Ρεπορτάζ: Νεκταρία Ψαράκη

Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, έχει μπει λουκέτο σε 1.500 φούρνους της γειτονιάς μας. Από τα 1.500, 300 αρτοποιεία έκλεισαν λόγω συνταξιοδότησης, όπως λέει στο TPP η πρόεδρος της Oμοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος, Έλσα Κουκουμέρια, εξηγώντας ότι το δυσοίωνο μέλλον του κλάδου αποθάρρυνε και τους διαδόχους. «Το προηγούμενο διάστημα το αρτοποιείο δεν έκλεινε. Το αγόραζε κάποιος άλλος και συνέχισε τη λειτουργία του. Σήμερα κλείνει», λέει.

Η αρτοποιεία στην Ελλάδα έχει περάσει σειρές κρίσεων. Σήμερα, διανύει τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, με το κόστος του ρεύματος, σύμφωνα με την κ. Κουκουμέρια, να έχει ανέβει κατά 35-40%. «Αυτό σε νούμερα σημαίνει ότι για ένα αρτοποιείο που μετρά 10.000 κιλοβατώρες το μήνα, αυτή τη στιγμή ο λογαριασμός έρχεται 1.000 με 1.500 ευρώ επάνω. Όσοι συνάδελφοι δε, χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, βλέπουν το κόστος να έχει τριπλασιαστεί. Από 500 ευρώ, ο λογαριασμός έρχεται στα 1.500. Ακόμη και όσοι χρησιμοποιούν πετρέλαιο είδαν τους λογαριασμούς να εκτοξεύονται. Σκεφτείτε ότι τον Αύγουστο πλήρωσαν 1,70 ευρώ το λίτρο. Αυτή τη στιγμή έχει σκαρφαλώσει στο 2,20, κάτι που σημαίνει 500 ευρώ επιπλέον επιβάρυνση. Καταλαβαίνετε ότι η αγορά μας, η οποία ούτως ή άλλως αυτή τη στιγμή δεν έχει κίνηση, δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτές τις επιβαρύνσεις», περιγράφει.

Ούτε η αύξηση των τιμών των προϊόντων θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση για τα αρτοποιεία. «Αύριο να γίνει αύξηση 10 λεπτών στο ψωμί, πάλι δε βγαίνει ο λογαριασμός. Ένα μέσο αρτοποιείο σήμερα παράγει, ας πούμε 300 ψωμιά. Στα χωριά ακόμη λιγότερα βέβαια. Τα 10 λεπτά αύξησης θα βάλουν στο ταμείο επιπλέον τζίρο 30 ευρώ. Τζίρο, όχι κέρδος. Το μήνα είμαστε άρα στα 900 ευρώ. Πάλι δε φτάνουν!», εξηγεί, λέγοντας παράλληλα ότι έτσι κι αλλιώς, η αύξηση των τιμών είναι ανώφελη: «Αν αύριο ανέβει κι άλλο το ρεύμα τι θα γίνει; Τα δεδομένα δείχνουν ότι μέχρι τον Δεκέμβριο θα έχουμε κι άλλες αυξητικές τάσεις σε ρεύμα και αέριο. Γι’ αυτό κι εμείς ζητήσαμε πριν ένα μήνα να πάρουμε μία επιδότηση, η οποία θα μπορούσε να παίξει το ρόλο της ώστε το πλοίο να κρατηθεί», τονίζει.

Αποκλειστική κατοχύρωση της λέξης «φούρνος» 

Ενώ έκλεισαν 1.500 φούρνοι, όπως λέει η κ. Κουκουμέρια, άνοιξαν 600 σημεία πώλησης κατεψυγμένου ψωμιού. Όπως τονίζει, πάγιο αλλά ανεκπλήρωτο αίτημα της Ομοσπονδίας εδώ και 11 χρόνια, είναι η κατοχύρωση του ονόματος «φούρνος». «Το ότι η λέξη “φούρνος” δεν είναι κατοχυρωμένη αποκλειστικά για μαγαζιά τα οποία αναλαμβάνουν όλη την παραγωγική διαδικασία του ψωμιού από την αρχή, δηλαδή από την επιλογή των πρώτων υλών, ως το ζύμωμα, το πλάσιμο, το ψήσιμο και τέλος τη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό, έχει μειώσει τη δική μας πίτα στην αγορά. Προσπαθούμε τόσα χρόνια να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Εμείς ξέρετε εδώ, το ψωμί το ψήνουμε», λέει.

Όπως εξηγεί, το 2015 δόθηκε η δυνατότητα να λέγονται «φούρνοι» και τα μαγαζιά τα οποία ψήνουν κατεψυγμένα ψωμιά. Παρά τους αγώνες της Ομοσπονδίας προκειμένου αυτό να αλλάξει, και δεδομένου ότι τότε η χώρα βρισκόταν στην εποχή των μνημονίων, πάντα σκόνταφταν σε εμπόδια. «Τώρα όμως έχουμε φύγει από τα μνημόνια. Βλέπουμε να έχουν αλλάξει κάποια πράγματα για άλλες επαγγελματικές ομάδες . Έχουν περάσει τρεις υπουργοί Ανάπτυξης και δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε άκρη σε αυτό το θέμα, το οποίο συνεχίζει να επιβαρύνει τη λειτουργία του αρτοποιείου. Φούρνος δεν μπορεί να λέγεται ένα μαγαζί που παίρνει ένα ψωμί κατεψυγμένο και απλώς το ψήνει ή το αναθερμαίνει. Το θέμα μας βέβαια δεν είναι πώς θα ονομάζονται τα άλλα καταστήματα. Το θέμα μας είναι ότι μία παραγωγική διαδικασία η οποία δίνει ένα χειροποίητο, φρέσκο, καθημερινό προϊόν, όπως είναι το ψωμί στον φούρνο της γειτονιάς, εξισώνεται με ένα βιομηχανικό προϊόν μαζικής παραγωγής», τονίζει.

Η κ. Κουκουμέρια σημειώνει ότι υπάρχουν έρευνες, όπως π.χ. η έκθεση του ΟΟΣΑ του 2017, που αποδεικνύουν ότι ο καταναλωτής παραπλανάται, διότι δεν έχει μέσα και τρόπους να ξεχωρίσει το φρέσκο από το κατεψυγμένο ψωμί. Σε άλλες έρευνες αποδεικνύεται ότι ο καταναλωτής όντως θα επέλεγε, αν γνώριζε, το φρέσκο. «Σε μία αγορά που ευαγγελίζεται τον ελεύθερο ανταγωνισμό θα πρέπει να υπάρχουν κανόνες» τονίζει, «γιατί αυτό καταλήγει άναρχος ανταγωνισμός».

Oλιγοπώλιο και στο ψωμί;

Ερωτηθείσα για το για ποιο λόγο η Πολιτεία αρνείται πεισματικά στους αρτοποιούς την κατοχύρωση του ονόματος, η κ. Κουκουμέρια διορθώνει: «αυτό πρέπει να μπει σε μία άλλη, γενικότερη ερώτηση: το αν η Πολιτεία θέλει τις μικρές επιχειρήσεις. Ο Πρωθυπουργός μόλις χθες έδωσε 95 εκατομμύρια ευρώ επιδότηση ρεύματος στην βιομηχανία. Υπάρχει μία λογική η οποία λέει ότι αξίζουν να παραμείνουν στην αγορά μόνο οι μεγάλοι. Υπάρχει μία καρτελοποίηση, ένα ολιγοπώλιο, σε όλες τις κατηγορίες της αγοράς. Κάποτε υπήρχαν στις γειτονιές μικρά μπακάλικα. Τώρα τίποτα. Ο φούρνος είναι ένα κατάστημα της γειτονιάς. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι οικογενειακές επιχειρήσεις που έχουν ένα συγκεκριμένο ωράριο και προσπαθεί να παλέψει να επιβιώσει σε μία αγορά που όταν ονομάζεται “φούρνος” και ο ανταγωνιστής σου, ο οποίος είναι μία τεράστια υπεραγορά με δυνατότητα απασχόλησης μέχρι και 18 ώρες τη μέρα, ο ανταγωνισμός είναι και αθέμιτος και αδύνατος. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα η αγορά πάντα εν τέλει καταλήγει ολιγοπωλιακή», λέει.

Είναι γεγονός ότι τα λουκέτα μπήκαν σε μικρά αρτοποιεία. Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη, από τα 720 καταστήματα, έχουν απομείνει 580. «Μόνο δύο ήταν υποκαταστήματα μεγάλων τοπικών αλυσίδων. Όλοι οι υπόλοιποι φούρνοι ήταν μικρές βιοτεχνίες της γειτονιάς», σημειώνει.

«Στήνεται ένας τρόπος και όχι μόνο για τον φούρνο και γενικά θα πω να πηγαίνουμε όλοι να αγοράζουμε πράγματα από υπεραγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα υπάρχουν 6 7 υπεραγορές, 2 ή 3 εταιρείες παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας, 2 πάροχοι ηλεκτρονικής τιμολόγησης. Αυτό είναι κοινό μυστικό».

Το μέλλον προβλέπεται δυσοίωνο. Τα μέλη της Ομοσπονδίας λένε στην κ. Κουκουμέρια ότι τα έσοδα τους είναι ανεπαρκή για να καλύπτουν τα συνεχώς αυξανόμενα κόστη, στα οποία έρχονται να προστεθούν και επιπλέον δαπάνες, π.χ. για την ψηφιοποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική.

Αναπάντητα τα αιτήματα για επιδοτήσεις στο ρεύμα και για ενεργειακή αυτονομία με στροφή στην πράσινη ενέργεια

Η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, πριν ένα μήνα, απέστειλε επιστολή στο υπουργείο Περιβάλλοντος, στην οποία επιστολή ζητούσαν την αποκλειστική κατοχύρωση του όρου «φούρνος» και επιδότηση στην ηλεκτρική ενέργεια. «Με τις τότε τιμές, ζητούσαμε επιδότηση 7 λεπτά. Αν έπρεπε να στείλουμε τώρα ένα νούμερο, θα λέγαμε 10 και 12 λεπτά. Τον Σεπτέμβριο η κιλοβατώρα κόστιζε 20 λεπτά και αυτή τη στιγμή που μιλάμε κοστίζει 29 λεπτά. Πριν από δύο μήνες επίσης καταθέσαμε στο υπουργείο Περιβάλλοντος ένα πρόγραμμα ενεργειακής αυτονομίας ώστε όποιο αρτοποιείο μπορεί και θέλει να βάλει φωτοβολταϊκά, με μία μικρή επιδότηση από το κράτος. Ούτε για αυτό πήραμε απάντηση. Γενικά μας λείπουν οι απαντήσεις», γνωστοποιείί η Πρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Η κ. Κουκουμέρια εκφράζει τους φόβους της ότι οι φουρνάρηδες θα καταλήξουν άλλο ένα επάγγελμα που δεν θα αντέξει. Οι φούρνοι θα κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο. «Θα καταλήξουμε κι εμείς από τα επαγγέλματα που εξαφανίζονται στη διάρκεια του χρόνου. Είναι πολύ ιδιαίτερη η δουλειά μας ξέρετε… Ξεκινάμε νωρίς, είμαστε προσηλωμένοι μέσα στην ησυχία της νύχτας. Είναι πολύ λυπηρό όλο αυτό για τον κάθε ένα από εμάς που κλείνει την επιχείρησή του…», καταλήγει.

«Καλύτερα» ήταν στην καρδιά των μνημονίων σε σχέση με το σήμερα

Ο Τάσος Κεσσόπουλος, είναι φούρναρης εδώ και 9 χρόνια. Είχε την επιλογή να ασχοληθεί με κάτι άλλο στη ζωή του, αφού ως το 2017 ζούσε στην Αθήνα και βιοποριζόταν ως επαγγελματίας πληροφορικής. Αποφάσισε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και να αναλάβει το οικογενειακό αρτοποιείο. Ανέλαβε την επιχείρηση το 2017, μέσα στη βαριά κρίση. «Καλύτερα ήταν σε σχέση με το σήμερα…», σχολιάζει, και ας ανέλαβε την επιχείρηση στην καρδιά του 3ου μνημονίου.

«Το ξύλο από τότε πέφτει ασύστολα. Πρώτα ήρθε η πανδημία, όπου παρατηρήθηκε η πρώτη μεγάλη μείωση στην κατανάλωση και η φοβερή άνοδος στις τιμές των πρώτων υλών. Μόλις τα πράγματα ηρέμησαν, ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία και το κόστος της ενέργειας διπλασιάστηκε, τριπλασιάστηκε, έως και τετραπλασιάστηκε για κάποιους μήνες. Τώρα έχουμε τον πόλεμο στο Ιράν και επιστρέψαμε στις συνθήκες του πολέμου της Ουκρανίας, με τη διαφορά ότι επηρεάστηκαν ξανά οι πρώτες ύλες, όπως έγινε στην πανδημία», περιγράφει.

Διπλάσιος ο λογαριασμός ρεύματος, τριπλάσιος του φυσικού αερίου – Συμπαρασύρονται οι τιμές των προϊόντων

Ο Τάσος διατηρεί έναν μικρό συνοικιακό φούρνο με τρεις υπαλλήλους, εκ των οποίων οι δύο είναι συγγενικά του πρόσωπα. Ο φούρνος του λειτουργεί με αέριο, ενώ για τις υπόλοιπες ανάγκες χρησιμοποιεί ρεύμα. «Ο λογαριασμός ρεύματος του Αυγούστου, ενώ ήμουν 15 ημέρες κλειστός, μου ήρθε 660 ευρώ. Τον Ιούλιο που δούλευα όλο το μήνα, ήρθε 900 ευρώ, αλλά είχα σταθερό τιμολόγιο. Πλέον δεν υπάρχει οικονομικό σταθερό τιμολόγιο. Αυτό το μήνα υπολογίζω ότι θα μου έρθει περίπου 2.000 ευρώ. Τον Ιούνιο πλήρωσα την κιλοωβατώρα 11,5 λεπτά, τον Αύγουστο την πλήρωσα 16,2 και τον Σεπτέμβριο ήταν 18,9. Πιστεύω τώρα θα την πληρώσω περίπου 22 λεπτά. Το αέριο από την άλλη έχει τριπλασιαστεί. Τον Ιούνιο πλήρωσα 500 ευρώ και τον Σεπτέμβριο 1.500 ευρώ. Έχω πάγια έξοδα 10-12.000 ευρώ το μήνα και καταφέρνω να ανταποκρίνομαι σε ένα καλό μήνα, όπως π.χ. στις γιορτές. Το καλοκαίρι όμως έχω ζημιά, οπότε προσπαθώ να δουλεύω καλά τον χειμώνα για να καλύπτω τις τρύπες», περιγράφει.

Οι αυξήσεις στην ενέργεια είναι και αυτές που συμπαρασύρουν και την τιμή του ψωμιού, και οι αυξήσεις στο ψωμί είναι πάντα σχετικά μικρές, καθώς πρόκειται για ένα πολύ ανελαστικό προϊόν. Οι φούρνοι για να επιβιώνουν, κρατούν τις τιμές στα βασικά είδη, όπως το ψωμί, χαμηλά και ανεβάζουν τις τιμές των προϊόντων «δεύτερης ανάγκης». «Τα γλυκά ας πούμε, ή τις πίτες. Το κουλούρι για παράδειγμα δεν το ανεβάζουμε, τώρα, μετά από πολλά χρόνια, ανεβάσαμε τις τιμές στις πίτες. Το λευκό ψωμί το 2017 το είχαμε 80 λεπτά και σήμερα κοστίζει 1 ευρώ. Άλλα ψωμιά, όπως τα ολικής άλεσης, πολύσπορα, ψωμιά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, έχουν ανέβει περισσότερο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως ότι τα πιτάκια το 2017 κόστιζαν 9 ευρώ το κιλό και τώρα έχουν φτάσει τα 15 ευρώ», περιγράφει.

«Το ενεργειακό κόστος θα γονατίσει και τους τελευταίους που απέμειναν» – Στροφή στην πράσινη ενέργεια η μόνη σωτηρία 

Ο Τάσος εκτιμά ότι το ενεργειακό κόστος θα «γονατίσει και τους τελευταίους που απέμειναν». «Εμείς επιβιώνουμε γιατί δεν έχουμε ενοίκιο. Ήμουν τυχερός να έχω το οίκημα δικό μου. Αν είχα ενοίκιο θα έμπαινα μέσα. Επίσης στο σπίτι μπαίνει και δεύτερο εισόδημα, της συζύγου μου. Δεν εργάζεται στον φούρνο, όπως κάνουν συνήθως οι περισσότεροι. Το μέλλον προβλέπεται δύσκολο. Βλέπω μία μετατόπιση, μία στροφή στο γερμανικό μοντέλο. Το φρέσκο ψωμί θα είναι είδος πολυτελείας. Θα καταλήξουμε να παίρνουμε 200 γραμμάρια ίσα ίσα για το φαγητό, γιατί οι τιμές θα ακουμπήσουν και τα 8 ευρώ το κιλό. Στη Γερμανία αυτό συμβαίνει και τη φέρνω ως παράδειγμα γιατί συνήθως είναι ένας προπομπός για το μέλλον της αρτοποιίας», εκτιμά.

Η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει σωτηρία για το μέλλον της αρτοποιίας. «Είμαστε ενεργοβόρες επιχειρήσεις και πρέπει να στραφούμε οπωσδήποτε στην πράσινη ενέργεια είτε με φωτοβολταϊκά, είτε με ανεμογεννήτριες. Όμως όλα τα προγράμματα τα οποία επιδοτούν αυτές τις επενδύσεις είναι πολύ μεγάλα ή πρέπει να πάρω κι άλλα πράγματα. Βγήκε ένα πρόσφατα το οποίο έλεγε ότι πρέπει να γίνει μία επένδυση 100.000 και τα ενεργειακά αφορούν στο 20%. Εγώ δε θέλω να βάλω μηχανήματα 80.000 ευρώ, οπότε κατευθείαν με πετάει απ’ έξω. Εγώ όμως τώρα τρέχω να βάλω μία εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ιδίοις χρήμασι, που θα μου κοστίσει 30.000 για να μπορέσω να βγάλω τον χειμώνα φέτος. Γιατί δεν βγαίνει άλλο, πάει. Η Ομοσπονδία Αρτοποιών τρέχει τώρα μία πρωτοβουλία για επιδοτήσεις για να μπορούμε να βάλουμε φωτοβολταϊκά, να ελαφρύνουμε το δίκτυο, να είμαστε αυτάρκεις και να μη ζητάμε λεφτά κάθε λίγο και λιγάκι. Τώρα αναγκαστικά για να επιβιώσουμε τον χειμώνα, οι περισσότεροι θα πρέπει να πάρουν επιδότηση στην κιλοβατώρα…», καταλήγει.