Χαρακτηρίζει τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα «μέρος του προβλήματος» καταγγέλλοντας ότι «επικαλείται νομικούς ισχυρισμούς που δεν αποτελούν πειστική εφαρμογή του δικαίου, αλλά κατασκευές χωρίς επαρκές έρεισμα στο ισχύον νομικό πλαίσιο».

«Αντί να ερμηνεύσει τον νόμο υπό το πρίσμα της ανάγκης πλήρους διερεύνησης μιας υπόθεσης μείζονος θεσμικής σημασίας, επινοεί συλλογισμούς που λειτουργούν ως διαδικαστικά αναχώματα απέναντι στην αποκάλυψη της αλήθειας», διαπιστώνει ακόμα.

Σημειώνει ότι πρόκειται για μία νομική επιχειρηματολογία που παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και στοχεύει στο να αποκλείσει την ίδια την έρευνα. Καταλήγει πως «για άλλη μία φορά, ο επικεφαλής της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επιλέγει να συντηρήσει μια θεσμική πληγή και να υποβαθμίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη».

Αναλυτικά η δήλωσή του Ζαχαρία Κεσσέ:

«Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλας έχει προ πολλού αποδείξει ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος και έχει επιλέξει πρόθυμα να υπηρετήσει τη σκυταλοδρομία συγκάλυψης στην υπόθεση των υποκλοπών. Χρειάστηκε τρεις μήνες για να παραδώσει τα διαπιστευτήριά του και να αποφασίσει ότι δεν θα διενεργηθεί καμία περαιτέρω ουσιαστική έρευνα. Επικαλείται νομικούς ισχυρισμούς που δεν αποτελούν πειστική εφαρμογή του δικαίου, αλλά κατασκευές χωρίς επαρκές έρεισμα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Αντί να ερμηνεύσει τον νόμο υπό το πρίσμα της ανάγκης πλήρους διερεύνησης μιας υπόθεσης μείζονος θεσμικής σημασίας, επινοεί συλλογισμούς που λειτουργούν ως διαδικαστικά αναχώματα απέναντι στην αποκάλυψη της αλήθειας.

»Πρόκειται για ερμηνευτικές ακροβασίες που απομακρύνονται από τον σκοπό του νόμου και χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για να αποφευχθεί κάθε ουσιαστικός έλεγχος των νέων αποδεικτικών στοιχείων. Η απόφαση δεν απαντά στην ουσία των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν. Αντιθέτως, οικοδομεί ένα τεχνητό νομικό κατασκεύασμα, μέσω του οποίου η διαδικασία μετατρέπεται σε μηχανισμό αποφυγής της έρευνας αντί σε μέσο απονομής δικαιοσύνης. Η νομική επιχειρηματολογία του παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και στοχεύει στο να αποκλείσει την ίδια την έρευνα. Για άλλη μία φορά, ο επικεφαλής της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επιλέγει να συντηρήσει μια θεσμική πληγή και να υποβαθμίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη».