Του Χρήστου Λάσκου

Το παράθεμα της γερμανικής εφημερίδας, που προηγείται, νομίζω, πως με πολύ περιεκτικό τρόπο, περιγράφει ένα από τα επίδικα όσων διαμείβονται αυτόν τον καιρό. Το κυριότερο, ωστόσο, είναι το ταξικό περιεχόμενο των «παρεμβάσεων», το οποίο εύκολα στοιχειοθετείται. Και, μάλιστα, όχι αναγκαστικά κάνοντας «βαθειά» ανάλυση του συνόλου των μέτρων, που επιλέγονται.

Όπως καλά ξέρουν οι ευαίσθητοι περί την φιλοσοφία μαρξιστές, το βάθος αποκαλύπτεται στην επιφάνεια.

Θέλω να πω, για παράδειγμα, πως περισσότερο κι από την νέα φορολογική επιβάρυνσή μας μετράει ο τρόπος που την προσλαμβάνουν και την «επικοινωνούν» πολλοί από τους κυβερνώντες. Θα έχετε ακούσει ή διαβάσει, ίσως, το πόσο ασήμαντο είναι ένα ποσό 200 ευρώ ετήσιας επιβάρυνσης λόγω του νέου αφορολόγητου, για να γίνεται θέμα. Σχεδόν ενοχλούνται ένιοι κυβερνητικοί με την διαμαρτυρία των «ψιλικατζήδων», που ασχολούνται με τέτοια μικροποσά. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου είναι που φτιάχνει ανάμεσά μας μια πολύ βαθειά διαχωριστική.

Η αδυναμία κατανόησης του πόσο μεγάλο είναι το ποσό των 200 ευρώ για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων και άνεργων κατοίκων αυτής της χώρας χαρακτηρίζει ανθρώπους, που αναπόφευκτα είναι «αλλού» κι απέναντι. Γιατί τα 200 ευρώ είναι τεράστιο ποσό κι ας θεωρούν υπερβολική τη διατύπωση όσοι και όσες δεν θα βρεθούν ποτέ σε θέση να τα χρειάζονται εναγωνίως. Πολύ περισσότερο όταν τα 200 ευρώ είναι ένα μικρό τμήμα των όσων μας αφαιρούνται με το σύνολο των «παρεμβάσεων».

Ας πάμε, όμως, στα πιο «αναλυτικά».

Τα facts

Προκειμένου να μην διαφωνήσουμε και στα «δεδομένα», επιλέγω να αξιοποιήσω διατυπώσεις της «Εφημερίδας των Συντακτών», η οποία είναι υπεράνω υποψίας για αντικυβερνητική διάθεση. Σταχυολογώ.

«Κρυφά και φανερά μέτρα ύψους 12.6 δις προβλέπει το επικαιροποιημένο Μνημόνιο. Μπροστά σε αυτόν τον Αρμαγεδδώνα, μοιάζουν ήπιες οι προτάσεις Τόμσεν από το ΔΝΤ, που ήταν του ίδιου βεληνεκούς».
«Η επόμενη φάση του ασφαλιστικού Κατρούγκαλου θα φέρει, μετά την τριετία, ραγδαίες μειώσεις [και] στις καταβαλλόμενες συντάξεις, αφού θα καταργηθεί η «προσωπική διαφορά»».

«Όχι 9, αλλά 19 είναι οι αποκρατικοποιήσεις που θα κληθεί να ολοκληρώσει το ΤΑΙΠΕΔ, τα έσοδα από τις οποίες θα κατευθυνθούν στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και όχι σε αναπτυξιακούς ή άλλους σκοπούς, όπως είχε αρχικά εξαγγελθεί».

Θα μπορούσα να παραθέσω άλλα πενήντα σχετικά κομμάτια, εξαιρετικά επιβαρυντικά για την κυβέρνηση. Νομίζω πως δεν χρειάζεται. Αρκούν αυτά, για να δείξουν πόσο σοβαρό είναι το πανηγυρικό αφήγημα Τσίπρα, για τα καλά που μας μέλλονται.

Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι να γίνει αντιληπτό τι σημαίνουν τα όσα «επιτεύχθηκαν» κατά την διαπραγμάτευση και αφορούν τον «κόφτη» και τις «ρυθμίσεις» για το χρέος.

Ο κόφτης

Το συγκεκριμένο νεοσύστατο «πολυεργαλείο» -θεσμό (!) το ονόμασε ο πρωθυπουργός- αποτελεί προχωρημένη εξέλιξη στο πλαίσιο των ενεργειών για την εφαρμογή του Δημοσιονομικού Συμφώνου στην Ευρώπη. Αποτελεί την καλύτερη δυνατή θεσμοποίηση της λιτότητας, που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί. Για παράδειγμα, στα άμεσα καθημάς, με την υιοθέτηση του κόφτη, η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται πως ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος στο επίπεδο του 3.5% στο διηνεκές όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά εγκαθίσταται ως θεμέλιο των δημόσιων οικονομικών. Τα οποία θα οργανώνονται γύρω από αυτήν την αρχή. Έτσι, π.χ., δεν θα έχει νόημα να σχεδιάζεις την πολιτική των δαπανών για την Παιδεία (συνολικά κάτω του 2.5%), παρά υπηρετώντας την ανάγκη του ιερού 3,5. Για σκεφτείτε: 2.5% οι συνολικές δαπάνες για την Παιδεία και 3.5% (40% περισσότερο) η αφαίμαξη υπέρ των κατόχων ομολόγων!

Δεν χρειάζεται, όμως, να μπούμε σε τέτοιου είδους ποιοτικές «αξιολογήσεις» των στόχων, ένεκα των οποίων θεσμοθετείται ο κόφτης. Χιλιάδες ειδικοί σκίζουν τα πτυχία τους με την πρόβλεψη πως θα επιτυγχάνονται στο διηνεκές τέτοιου μεγέθους πλεονάσματα. Δεν συνέβη ποτέ στην ιστορία ούτε για περιορισμένες χρονικές περιόδους. Ποτέ!

Ούτε θα επιμείνω στο προφανώς άστοχο (sic) η ευαισθησία αναφορικά με τα ελάχιστα κονδύλια, που θα εξαιρούνται από τη λεπίδα του κόφτη, να ξεκινάει με τις στρατιωτικές δαπάνες! Ή στο ό,τι έχουν αρχίσει, όλο και συχνότερα, από την κυβέρνηση οι περικοπές ή οι διαρκείς αυξήσεις των έμμεσων φόρων να ονομάζονται «μεταρρυθμίσεις»!

Θα κλείσω αυτό το τμήμα σημειώνοντας πως ο κόφτης μας κάνει πρωτοπόρους, για άλλη μια φορά. Κρύος ιδρώτας αρχίζει να λούζει τους λαούς των PIIGS και όσους από τους υπόλοιπους καταλαβαίνουν τι γίνεται. Όπως σωστά έγραψε ο Πέτρος Σταύρου πρόσφατα: «Ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχει ενεργά στην αλλαγή της Ευρώπης, αλλά με έναν παράδοξο και τραγικό τρόπο. Αντί να «φρενάρει» τη λιτότητα, συμβάλλει στην θεσμοποίησή της».

Ναι, αλλά η ανάπτυξη;

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του κυβερνητικού αφηγήματος.

Μας λένε, περίπου: Μην ανησυχείτε, βρε χαζά! Δεν θα χρειαστεί να εφαρμόσουμε τον κόφτη. Με την ευφυή μας κίνηση να τον προτείνουμε, τους κοροϊδέψαμε.
Αφού έρχεται η ανάπτυξη. Το λέει και η EUROSTAT! 2.7% για του χρόνου.

Έλα, όμως, που η ίδια υπηρεσία έλεγε επί προηγούμενης κυβερνήσεως πως, για το 2015 και το 2016, και για τα πολλά επόμενα χρόνια, η ανάπτυξη θα ήταν πάνω από 3% ετησίως. Και, αν αποδεχτούμε τις προβλέψεις της ως επιχείρημα, τότε δικαιώνουμε τον Σαμαρά. Δεν ξέρω για την κυβέρνηση, αλλά εγώ αρνούμαι να το κάνω.

Κι αν δεν δικαιώνεται ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος επ’ αυτού, το ίδιο δεν δικαιώνεται κι ο Τσίπρας. Το ίδιο, ακριβώς.

Είναι κατανοητό, βέβαια, πως η κυβέρνηση δεν έχει τίποτε άλλο να προσμένει παρά πως με την πλήρη και πιστή (sic) εφαρμογή του 3.5 Μνημονίου, κάτι τα 5.7 δις της δόσης, κάτι τα ΕΣΠΑ, κάτι τα ΜΕΣΠΑ θα καβαντζάρει ένα διάστημα. Κι αφού δεν έχει τίποτε άλλο, είναι υποχρεωμένη να λέει αντίστοιχες ασυναρτησίες. Ότι δηλαδή με 3.5% διαρκή αφαίμαξη και με ένα ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον στο χείλος μιας νέας έξαρσης της καπιταλιστικής κρίσης, θα έρθει η ανάπτυξη.

Διότι λέει, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του πρωθυπουργού, «η ελληνική οικονομία είναι ένα ελατήριο συμπιεσμένο», έτοιμο, μετά την αξιολόγηση, για εκτόξευση! Ε, λοιπόν, και συγχωρείστε με για την κοπρολογία, αλλά μόνο έτσι κάνει ρίμα, η ελληνική οικονομία είναι περισσότερο ένα σκατό πατημένο, παρά ένα ελατήριο συμπιεσμένο. Έχοντας χάσει, και λόγω των εφαρμοζόμενων πολιτικών, ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραγωγικών της δυνατοτήτων και σε σταθερό κεφάλαιο, έχοντας υποβαθμίσει τις δεξιότητες ενός πολύ μεγάλου μέρους των ανθρώπων, αντιμετωπίζοντάς τους επί χρόνια ως περιττούς, έχοντας χάσει κάθε δυνατότητα ενεργητικής δημόσιας οικονομικής παρέμβασης βρίσκεται σε κάκιστο σημείο. Κάποια στιγμή, βέβαια, «θα πάρει μπροστά» -όταν το πεδίο θα έχει εντελώς ισοπεδωθεί για την εκμεταλλευτική δράση του κεφαλαίου, όταν η κοινωνική καταστροφή θα έχει ολοκληρωθεί. Αυτοί που συντρίφτηκαν τότε, κάθε άλλο παρά θα ευνοηθούν, άνεργοι κι εργαζόμενοι.

Ναι, αλλά βαίνει προς διευθέτηση η ελάφρυνση του χρέους
Να πω, προκαταβολικά, πως, ακόμα κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μας ήταν αδιάφορο όταν ο όρος είναι η ολοκλήρωση των «μεταρρυθμίσεων», δηλαδή η επίταση και η μονιμοποίηση της ταξικότατης λιτότητας. Όπως ανακοίνωσε και το Γιούρογκρουπ, έχει κι αυτό, όπως κι εμείς (!!!) … κόκκινες γραμμές: κανένα κούρεμα, καμία σημαντική αλλαγή στο «πρόγραμμα».

Όμως, από όσα ξέρουμε μέχρι στιγμής, συνολικά δεν συμβαίνει κιόλας. Γιατί αν, εκτός από την επαναγορά ομολόγων του ΔΝΤ από τον ESM και την, αν και όταν, υλοποίηση της, ούτως ή άλλως, από το 2015 υποχρέωσης για επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών, το μόνο που υπάρχει στο τραπέζι είναι η επιμήκυνση της ωρίμανσης (sic) και νέα περίοδος χάριτος, αυτό δεν συνιστά ελάφρυνση, αλλά ευκολίες πληρωμών. Γιατί όπως ο κάθε πολίτης, που εξυπηρετεί κάποιο δάνειο, ξέρει, η επιμήκυνση τον βοηθάει στο να είναι συνεπής στις αποπληρωμές των δόσεων, αλλά, λόγω αύξησης της περιόδου αποπληρωμής, αυξάνει το βάρος του χρέους του. Τα συνολικά χρεολύσια μένουν σταθερά, οι συνολικοί τόκοι αυξάνονται –πολλές φορές κατά πολύ. Το να μιλάμε για ελάφρυνση, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι παρά κλασικό New Speak.

Ο παλιός καλός ΣΥΡΙΖΑ είχε εμπεριστατωμένα και αποφασιστικά αποδείξει πως η μόνη λύση στο πρόβλημα του χρέους είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του και ρήτρα ανάπτυξης για το υπόλοιπο. Κι επειδή το είχε αποδείξει εμπεριστατωμένα, εκείνη η θέση του συνεχίζει να είναι η μόνη βάσιμη, με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται νέα επιχειρηματολογία σχετικά με τις τωρινές «ρυθμίσεις», ιδίως όταν, από τον ίδιο τον πρωθυπουργό προβάλλονται ως «λύση του προβλήματος».

Η αποδοχή τους και η ενεργητική τους υποστήριξη, όχι ως «κάτι που πήραμε», αλλά ως μεγάλη επιτυχία, οδηγεί στην πλήρη εγκατάλειψη του στόχου της διαγραφής, χωρίς ποτέ να έχει επιχειρηθεί να αναιρεθεί η παλιά, καλή επιχειρηματολογία. Πράγμα που εξηγεί και το γεγονός πως, ενώ αποκτούν πολύ μεγάλη δημοσιότητα παρεμβάσεις στον διεθνή τύπο (π.χ. πρόσφατα στην Handelsblatt), που αναδεικνύουν πού πήγαν τα δισεκατομμύρια των ελληνικών «διασώσεων» (89% σε διασώσεις τραπεζών), η κυβέρνηση, όχι μόνο έχει εγκαταλείψει οριστικά τη δέσμευσή της για λογιστικό έλεγχο, αλλά και σφυρίζει αδιάφορα. Μ’ όλο που τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα θα μπορούσαν να δώσουν εξαιρετικό νομικά και πολιτικό έρεισμα για την αμφισβήτηση του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αμφισβήτηση απολύτως συμβατή τόσο με το διεθνές, όσο και ειδικότερα με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

***

Τελειώνω, όπως άρχισα. Μπορεί να μου διαφεύγουν πράγματα, που ευνοούν το κυβερνητικό αφήγημα –αν και δεν μου φαίνεται. Ακόμη, όμως, κι αν ήταν έτσι, αυτό που δεν μπορεί παρά να είναι ασυγχώρητο είναι η απαξίωση της έγνοιας για τα 200 ευρώ. Το ξαναλέω κι ας το σκεφτούν, αυτοί που πρέπει: τα 200 ευρώ είναι τεράστιο ποσό!