Αν υποθετικά το κεφάλαιο Χρυσή Αυγή έφτασε στο τέλος του, στο βιβλίο της ακροδεξιάς υπάρχει χώρος να χυθεί ακόμα πολύ μελάνι για ομάδες και δίκτυα που εμφανίζονται σε συγκεκριμένες χρονικές συγκυρίες και σε διαφορετικά σημεία του χάρτη με παρόμοια χαρακτηριστικά, ανά την ελληνική επικράτεια. Στην ακριτική Λέσβο, παρόλο που η Χρυσή Αυγή δεν κατάφερε ποτέ να ισχυροποιηθεί, διάφορες ακροδεξιές φωνές από ομάδες «αγανακτισμένων πολιτών» συχνά με την ανοχή των αιρετών, πρωταγωνιστούν σε μία σειρά από βίαια και ρατσιστικά περιστατικά: Επιθέσεις κατά προσφύγων, εθελοντών και ΜΚΟ, δημοσιογράφων και ξενοδόχων, εργαλειοποίηση θρησκευτικών συμβόλων, ακόμα και πογκρόμ.

Οι διαδοχικές αποτυχίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης συνέβαλαν στο να πάρει σάρκα και οστά η ακροδεξιά στη Λέσβο μέσω της μεθοδευμένης και σταδιακής επίκλησης στο πατριωτικό φρόνημα των πολιτών. Σημείο καμπής για την κυβερνητική πολιτική αποτελεί η Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας (2016), η οποία στην ουσία δημιούργησε «γεωγραφικό περιορισμό» στην ελληνική επικράτεια καθώς οι πρόσφυγες εγκλωβίζονταν στα νησιά έως ότου εξεταστεί το αίτημα ασύλου τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γεωγραφική θέση της Λέσβου, η πολιτική που ασκείται από τους εκάστοτε αιρετούς ως νησί της παραμεθορίου αλλά και οι σχέσεις σε διπλωματικό επίπεδο με την Τουρκία -οι οποίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος στην ανά καιρούς επίκληση στο «πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων» από πολιτικά κόμματα και μέσα μαζικής ενημέρωσης- αποτελούν ένα ευνοϊκό πεδίο όπου η ακροδεξιά έχει αφενός συσσωματωθεί και αφετέρου έχει δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς με αιρετούς και παράγοντες του νησιού.

Ταυτόχρονα, ο κρατικός μηχανισμός -ειδικότερα στη Λέσβο- αποδείχθηκε ιδιαίτερα προβληματικός με συνεχείς καταγγελίες για άθλιες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, εικόνες εγκατάλειψης στο έλεος ακραίων καιρικών φαινομένων αλλά και πολύμηνες καθυστερήσεις στην εξέταση των αιτήσεων ασύλου.

Απότοκο της απροετοίμαστης κυβερνητικής πολιτικής ήταν πολλοί πρόσφυγες να χάσουν τη ζωή τους, με αποκορύφωμα τις ακραίες καιρικές συνθήκες το χειμώνα του 2017, όπου πρόσφυγες πάλευαν απέναντι στο κρύο με ό,τι είχαν διαθέσιμο.

Καθώς λοιπόν η πολιτική «διαχείρισης του προσφυγικού» χώλαινε διαρκώς, η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διά στόματος του υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννη Μουζάλα, προέταξε -τον Μάρτιο του 2017- τη δημιουργία κλειστών κέντρων «φιλοξενίας» -κάτι που είχε εφαρμόσει ήδη τα προηγούμενα χρόνια η ΝΔ, δεχόμενη πυρά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ίδιος ο υπουργός είχε δηλώσει τότε: «Ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε τα κλειστά κέντρα κράτησης για τις συνθήκες τους. Ελπίζω οι συνθήκες που θα δημιουργήσουμε να μην είναι τέτοιες που θα καταγγελθούν».

Σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η εκλογή του Σπύρου Γαληνού, το 2014, ως Δημάρχου Λέσβου, έχει κοινά σημεία με το μοτίβο «ισορροπιών» που προσπαθούν να διατηρήσουν οι περισσότεροι αιρετοί στο νησί. Πρώην βουλευτής της ΝΔ, στέλεχος το 2013 των Ανεξάρτητων Ελλήνων, ζητούσε επανειλημμένα την αποσυμφόρηση της Λέσβου προβάλλοντας κατά βάση το κοινωνικό πρόσωπο του νησιού, ενώ και αυτός εξελέγη με τη σημαία του «ανεξάρτητου».

Η θητεία του -σε επίπεδο πολιτικών εντυπώσεων- μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα δαιδαλώδης καθώς πολλές φορές ήρθε σε σύγκρουση με την ΝΟΔΕ ΝΔ Λέσβου και τον τότε πρόεδρο της Στρατή Καραγεωργίου, καθώς και με ακροδεξιούς κύκλους του νησιού. Χαρακτηριστική στιγμή αποτέλεσε η ανακοίνωση της ΝΟΔΕ Λέσβου της Νέας Δημοκρατίας (Σεπτέμβριος 2018), στην οποία κατηγορεί την κυβέρνηση ότι η πολιτικής της στο προσφυγικό «θα γεννούσε την εκδήλωση ακραίων φαινομένων».

Άξιο σημασίας είναι ότι λίγες ημέρες νωρίτερα ο Σ. Γαληνός είχε καταθέσει μήνυση στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης για «τον εντοπισμό και τη δίωξη όσων με πρόθεση και κατά παράβαση του νόμου διασπείρουν ψευδείς φήμες και συκοφαντίες, προτρέπουν από διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε πράξεις αυτοδικίας και προβαίνουν σε βίαιες πράξεις είτε κατά μόνας, είτε κατά αυτό-οργανωμένες ομάδες, προκειμένου να προκαλέσουν πανικό, φόβο, μίσος και διχασμό στους πολίτες. Στοχοποιούν και απειλούν απλούς πολίτες, θεσμικούς εκπροσώπους και λειτουργούς του τύπου, προκειμένου να διασπείρουν μίσος και ρατσισμό και να προκαλέσουν την διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής».

Επιπλέον, ο Δήμαρχος ζήτησε να ελεγχθούν «τα δημοσιεύματα περί επίθεσης κατά εννιάχρονου παιδιού ελληνικής οικογένειας ή κατά άλλες πληροφορίες 29χρονης κοπέλας γιατί διέφερε ως προς την ενδυμασία, για τον βανδαλισμό του μνημείου θανόντων προσφύγων στη Θερμή από την οργάνωση “Κρυπτεία” κι ακόμη πληροφορίες για αυτό-οργανωμένες ομάδες δήθεν πατριωτών που κάνουν εφόδους και ελέγχους στην περιοχή της Γέρας, επανειλημμένες απειλές κατά δημοσιογράφων, η συνεχής διασπορά ψευδών ειδήσεων από μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ραδιοφωνικά μέσα κ.α».

Στην ίδια ανακοίνωση της η ΝΟΔΕ υπερασπίστηκε την ανέγερση του Σταυρού στου Απελή (χτισμένος από ακροδεξιούς – υπόδικους), και στάθηκε στους «βανδαλισμούς σε προτομές, μέσα στο κέντρο της Μυτιλήνης» αλλά όχι στην καταστροφή μνημείου προσφύγων στη Θερμή από γνωστούς ακροδεξιούς.

«Φερέφωνα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, θα χαρακτήριζαν αυθαίρετα “φασίστα” κάθε πολίτη που αντιδρά και θα χρησιμοποιούσαν ακόμα και τη δικαιοσύνη, για να σταματήσουν κάθε φωνή που αντιστέκεται στην κατάσταση που επικρατεί!» ανέφερε μεταξύ άλλων η ανακοίνωση, φωτογραφίζοντας επικριτικά δημοσιογράφους που αντέδρασαν σε ακροδεξιά στοιχεία αλλά και τις δικαστικές τους διαμάχες με ακροδεξιούς (υπόθεση Μπαλάσκα – υπόθεση Παζιάνου) και ταυτόχρονα παρέχοντας κάλυψη στην ακροδεξιά φωνή στο νησί. Μάλιστα, ακόμη και τοπικά στελέχη της ΝΔ πήραν αποστάσεις σχετικά με την ανακοίνωση.

Υπενθυμίζεται ότι για την υπόθεση του δημοσιογράφου Στρατή Μπαλάσκα (2016), «υβριστικό» θεώρησε τελικά το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου τον χαρακτηρισμό «νεοναζί» που είχε αποδώσει στον γυμνασιάρχη του 6ου Γυμνασίου Μυτιλήνης Βασίλη Μακρυπούλια με άρθρο του, μειώνοντας την πρωτόδικη ποινή από έξι σε τρεις μήνες.

Παρά το γεγονός ότι ακόμα και ο ίδιος ο μηνυτής -υμνητής του εθνικισμού σε προσωπική του ιστοσελίδα και αλλού- δέχτηκε ότι είναι θιασώτης της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, δηλώνοντας ακόμα μία φορά «Έλληνας πατριώτης-εθνικιστής», το δικαστήριο θεώρησε ότι ο χαρακτηρισμός «νεοναζί» είναι προσβλητικός, καταδικάζοντας τελικά τον δημοσιογράφο. Ο εν λόγω δημοσιογράφος εκτός από την παραπάνω υπόθεση έχει δεχθεί και άλλες φορές διαδικτυακές επιθέσεις και απειλές από ακροδεξιούς.

Ωστόσο, ο δημοσιογράφος, μετά την καταδίκη του στα ελληνικά δικαστήρια, προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο εξέδωσε μία απόφαση κόλαφο για την ελληνική Δικαιοσύνη, καταδικάζοντας την για ακόμα μία φορά για παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν στάθμισαν το δικαίωμα του δημοσιογράφου στην «ελευθερία της έκφρασης» απέναντι «στο δικαίωμα του γυμνασιάρχη για σεβασμό της προσωπικής του ζωής». Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στη σχετική απόφαση η ελληνική Δικαιοσύνη δεν έλαβε υπ όψιν της «το καθήκον του δημοσιογράφου να δημοσιεύσει πληροφορίες για ένα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και τη συμβολή του άρθρου σε μια τέτοια συζήτηση».

Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι η ποινική καταδίκη του δημοσιογράφου αποτελούσε παρέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης που δεν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία». Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με λίγα λόγια ότι η απόφαση της Ελληνικής Δικαιοσύνης παραβιάζει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης του δημοσιογράφου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει στον προσφεύγοντα σημαντικού ύψους χρηματική αποζημίωση.

Υπόθεση Παζιάνου

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2018, απειλές και εξυβρίσεις δέχτηκε δημοσιογράφος στη Μυτιλήνη με αφορμή πρόσφατο ρεπορτάζ της, σχετικά με την επίθεση που δέχτηκε ένα 9χρονο κορίτσι στη Λέσβο από δύο άντρες επειδή φορούσε μαντήλι, περνώντας την για προσφυγόπουλο.

Η Ανθή Παζιάνου, δημοσιογράφος στη Λέσβο καταγγέλλει ότι δέχτηκε επίθεση ακραίων στοιχείων που έχουν πρωταγωνιστήσει σε παράνομες πρακτικές στο νησί.

Με αφορμή το ρεπορτάζ, εξαπολύθηκε μια επίθεση σε βάρος της δημοσιογράφου με διαδικτυακές αναφορές σε βάρος της τιμής, της ηθικής, της υπόληψης και της επαγγελματικής της ιδιότητας, ξεκινώντας από την ιδιότητά της ως γυναίκα.

Η δημοσιογράφος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη κι επέβαλε μήνυση ζητώντας τη σύλληψη τεσσάρων ατόμων. Οι αρχές συνέλαβαν δύο από τους 4 μηνυθέντες. Οι δύο συλληφθέντες παραπέμφθηκαν από την Εισαγγελία πρωτοδικών Μυτιλήνης σε τακτική δικάσιμο.

Τον Σεπτέμβριο του 2016 η ίδια δημοσιογράφος γνωστοποίησε και το παρακάτω γεγονός:

Επιστρέφοντας στο πολιτικό σκέλος, παρά τη σύγκρουση με ακροδεξιούς κύκλους, το πογκρόμ του 2018 στην πλατεία Σαπφούς δεν άφησε αλώβητο τον τότε Δήμαρχο, Σ. Γαληνό,  καθώς μετά τα γεγονότα απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, Δημήτρη Βίτσα, και τον Αναπληρωτή Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Νίκο Τόσκα, «καταδικάζοντας τη βία από όπου και αν προέρχεται» χωρίς βέβαια να αναφερθεί στο ποιόν αυτών που διέπραξαν τις επιθέσεις.

Επιπλέον, στην επιστολή κατηγόρησε την κυβέρνηση για αδράνεια και προέτρεψε: «Μην κάνετε το τραγικό λάθος να θεωρείτε ότι το αίτημα της αποσυμφόρησης του νησιού και της απελευθέρωσης της πλατείας Σαπφούς προερχόταν από ακραία στοιχεία».

Μία ημέρα μετά τα γεγονότα του πογκρόμ ο Γαληνός έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter, «αναμενόμενη η οργή και των πολιτών και των εγκλωβισμένων μεταναστών. Καμία ανοχή ούτε σε ακροδεξιά στοιχεία αλλά ούτε σε ανομία και αναρχία. Αποσυμφόρηση της Λέσβου ΤΩΡΑ για το καλό όλων!» και κατηγόρησε το κράτος ότι λόγω της «ανυπαρξίας του», επικρατούν «ακραίες φωνές».

Σημειώνεται ότι για το πογκρόμ, ο βουλευτής της ΝΔ, Χαράλαμπος Αθανασίου κατηγόρησε την απραξία της κυβέρνησης και πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι «η συνεχιζόμενη αυτή απραξία όχι μόνο γεννά στους πολίτες την ανάγκη να “πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους” αλλά δημιουργεί πρόσφορο έδαφος ώστε να ακούγονται και  ακραίες φωνές». Στην ίδια γραμμή κινήθηκε τότε και η ΝΟΔΕ ΝΔ Λέσβου διερωτώμενη για το πού ήταν ο Δήμαρχος εκείνη την ημέρα και αποκαλώντας «ηθικούς αυτουργούς» για το πογκρόμ την κυβέρνηση και όχι «εκείνους που συμμετείχαν».

Το πογκρόμ του 2018 αναφέρεται ως σημείο αναφοράς εξαιτίας της έκτασης που πήρε καθώς πρόκειται για την πρώτη μαζική εμφάνιση οργανωμένης ακροδεξιάς δράσης στο νησί, χωρίς να τηρηθούν ούτε τα προσχήματα.

Η εργαλειοποίηση του προσφυγικού από τη ΝΔ και οι «πλάτες» στην ακροδεξιά

Χώρος πολιτικής έκφρασης και ζύμωσης της ακροδεξιάς είναι οι ανά καιρούς απεργίες που προκηρύσσονται στο νησί, οι πρωτοβουλίες τοπικών συμβουλίων, αλλά και η καθιερωμένη υποστολή της σημαίας κάθε Κυριακή. Θέματα της επικαιρότητας, όπως το Μακεδονικό αλλά και η υπόθεση Κατσίφα φαίνεται ότι «φέρνουν κοντά» τους ακροδεξιούς «Ελεύθερους Πολίτες» με την τοπική ΝΔ αλλά και στελέχη του κόμματος.

Η Μητρόπολη Μυτιλήνης από τη μεριά της, καλούσε σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Σαπφούς στις 20/1/2019 για το Μακεδονικό, ενώ νωρίτερα στις 18/11/2018 πραγματοποιήθηκε μνημόσυνο για τον Κατσίφα, με την παρουσία στην εκκλησία υπόδικων «Ελεύθερων Πολιτών» για το πογκρόμ του 2018, χρυσαυγιτών, αλλά και του βουλευτή της ΝΔ, Αθανασίου.

Για το μνημόσυνο πολλά ακροδεξιά μέσα και χρήστες του διαδικτύου έτρεξαν να πανηγυρίσουν ότι αυτό θα διεξαχθεί σε ναό εντός στρατοπέδου και τον συμβολισμό που έχει μια τέτοια κίνηση -παρά το γεγονός ότι τελικά δεν τα κατάφεραν και το μνημόσυνο έγινε σε «κοινό» ναό. Η ανακοίνωση τέλεσης του μνημόσυνου εστάλη με e-mail σε σχολικές μονάδες, ενώ διανεμήθηκε και από την «Πατριωτική Κίνηση» (μετέπειτα «Ελεύθεροι Πολίτες»).

Την ίδια ώρα, ερωτηματικά δημιουργούνται σχετικά με τις σχέσεις της Ένωσης Θεολόγων Λέσβου αλλά και της εκκλησίας -εν γένει- με το ακροδεξιό δίκτυο του νησιού.

Μια εβδομάδα νωρίτερα από το μνημόσυνο Κατσίφα, ο Γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, Παναγιώτης Τσαγκάρης, είχε κάνει μνημόσυνο -πάλι στη Λέσβο- για τον Κατσίφα, λαμβάνοντας τα συγχαρητήρια του καθηγητή Βασίλειου Μακρυπούλια – του «εθνικοσοσιαλιστή» στη δίκη κατά του δημοσιογράφου Μπαλάσκα, ο οποίος διατηρούσε μέχρι το 2013 ιστολόγια σε server του υπουργείου Παιδείας με ναζιστικό περιεχόμενο.

Ένα απτό παράδειγμα για το πώς λειτουργεί η ακροδεξιά στο νησί αλλά και πώς αυτό εργαλειοποιείται από τη ΝΔ είναι τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 2016. Αφορμή αποτέλεσε η εκ της ακροδεξιάς παραπληροφόρηση μέσω των social media ότι στις 11 Σεπτεμβρίου η υποστολή της σημαίας παρεμποδίσθηκε από συγκέντρωση προσφύγων στην πλατεία Σαπφούς -μια πληροφορία που υιοθέτησε και η ΝΟΔΕ Λέσβου.

Ωστόσο, συγκέντρωση προσφύγων δεν υπήρξε εκείνη την ημέρα, ενώ η εντολή που έδωσε το Λιμεναρχείο να μην γίνει υποστολή της σημαίας εκείνη την Κυριακή (για άγνωστο λόγο) αποτέλεσε το εφαλτήριο για κάλεσμα διαμαρτυρίας ακροδεξιών την επόμενη Κυριακή (18/9).

Την επόμενη ημέρα (19/9) πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας των κατοίκων της Μόριας με αιτήματα την αποσυμφόρηση, την προστασία της αγροτικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου του χωριού, καθώς και την αποκατάσταση του ελλιπέστατου αποχετευτικού δικτύου του στρατοπέδου. Στην πορεία συμμετείχαν Χρυσαυγίτες οι οποίοι φώναζαν ρατσιστικά συνθήματα κατά των προσφύγων και κατά του Δημάρχου: «Γαληνέ ξεφτίλα βγάλε τη μαντίλα» καθώς και «Βγάλ’ τους από την Μόρια και βαλ’ τους στα βαπόρια».

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της πορείας ακροδεξιοί επιτέθηκαν σε τέσσερις κοπέλες αλληλέγγυες. Μάλιστα, πληροφορίες του ρεπορτάζ ανέφεραν ότι πρόκειται για Χρυσαυγίτες οι οποίοι ήταν κομμάτι της πορείας που λάμβανε χώρα στο νησί, ενώ την εκδήλωση διαμαρτυρίας χαιρέτισε και ο Αθανασίου, δηλώνοντας μεταξύ άλλων πως συμπαρίσταται «στον αγνό αγώνα σας για τη διάσωση της Λέσβου μας».

Ανάρτηση του δημοσιογράφου Θράσου Αβράαμ για εκείνη την ημέρα

 

Τα γεγονότα του Μαΐου 2018 με την παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων στην πορεία τοπικών φορέων του νησιού και τα επεισόδια που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ομιλίας του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, αποτέλεσαν μια ακόμη «ευκαιρία» για τη ΝΔ ώστε να κατηγορήσει τον τότε πρωθυπουργό ότι «αποκαλεί ακροδεξιούς τους πολίτες των νησιών που διαμαρτύρονται για τις επιλογές του», χωρίς καμία αναφορά στους ακροδεξιούς κύκλους που προκάλεσαν τα επεισόδια.

Συγκεκριμένα, ενόψει της επίσκεψης του πρωθυπουργού Τσίπρα, τo συντονιστικό όργανο των επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων της Λέσβου κάλεσε σε απεργία και συλλαλητήριο με αιτήματα τη διατήρηση του μειωμένου ΦΠΑ αλλά και την αποσυμφόρηση του νησιού. Η «Πατριωτική Κίνηση Μυτιλήνης» κάλεσε και αυτή και το βράδυ της συγκέντρωσης ακροδεξιοί συγκρούστηκαν με τα ματ, προπηλάκισαν και επιτέθηκαν σε φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφους μεταξύ των οποίων και στον Θράσο Αβρααμ.

Η εκλογή του «αντάρτη» Μουτζούρη προσκρούει στην «γαλάζια» κεντρική πολιτική

Όπως αναλύθηκε και στο κείμενο: Σκιαγραφώντας την ακροδεξιά στη Λέσβο (μέρος 1ο), η εκλογή του Περιφερειάρχη, Κώστα Μουτζούρη, παρά το γεγονός ότι η επίσημη γραμμή της ΝΔ στήριξε την υποψήφια Χριστιάνα Καλογήρου, δημιούργησε εσωκομματικούς τριγμούς στην «γαλάζια παράταξη». Μάλιστα, η στήριξη που δέχτηκε ο Μουτζούρης από τον βουλευτή Λέσβου, Χαράλαμπο Αθανασίου, αλλά και οι σχέσεις του περιφερειάρχη με τους «Ελεύθερους Πολίτες» και οι αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις του για τη Χρυσή Αυγή, αποδεικνύουν την αναδυόμενη θέση της ακροδεξιάς στο νησί.

Οι ανά τακτά χρονικά διαστήματα δηλώσεις του «ιδεολογικά συμφώνου με τη ΝΔ» Κώστα Μουτζούρη περί «αλλοίωσης του πληθυσμού» στη Λέσβο και τα συγχαρητήρια του προς την κυβέρνηση για την πολιτική της «παρεμπόδισης των μεταναστών» φαίνεται ότι βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος με την πολιτική που ασκεί το κυβερνών κόμμα πάνω σε αυτό το ζήτημα, ενώ για την εσωτερική κατανάλωση ο Μουτζούρης διατηρεί ένα «αντικυβερνητικό» προφίλ -λαμβάνοντας υπόψιν την αντίθεση του για κλειστές δομές αλλά και τις δηλώσεις του «για το πού γράφει τον πρωθυπουργό»- έπειτα από τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβερνητικής πολιτικής στο προσφυγικό.

Οι προεκλογικές δεσμεύσεις της Νέας Δημοκρατίας για αποσυμφόρηση των νησιών, δημιουργία κλειστών δομών, fast-track διαδικασίες ασύλου, και εντατικοποίηση των επαναπροωθήσεων, έπεσαν στο κενό με αποτέλεσμα η ακροδεξιά να λάβει εξέχοντα ρόλο στο νησί -όπως αποδεικνύουν και τα γεγονότα Ιανουαρίου – Μαρτίου 2020 τα οποία θα αναλυθούν στη συνέχεια.

Οι αλλεπάλληλες αποτυχίες της κυβέρνησης στο προσφυγικό -αρχής γενομένης- με την κατάργηση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ως «αχρείαστο», την ενσωμάτωση του στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, και την εκ νέου επανίδρυση του (6 μήνες μετά) ως υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, δημιούργησαν τις πρώτες εντυπώσεις σχετικά με την κυβερνητική πολιτική.

Την ίδια ώρα, στη Μόρια διέμεναν σε άθλιες συνθήκες περισσότεροι από 23.000 πρόσφυγες, ενώ στο μεσοδιάστημα (πριν την επανίδρυση του υπουργείου) η κυβέρνηση τοποθέτησε τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας, Αλκιβιάδη Στεφανή, ως ειδικό συντονιστή στο μεταναστευτικό για την αποσυμφόρηση των νησιών έχοντας ήδη από το καλοκαίρι θέσει ως στόχο τη μεταφορά 20.000 προσφύγων από τα νησιά στην ενδοχώρα μέχρι τις αρχές του 2020.

Οι κυβερνητικές υποσχέσεις για κλείσιμο των καμπς σε Μόρια, ΒΙΑΛ, Σάμο στο πλαίσιο της δημιουργίας νέων κλειστών φυλακών δεν υλοποιήθηκαν, με την κυβέρνηση να διαμηνύει συνεχώς ότι συνάντησε τοπικά προσκόμματα τα οποία δεν την άφησαν να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της, ενώ τελικά δεν υλοποιήθηκε ούτε η αποσυμφόρηση του νησιού στο χρονικό πλαίσιο που έθεσε η κυβέρνηση ως στόχο. Ωστόσο, οι προεκλογικές δεσμεύσεις έδειξαν το πρόσωπο της πολιτικής που θα ασκήσει το κυβερνών κόμμα στο απώτερο μέλλον.

Στο μεσοδιάστημα (πριν επανιδρυθεί το υπ. Μετανάστευσης), φωνές που κατέχουν εξέχουσα θέση στους κόλπους της ΝΔ άρχισαν να εκφέρουν ακροδεξιό λόγο σε συνέδρια και θεσμικές διαδικασίες, βάζοντας όλο και πιο επιτακτικά τη «σκληρή στάση» που πρέπει να κρατήσει η κυβέρνηση στο προσφυγικό.

Η υπεράσπιση του μπάρμπεκιου έξω από δομή φιλοξενίας προσφύγων στα Διαβατά από τον βουλευτή της ΝΔ, Κωνσταντίνο Κυρανάκη, η εμμονή του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά -στο συνέδριο της ΝΔ- για «λαθρομετανάστες» με έμμεσες αναφορές σε εποικισμό, αλλά και οι αντιδράσεις τοπικού πληθυσμού για μετεγκατάσταση προσφύγων από τα νησιά στην ενδοχώρα, έκαναν διακριτό ότι η ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ διατηρεί μια εξέχουσα θέση, ακόμη και αν η επίσημη πολιτική της κυβέρνησης -στην πράξη- προωθούσε το άνοιγμα κέντρων σε όλη την επικράτεια.

Ταυτόχρονα, η κυβερνητική πολιτική πάτησε πάνω στο μοτίβο της «ενίσχυσης της φύλαξης των συνόρων» το οποίο μεταφράστηκε σε σκιώδης διαδικασίες, όπως παράνομα pushbacks, τα οποία η ίδια αρνήθηκε πολλάκις -παρά το πλήθος των στοιχείων, με παγκοσμίου φήμης μέσα ενημέρωσης να φιλοξενούν ρεπορτάζ για δομές-transit μεταφοράς προσφύγων και επαναπροωθήσεις από το Λιμενικό. Στις αρχές Ιουλίου 2020, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο υπουργός Μετανάστευσης, Νότης Μηταράκης, και ο υφυπουργός Γιώργος Κουμουτσάκος, κλήθηκαν από την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να δώσουν εξηγήσεις για τις παράνομες επαναπροωθήσεις. Αν και το ελληνικό επιτελείο αρνήθηκε τις κατηγορίες, την παράσταση έκλεψαν οι κατηγορίες περί «ακροδεξιάς αντιμετώπισης» που επέρριψε ο συντονιστής της ομάδας των σοσιαλιστών προς τον Μ. Χρυσοχοΐδη, με τον ίδιο να εξηγεί ότι «εμείς στις τελευταίες εκλογές διώξαμε την ακροδεξιά» και «από εκεί που ήταν στη Βουλή, τώρα είναι στα δικαστήρια».

Η «πολιτική της αποτροπής» στο προσφυγικό αγκαλιάστηκε από τον Περιφερειάρχη Β. Αιγαίου, Κώστα Μουτζούρη και άλλους τοπικούς παράγοντες της Λέσβου, οι οποίοι στην αρχή ήταν κατά της δημιουργίας μιας νέας κλειστής δομής στο νησί -σε σύγκρουση με την επίσημη πολιτική της ΝΔ για «κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα». Σε δεύτερο χρόνο έθεταν την αποσυμφόρηση ως προϋπόθεση για να εισέλθουν στο διάλογο για μια κλειστή δομή, ενώ μετά και την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου στο ΚΥΤ της Μόριας φάνηκε ότι άνοιξε ο δρόμος για εφαρμόσει η ΝΔ την πολιτική της ατζέντα χωρίς τοπικά προσκόμματα.

Πρόκειται μάλιστα για την πολιτική ατζέντα που απέτυχε να κάνει «επιτάξεις», σήκωσε κλίμα αντιδράσεων με τα γεγονότα του Φεβρουαρίου και την αστυνομική καταστολή στη Λέσβο, για την -τελικά- ματαίωση της ανέγερσης δομής στην περιοχή Καράβας, ενώ τον Νοέμβριο του 2019 η κυβέρνηση δια στόματος Στεφανή, είχε προτείνει (με χάρτη) ακόμη και δομή σε ερημονήσι -κάτι που πήρε πίσω λίγες ημέρες μετά.

Επιπλέον, «χωρίς τοπικά προσκόμματα» καθώς η κυβέρνηση ως αντισταθμιστικό μέτρο -για το γόητρο των τοπικών κοινοτήτων- προώθησε το κλείσιμο δομών όπως το ΠΙΚΠΑ και το μελλοντικό κλείσιμο του Καρά Τεπέ, δύο δομών που φιλοξενούν οικογένειες, ασυνόδευτα παιδιά και ευάλωτους αιτούντες άσυλο. Έτσι το σύνθημα «καμία νέα δομή στη Λέσβο» των τοπικών στελεχών της ΝΔ με ευρεία πλειοψηφία αντικαθίσταται από την δημιουργία νέας δομής στο νησί με λιγότερο πολιτικό κόστος σε σχέση με τα γεγονότα στις αρχές του 2020.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, πολλές φορές η συγκρότηση και ενδυνάμωση ενός ακροδεξιού μπλοκ τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες με οικονομικά κίνητρα στο νησί.

Στη Λέσβο φάνηκε ξεκάθαρα με το συντονιστικό ενάντια στην αύξηση του ΦΠΑ. Ένα συντονιστικό επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων, αποτελούμενο κατά βάση από στελέχη της δεξιάς, όπου μπροστά στην ενδεχόμενη ισοστάθμιση του ΦΠΑ των νησιών του ανατολικού αιγαίου με την υπόλοιπη Ελλάδα, χρησιμοποιεί ρατσιστικό λόγο και υιοθετεί ακροδεξιές ομαδοποιήσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι στελέχη του πρωτοστατούν στα γεγονότα κατά μεταναστών, αλλά και ότι το βασικό επιχείρημα που υιοθέτησε ήταν το φερόμενο ως «πλήγμα» του νησιού από την παρουσία υπεράριθμων από τα κέντρα κράτησης, μεταναστών στο νησί.

Βεβαίως, αναφέρεται μόνο στους «υπεράριθμους», καθώς τα έσοδα από τα συμβόλαια catering, φύλαξης και καθαριότητας του hot spot της Μόριας, του καταυλισμού του Καρά Τεπέ, και των ΜΚΟ είναι πολλά για να τα αρνηθεί εν γένει.

Τα πανό για «αποπροσφυγοποίηση του νησιού» κοσμούσαν όλες τις συγκεντρώσεις ενάντια στην αύξηση του ΦΠΑ. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί και να ληφθεί υπόψιν, η τεράστια απήχηση που βρήκε το συντονιστικό στους κατοίκους του νησιού, με τη συμμετοχή εκατοντάδων πολιτών στις συγκεντρώσεις τους, αλλά και την σχεδόν ολοκληρωτική συμμετοχή των καταστημάτων στις απεργίες που κάλεσε. Μία απήχηση που έδινε σημαντικό πεδίο για εξωτερίκευση και ενδυνάμωση των ακροδεξιών προσώπων και ομαδοποιήσεων που βρίσκονταν στους κόλπους του.