Η πρόταση, που μεταφέρει θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη, παραπέμπει σε καταστάσεις όπως ο Έβρος το 2020 και η Θέουτα φέτος το καλοκαίρι, τις οποίες η ΕΕ χαρακτήρισε περιπτώσεις «εργαλειοποίησης» της μετανάστευσης ως «υβριδικής απειλής» στα εξωτερικά σύνορα. Σύμφωνα με το σκεπτικό, ο μηχανισμός θα ενεργοποιείται μόλις κρίνεται ότι συντρέχει τέτοια κατάσταση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με εντολή της προέδρου Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσίασε μέρες νωρίτερα ένα σχέδιο πέντε σημείων για αιφνίδιες μαζικές αφίξεις, το οποίο περιλαμβάνει ισχυρότερη συνεργασία με τρίτες χώρες, ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων και της Frontex, καλύτερα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, αντιμετώπιση των δικτύων διακινητών και αποτελεσματικότερες επιστροφές.

Ωστόσο, η Κομισιόν εμφανίζεται διστακτική απέναντι στην αναστολή ασύλου που ζητά η Αθήνα, κυρίως λόγω του κινδύνου δικαστικών προσφυγών. Όπως σημείωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης, «πότε υπάρχει “εργαλειοποίηση” αλλάζει από φορά σε φορά, επομένως ορισμός δεν μπορεί να υπάρξει», γεγονός που δυσκολεύει τη συμφωνία των κρατών-μελών.

Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, απέφυγε να μιλήσει για «αναστολή ασύλου», υποστηρίζοντας πάντως ότι οποιοσδήποτε μηχανισμός πρέπει να διακρίνει μεταξύ πραγματικής ανθρωπιστικής κρίσης και καταστάσεων που προκαλούνται από εγκληματικά δίκτυα και παραπληροφόρηση. Σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση για την ελληνική πρόταση ήταν σύντομη, με την έμφαση να δίνεται στην εφαρμογή του Συμφώνου Μετανάστευσης.

Την ίδια ώρα, ο Κανονισμός Επιστροφών που εγκρίθηκε περιλαμβάνει ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα για μετανάστες που δεν συνεργάζονται για την επιστροφή τους, εφόσον το αίτημα ασύλου έχει απορριφθεί. Καθώς δύο στους τρεις δεν επιστρέφουν οικειοθελώς, προβλέπονται περικοπή παροχών, άρνηση κινήτρων οικειοθελούς επιστροφής, χρηματικά πρόστιμα ή και ποινικές κυρώσεις, εφόσον το προβλέπει η εθνική νομοθεσία.

Θεσπίζεται επίσης η ενιαία «Ευρωπαϊκή Εντολή Επιστροφής», ενώ η αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων επιστροφής θα παραμείνει προαιρετική, με επανεξέταση σε τρία χρόνια. Τα κράτη-μέλη μπορούν να επιβάλλουν απαγόρευση εισόδου αόριστης διάρκειας ή κράτηση πέραν των 24 μηνών, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ασφαλείας.