Σε καιρό κρίσης του αμερικανικού ηγεμονικού αφηγήματος, οι λόγοι του Ντόναλντ Τραμπ και του Ζοχράν Μαμντάνι για το νόημα της επετείου των 250 ετών από την Αμερικανική Επανάσταση απέκτησαν ξεχωριστό ενδιαφέρον σαν «δισσοί λόγοι» του Θουκυδίδη, που αποκαλύπτουν εναλλακτικές ερμηνευτικές με σημασία για την προβολή του οράματος της υπερδύναμης στο μέλλον.
Τι είναι ο «αμερικανικός εξαιρετισμός»;
Κύριο ερμηνευτικό διακύβευμα ήταν τι σημαίνει ο αμερικανικός εξαιρετισμός. Ο Ντόναλντ Τραμπ σε μια ομιλία στο όρος Ράσμορ, -όπου με τη γνωστή μεγαλομανία του υπαινίχθηκε ότι θα έπρεπε να σχηματιστεί ένα γλυπτό πορτρέτο του ως 5ου σημαντικού πρόεδρου των ΗΠΑ-, καταφέρθηκε εναντίον «όσων προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι πρόγονοί μας ήταν καταπιεστές και κλέφτες γης», επειδή «όχι απλώς προσπαθούν να συκοφαντήσουν το παρελθόν μας, αλλά επιτίθενται στο μέλλον μας». Κατά ειρωνικό τρόπο, ο Ντόναλντ Τραμπ όντως έδινε την ομιλία του σε κλεμμένο έδαφος, αυτό του αυτόχθονου λαού Λακότα. Σε δίκες στη δεκαετία του 1980 είχαν επικυρωθεί 102 εκατομμύρια δολάρια στη φυλή Λακότα, τα οποία σήμερα με τους τόκους έχουν ξεπεράσει τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια, όμως οι αυτόχθονες δεν κάνουν πίσω στο να διεκδικούν να τους επιστραφούν τα εδάφη τους. Κατά τα άλλα, η ομιλία Τραμπ αναβίωνε τη ρητορική της δεκαετίας του 1950 για τους «άθεους κομμουνιστές» με διακειμενικές αναφορές σε αντίστοιχες ιστορικές ομιλίες του Τζέραλντ Φορντ και του Ρόναλντ Ρίγκαν. Και πάλι η αναφορά στον αθεϊσμό είναι άστοχη, καθώς ο κύριος ρητορικός ανταγωνιστής, ο Ζοχράν Μαμντάνι ως μουσουλμάνος όχι μόνο δεν είναι άθεος, αλλά διεκδικεί τη συμπερίληψη της μουσουλμανικής θρησκείας στο αμερικανικό όνειρο.
Η ομιλία του Ζοχράν Μαμντάνι έδωσε μια εναλλακτική έννοια στον αμερικανικό εξαιρετισμό και πατριωτισμό από αυτήν του Ντόναλντ Τραμπ. «Η ειρωνεία με τον εξαιρετισμό», τόνισε ο Ζοχράν Μαμντάνι, «είναι ότι η ιστορία των ΗΠΑ γράφτηκε συνήθως από όσους τους έλεγαν αυτοί που είχαν εξουσία, επίδραση και πλούτο ότι ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εξαιρετικοί». Ο Μαμντάνι τόνισε, εξάλλου, ότι πατριωτισμός είναι και κάθε πράξη δίκαιης διαμαρτυρίας, «κάθε πορεία κάτω από τον καυτό ήλιο».
Μαμντάνι: Συμπερίληψη των αυτοχθόνων, τονισμός των απανταχού δεδιωγμένων
Ο Μαμντάνι πρόβαλε τις ΗΠΑ ως τη χώρα της δημοκρατίας, της μετανάστευσης και των κοινωνικών αγώνων. Ανέτρεξε στην παλαιά ιστορία της Νέας Υόρκης από τους αυτόχθονες Λέναπε που διέσχιζαν τα νερά της περιοχής με τις πιρόγες τους μέχρι τους πρώτους δυτικούς εξερευνητές, τον Τζοβάνι ντα Βερατσάνο και τον Χένρι Χάντσον, αναφερόμενος στη βιομηχανική πρόοδο, αλλά και στη δουλεία. Ιδιαιτέρως εμπνευστική μορφή είναι αυτή του Τζέιμς Γουίκς, απελευθερωμένου Αφροαμερικανού, ο οποίος το 1838 αγόρασε γη στο Μπρούκλιν και παραχώρησε οικόπεδα σε άλλους απελευθερωμένους Αφροαμερικανούς, ώστε να αρχίσουν μια νέα ζωή στα δικά τους σπίτια. Η Weeksville, που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει ακόμη και σήμερα στο Μπρούκλιν. Με τον τρόπο αυτό η ομιλία του Ζοχράν Μαμντάνι μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του Φρέντερικ Ντάγκλας, ο οποίος το 1852 έθεσε το ερώτημα «τι σημαίνει η 4η Ιουλίου για έναν σκλάβο;», προκειμένου να προβληματίσει ως προς το τεράστιο χάσμα ανάμεσα αφενός στα ιδεώδη της 4ης Ιουλίου και, αφετέρου, στη σκληρή πραγματικότητα της αμερικανικής δουλείας.
Οι ΗΠΑ ως ατελείωτο σχέδιο και εκκρεμές πρόταγμα
Για τον Μαμντάνι η Αμερική είναι ακόμη ένα ατελείωτο σχέδιο, ένα εκκρεμές πρόταγμα, το οποίο αναμένεται ακόμη να πραγματώσει τις ευγενέστερες φιλοδοξίες του, επιτρέποντας στους πιο ριζοσπαστικούς από τους σπόρους του να καρποφορήσουν. Σε μια περίοδο υπερσυγκέντρωσης εξουσιών στην αμερικανική προεδρεία, υποβάθμισης των θεσμικών ελέγχων και αποχαλίνωσης της ελίτ των τεχνοφεουδαρχών του κύκλου Τραμπ, η ομιλία Μαμντάνι υπήρξε πολύτιμη, προκειμένου να επανοριστεί η αμερικανική δημοκρατία. Ο Μαμντάνι φιλοτέχνησε ένα πορτρέτο της Νέας Υόρκης ως της πόλης που έγινε καταφύγιο των καταδιωγμένων, Ιρλανδών που υπέφεραν από έναν λιμό που είχε προκληθεί από την ωμή βία της αποικιοκρατίας, Κινέζων ναυτικών που εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Chinatown, Εβραίων που διέφευγαν από τα πογκρόμ, Ιταλών που εγκατέλειπαν τη φτώχεια, Σύρων που αναζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες.
Βεβαίως, στα 250 χρόνια αμερικανικής ιστορίας η αισιοδοξία συνυπήρχε με τον ξενοφοβικό εθνικισμό, τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, την αιθαλομίχλη. Όμως, η επιδίωξη της ελευθερίας και της ευτυχίας σύμφωνα με το Αμερικανικό Σύνταγμα ήταν αυτή που οδήγησε εκατομμύρια Αφροαμερικανούς προς τον Βορρά κατά τη Μεγάλη Μετανάστευση, εκατοντάδες χιλιάδες Πορτορικανούς στη Νέα Υόρκη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσέλκυσε αμέτρητους ακόμη ανθρώπους από τις Δυτικές Ινδίες, τη Νότια Ασία, τη Δυτική Αφρική και κάθε γωνιά του κόσμου, αλλά και διωκόμενες θρησκευτικές ομολογίες, όπως οι Πουριτανοί, οι Σιχ, οι Κουάκεροι και οι Εβραίοι. Κατά τον Τόμας Πέιν: «Ο νέος κόσμος υπήρξε το άσυλο των διωκόμενων φίλων της πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας». Με τον τρόπο αυτό, ο λόγος του Μαμντάνι έθεσε τη διερώτηση για το νόημα του αμερικανικού εξαιρετισμού σήμερα κατά μία διαφορετική εκδοχή. Για τον Μαμντάνι ο καθένας έχει την ξεχωριστή «εξαιρετική» δύναμη να επανορίσει τι σημαίνει η Αμερική, ενάντια στην άνωθεν επιβαλλόμενη απάντηση ότι η Αμερική είναι «μια αρένα υπεροχής, όπου μόνο λίγοι εκλεκτοί δικαιούνται την ελευθερία», όσοι «έχουν τη σωστή προφορά ή το σωστό χρώμα δέρματος».
ΗΠΑ: Χώρα αντιφάσεων, αλλά και αυτοβελτίωσης
Η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ, όμως, είναι μια χώρα που διώκει όσους αναζητούν άσυλο, μια χώρα αντιφάσεων με τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο στην Ιστορία, αλλά και παιδιά να πηγαίνουν ακόμη πεινασμένα για ύπνο, ενώ «μασκοφόροι πράκτορες τρώνε το φαγητό που μαγειρεύουν οι χωρίς χαρτιά γείτονες και ύστερα τους αρπάζουν μέσα σε βαν χωρίς διακριτικά». Οι ΗΠΑ είναι η χώρα όπου τα χρήματα των φορολογουμένων ξοδεύονται για βομβαρδισμούς άλλων κρατών και για διασώσεις μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά είναι και η χώρα των αλληλέγγυων ενάντια στις επιθέσεις της ICE. Ανακαλώντας την πρώτη φορά που οι Αμερικανοί αντιπαρατάχθηκαν στον βρετανικό αποικιακό στρατό στη Νέα Υόρκη στις 9 Ιουλίου 1776, ο Ζοχράν Μαμντάνι τόνισε ότι «τα ιδανικά πάνω στα οποία οικοδομήθηκε το έθνος μας είναι αρκετά ισχυρά ώστε να αντέξουν οποιοδήποτε αυταρχικό καθεστώς, αλλά μόνο εφόσον εμείς τα διεκδικούμε». Το μεγαλείο των ΗΠΑ έγκειται στην προσπάθεια για βελτίωση και στην ευθύνη, στη «μεγάλη δύναμη που κρατά ο καθένας μας, ώστε να φέρει την Αμερική όλο και πιο κοντά σε εκείνο το μεγαλείο που τόσοι πολλοί διέκριναν όταν πρωτοαντίκρισαν τις ακτές της Νέας Υόρκης».
Ξενοφοβικός εναντίον συμπεριληπτικού λαϊκισμού, παρελθόν εναντίον μέλλοντος
Η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ τόνισε την εθνική κυριαρχία, τη φύλαξη των συνόρων, τον σεβασμό για τους παραδοσιακούς θεσμούς και την καχυποψία προς τις κοσμοπολίτικες ελίτ, περιγράφοντας την ιστορία των ΗΠΑ με όρους επιτευγμάτων και παρακμής, αντλώντας από τη λαϊκιστική ρητορική του Άντριου Τζάκσον και του Ρόναλντ Ρίγκαν. Η ομιλία του Ζοχράν Μαμντάνι αξιοποίησε περισσότερο την ιδέα του Αβραάμ Λίνκολν για τη νέα γέννηση της ελευθερίας, την κριτική του Φρέντερικ Ντάγκλας για τη δουλεία ως ασύμβατη με τα συνταγματικά ιδεώδη των ΗΠΑ και την οικουμενικότητα της εκφραστικής του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ για τη δημοκρατία ως μια επαγγελία που πραγματώνεται διαρκώς. Οι αναφορές του Μαμντάνι ήταν περισσότερο στην ηθική κριτική που έκαναν το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας και στη συνέχεια το κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων. Η ομιλία του προέδρου Τραμπ ήταν στραμμένη προς το παρελθόν, ενώ του δημάρχου Μαμντάνι προς το μέλλον, καθώς η δημοκρατία θεωρήθηκε ως μια υπόσχεση στην οποία θα συμβάλουν και οι μελλοντικές γενεές.
Ο πατριωτισμός για τον Μαμντάνι δεν είναι τόσο η αφοσίωση στα εθνικά σύμβολα, ο σεβασμός στον στρατό και η υπεράσπιση των συνόρων, αλλά η ετοιμότητα για δημοκρατική κριτική στον ορίζοντα των προταγμάτων της ελευθερίας και της ισότητας, καθώς και η προφητική εγρήγορση, αναμετρώμενοι με το ανάστημα πατριωτών, όπως ο Φρέντερικ Ντάγκλας και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Για τον Τραμπ ο αμερικανικός λαός είναι το έθνος που μοιράζεται τις ίδιες παραδόσεις, με έμφαση στο ανήκειν, την ταυτότητα και τη συνέχεια, αλλά και όσοι αισθάνονται παραγκωνισμένοι και λησμονημένοι από τις διεθνικές ελίτ της παγκοσμιοποίησης. Για τον Μαμντάνι λαός είναι κατ’ εξοχήν οι εργάτες, οι μετανάστες, οι μειονότητες, οι νέοι, οι αποκλεισμένοι από την οικονομική εξουσία, χωρίς καταφυγή σε ένα σχήμα εντόπιος λαός εναντίον κοσμοπολίτικων ελίτ. Το δίλημμα είναι εντέλει ο προσανατολισμός στο παρελθόν για μια Αμερική που αξίζει να διατηρηθεί ή στο μέλλον για μια Αμερική που αναμένει ακόμη την ολοκλήρωσή της. Και, συναφώς, ανάμεσα σε έναν λαϊκισμό ξενοφοβικό ή συμπεριληπτικό.
Νίκη Μαμντάνι το πάγωμα των ενοικίων
Με τον τρόπο αυτό ο Ζοχράν Μαμντάνι ολοκλήρωσε μια περίοδο όπου είχε επιτυχίες και στο έργο του ως δημάρχου στη Νέα Υόρκη, καθώς το πάγωμα των ενοικίων στη Νέα Υόρκη, μια βασική προεκλογική του επαγγελία, έτυχε έγκρισης για σχεδόν ένα εκατομμύριο διαμερίσματα πολύ διαφορετικών χαρακτηριστικών, δηλαδή για περίπου το 40% των διαμερισμάτων. Το πρωτοφανές μέτρο θα αρχίσει να ισχύει από την 1η Οκτωβρίου. Πρόκειται για μια περίπτωση ταξικής νίκης πολιτικών που έχει υποσχεθεί ο Ζοχράν Μαμντάνι και η οποία συνδυάστηκε με την προσφορά καλύτερων λεωφορείων και διαδρομών που θα ελαχιστοποιήσουν τον χρόνο που περνούν οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης στις αστικές συγκοινωνίες.
Η Αλβανία στο επίκεντρο του αγώνα κατά του τραμπισμού
Ο αγώνας, όμως, κατά του τραμπισμού δίνεται κατ’ εξοχήν στην Αλβανία. Τα σχέδια ύψους 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων του Τζάρεντ Κούσνερ να μετατρέψει τη νήσο Sazan 1400 εκταρίων με ψυχροπολεμικά μπούνκερ σε θέρετρο στην Αλβανία έχουν συναντήσει την ισχυρή αντίσταση ντόπιων διαδηλωτών. Σχέδιο του Κούσνερ είναι να συνδυάσει τη στρατιωτική αρχιτεκτονική του Ψυχρού Πολέμου με τη φιλοξενία των Aman Resorts και την υψηλή γαστρονομία της αμερικανο-ιταλικής εταιρείας Carbone σε μια τοποθεσία στη συμβολή Αδριατικής και Ιονίου. Η νήσος Σαζάν ήταν κλειστή από το 1946 έως το 1991, οπότε είχε μετατραπεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η αποκοπή από τον εξωτερικό κόσμο τη μετέτρεψε σε ένα πλουσιότατο οικοσύστημα. Ο Κούσνερ απευθύνεται τώρα σε υπερπλούσιους «πουλώντας» αφενός την άγρια φύση και αφετέρου τη ρετροφουτουριστική αισθητική των μπούνκερ που έρχονται ταυτοχρόνως από το ψυχροπολεμικό παρελθόν και από το δυστοπικό μέλλον της ανθρωπότητας, καθώς τα κτίσματα που σχεδιάζουν οι αρχιτέκτονες θα χάνονται στους συμπαγείς βράχους του νησιού. Ωστόσο, ο Κούνσερ ελέγχει επίσης σχεδόν δέκα χιλιόμετρα ακτής στη χερσόνησο απέναντι από τη νήσο Σαζάν, όπου υπάρχει λιμνοθάλασσα και λευκή άμμος. Η Aman Resorts δραστηριοποιείται επίσης στο Βελιγράδι, όπου θέλει να μετατρέψει σε πολυτελές ξενοδοχείο το κτήριο του Υπουργείου Άμυνας της Γιουγκοσλαβίας, το οποίο διαθέτει ιστορική και συναισθηματική σημασία για τους Σέρβους, καθώς είχε βομβαρδιστεί από το ΝΑΤΟ το 1999. Μια μικρή λεπτομέρεια είναι ότι η νήσος Σαζάν θα πρέπει να καθαριστεί από πυρομαχικά της σοσιαλιστικής εποχής. Η κυβέρνηση Ράμα προωθεί το σχέδιο, ελπίζοντας στην προσέλκυση τουρισμού και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όμως οι οικολογικές οργανώσεις ανησυχούν για την καταστροφή ενός σπάνιου φυσικού παραδείσου, όπου διαβιώνουν φλαμίνγκο.
Στα Τίρανα χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώνονται κάθε βράδυ για πάνω από ένα μήνα, για να αντισταθούν στην κατασκευή του πολυτελούς ξενοδοχειακού συγκροτήματος, με συμμετοχή ακόμη και μελών της αλβανικής διασποράς που επέστρεφαν στην πρωτεύουσα ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Το σύνθημα «Η Αλβανία δεν πωλείται» δόνησε τα Τίρανα και προβλήθηκε στην πρόσοψη του πρωθυπουργικού γραφείου. Η διαμαρτυρία κατευθύνεται προς τη γενικότερη διαφθορά της κυβέρνησης Ράμα. Πρόκειται για τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στην Αλβανία μετά από αυτές του 1997 εναντίον του Μπερίσα στις οποίες ενώνονται ετερόκλητες ομάδες, όπως φοιτητές, περιβαλλοντικοί ακτιβιστές, συνταξιούχοι, εργαζόμενοι που πλήττονται από το σχέδιο Κούσνερ. Κατά τον τρόπο αυτό, το κίνημα μοιάζει με το αντίστοιχο που λαμβάνει χώρα στη Σερβία εναντίον της κυβέρνησης Βούτσιτς. Αίτημα είναι η κατάργηση του νόμου για τις επενδύσεις και η παραίτηση Ράμα. Γενικότερα, η αντίσταση αφορά στην εναντίωση σε ένα τραμπικό μοντέλο υπερεκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου και ξεπουλήματος δημόσιας περιουσίας, προκειμένου να ανεγερθούν υπερμεγέθη ξενοδοχεία. Η Αλβανία παίρνει έτσι τη σκυτάλη από τη γειτονική Σερβία, όπου οι αντιδράσεις κατόρθωσαν να ακυρώσουν το σχέδιο του Κούσνερ για ξενοδοχείο στο κέντρο του Βελιγραδίου στην περιοχή που είχε πληγεί από τους νατοϊκούς βομβραδισμούς το 1999, και πρωτοστατεί ενάντια σε ένα τραμπικό μέλλον για τα Βαλκάνια.