με άλλα λόγια, όσο πιο ήρεμα θα μπορούσε να είναι).

Ο δεύτερος μάρτυρας είναι ο άνθρωπος που μαζί με τη σύντροφο του Βασίλειου τον έβαλε στο σπίτι  του. 

-Αντίκρυσα τον Βασίλη σε σοκαρισμένη κατάσταση, δεν μπορούσε να βγει, ήταν δύσκολο, πονούσε αρκετά, το μόνο που ακουγόταν ήταν ότι χτυπήθηκε άσχημα, βασανίστηκε. 

-Το είπε εκείνος; Χρησιμοποίησε τη λέξη βασανισμός; 

-Μας έλεγε ότι προσπαθούσε να πιει νερό και δεν τον άφηναν. Δεν μπορούσα να τον σηκώσω από πουθενά, πονούσε .

 

Τον έπιασα από τις μασχάλες. Η Ρ. βοήθησε, μπορεί να καθοδηγούσε, όχι να κρατούσε. 

Η πρόεδρος ρωτά κάτι που αποκλείεται να το γλιτώσουμε και στη συνέχεια: γιατί δεν πήγε στις αρχές μετά το συμβάν. 

Νομίζω ότι χάνεις την εμπιστοσύνη σου για να ζητήσεις το δίκιο σου από τους ίδιους που το έκαναν. 

Αυτή είναι η απάντηση του μάρτυρα, που τη βρίσκω αρκούντως πειστική. 

Τον ρωτούν πώς  χάνει το ενδιαφέρον του για τη ζωή ο Μάγγος και απαντά:  

Κάπου χάνεις, τσακίζεσαι, χρησιμοποίησα τη λέξη βασανιστήριο γιατί αυτό κάνουν τα βασανιστήρια. Θεωρώ ότι ήταν πολύ σημαντική ήττα αυτό και του κόστισε. 

Του ζητούν επίμονα να αναφέρει την αιτία θανάτου που αναγράφεται στο πιστοποιητικό θανάτου, να πει δηλαδή ότι ο φίλος του πέθανε από χρήση, αλλά ο μάρτυρας δεν το κάνει. Ο δικηγόρος εξεγείρεται, λέει ότι αυτό υπονομεύει την αξιοπιστία του, τι φίλος και τι μάρτυρας είναι αυτός που δεν ξέρει καν αυτό που έγραφαν οι εφημερίδες, αλλά η εξήγηση είναι απλή: «θεωρώ ότι συνδέεται με το προηγούμενο συμβάν», οπότε δεν έδωσε στο δικαστήριο την επιβεβαίωση ότι είχαμε να κάνουμε με έναν τυχαίο χρήστη που πέθανε από ναρκωτικά. 

 

Ρωτά ο συνήγορος αν θέλησε κάποιος να σηκώσει τη μπλούζα να τον δει αν είχε γρατζουνιές και μελανιές, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται περίεργο ότι μία νηπιαγωγός και ένας κηποτέχνης δεν σήκωσαν την μπλούζα του τραυματία να εξετάσουν τα τραύματα.   

Ρωτά ο συνήγορος: 

-Δεν είχατε κινητό; 

-Δεν ήθελε να μπει σε ασθενοφόρο. 

-Αυτό που λέτε είναι αστείο. Δεν είναι δικαιολογία. Όταν τον πήγατε στο σπίτι δεν υπήρχε κανένας! φωνάζει και χτυπάει και το χέρι στο έδρανο. Εδώ θα μπορούσε να δεχτεί μια σύσταση να μην κοπανάει τα έδρανα, το καταλαβαίνουμε όταν τον πνίγει το δίκιο του, αλλά άλλοι έχουν χάσει το παιδί τους και πρέπει να συγκρατούνται, ας συγκρατηθεί και ο επαγγελματίας δικηγόρος που υπερασπίζεται τους αστυνομικούς, φαντάζομαι ότι γίνεται.  

-Έτσι λειτουργούν οι φίλοι; 

-Δεν είμαι ειδικός στις πρώτες βοήθειες ούτε περίμενα ότι θα βγει ένας άνθρωπος από το αστυνομικό τμήμα σε αυτή την κατάσταση. 

Δέχεται από τον επόμενο δικηγόρο την ερώτηση:

-Αφού γνωρίζατε και είχατε δει το βίντεο, γιατί δεν πήγατε στην αστυνομία; 

-Πήγαμε στο δικαστικό μέγαρο και ξυλοκοπηθήκαμε από την αστυνομία. Πιστεύετε ότι θα ξανααπήγαινα εγώ στην αστυνομία; 

-Πώς γίνεται να πηγαίνουν στο σπίτι και να σταματάνε 50 μέτρα νωρίτερα; 

-Δεν ξέρω, γιατί δεν ξέρω πώς γίνεται τα όργανα της τάξης που είναι για να μας προστατεύουν, να ξυλοκοπούν. 

-Πρόεδρος: μην κάνετε σχόλια. 

Ο δικηγόρος που βαρύνεται με την απρέπεια της παραπλανητικής ερώτησης στη μητέρα ρωτά:

 

-Είστε ο μόνος που δήλωσε ότι είναι φίλος του Μάγγου. Ήταν αντικοινωνικός; 

-Είχε φίλους. 

-Δεν το είπε κανείς. 

-Καλέσαμε αυτόπτες μάρτυρες, δεν καλέσαμε τους φίλους του.

Ο μάρτυρας απαντά πολύ ψύχραιμα και ευφυώς αντιστρέφει την πίεση προς την αστυνομία, σε κάθε ερώτηση. Ακόμη και όταν δέχεται ερωτήσεις κραυγαλέα εντυπωσιοθηρικές, όπως:

-Πιστεύετε ότι ένας άνθρωπος που βασανίζεται θα ρωτήσει τον βασανιστή του πώς τον λένε; 

Και απαντά:

-Θα προσπαθήσω να θυμηθώ από τις ταινίες που έχω δει, που σημαίνει «με ρωτάτε πράγματα στα οποία δεν μπορώ να απαντήσω». 

Το ίδιο όταν ερωτάται:

-Γιατί δεν σας αναφέρει ονομαστικά στην ανάρτηση; Δεν σας προξένησε καμία εντύπωση αυτό; Πώς το εξηγείτε; 

Και απαντά:

-Δεν με προβλημάτισε κάτι άλλο εκτός από την υγεία του Βασίλη. 

Θα ακολουθήσει στη δίκη μια μακρά σειρά αστυνομικών με διάφορες ιδιότητες και θέσεις, όπου θα μας εξηγούν πόσο επικίνδυνος ήταν ο Μάγγος και πόσο καλά του κάναν. Σε αυτή τη φάση ακούμε αυτούς που τον αντίκρυσαν μετά τον βασανισμό, αυτούς που του μίλησαν, που τους αφηγήθηκε τα βασανιστήρια και την εξευτελιστική μεταχείριση.

Όσο και να συζητήσουμε αν το αυτοκίνητο που τον μετέφερε  ήταν παρκαρισμένο σε παράδρομο ή όχι, τι χρώμα ήταν, πόση κίνηση έχει εκεί τις Κυριακές και αν υπάρχουν εκεί σχολεία και νησίδες, ο Βασίλειος Μάγγος βασανίστηκε από αστυνομικούς. Δεν κλονίζονται τα στοιχεία με τέτοια τερτίπια.

 

Υ.Γ. Μικρή προσθήκη για τους εμπειρογνώμονες: αναγραφόταν η ιδιότητα «γιατρός» δίπλα στο όνομα ενός μάρτυρα. Η εισαγγελέας διαπίστωσε ότι είμαι ιατροδικαστής και είπε ότι εφόσον κληθεί, θα πρέπει να κληθεί και ο πραγματογνώμονας που είχε ορίσει η οικογένεια, ο Γαλεντέρης, οπότε η υπεράσπιση προτίμησε να το αποφύγει και να μην καταθέσει κανείς τους.