Του Μαρουάν Εμίλ Τουμπάσι*

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τη συνεχιζόμενη αντίθεσή τους στο δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία και παρά τη διατήρηση του Ισραήλ ως βασικού στρατηγικού συμμάχου, θεωρούν ταυτόχρονα τη περιφερειακή σταθερότητα ως αναπόσπαστο μέρος των ευρύτερων στρατηγικών τους συμφερόντων. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιδιώξει τον περιορισμό τόσο των συμμάχων όσο και των αντιπάλων της όταν μια κλιμάκωση απειλεί να ξεφύγει από τον έλεγχο και να διαταράξει τις περιφερειακές και διεθνείς ισορροπίες.

Στο ίδιο πλαίσιο, η συνέχιση των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα και τον Λίβανο, σε συνδυασμό με την αποφυγή μιας ευρείας στρατιωτικής αναμέτρησης με το Ιράν, ενδέχεται να αντανακλά τα όρια της στρατιωτικής ισχύος στις σημερινές συνθήκες, την πολυπλοκότητα των υπολογισμών αποτροπής και τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στο Ισραήλ.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να προσανατολίζονται περισσότερο προς τη διαχείριση κρίσεων παρά προς την αναδιαμόρφωση της περιοχής μέσω άμεσων παρεμβάσεων ή επιβεβλημένων ρυθμίσεων. Οι πληροφορίες περί έμμεσων διαπραγματεύσεων ή προκαταρκτικών συνεννοήσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης εντάσσονται σε αυτή τη λογική, υποδηλώνοντας μια αυξανόμενη τάση διαχείρισης και περιορισμού των εντάσεων αντί της οριστικής επίλυσής τους.

Σε ευρύτερο περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, η Μέση Ανατολή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από:

  • Τη μείωση της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλλουν μονομερώς πολιτικά αποτελέσματα.
  • Την άνοδο περιφερειακών δυνάμεων όπως το Ιράν και η Τουρκία.
  • Την ενίσχυση της παρουσίας της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή.
  • Τη συνέχιση του πολέμου στη Γάζα και τα όρια που ανέδειξε ως προς τη στρατιωτική ισχύ.
  • Την αυξανόμενη επιρροή μη κυβερνητικών κινημάτων και δυνάμεων στις συγκρούσεις.
  • Την επιθυμία των διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων να αποφύγουν έναν γενικευμένο πόλεμο.

Οι εξελίξεις αυτές δεν σηματοδοτούν απαραίτητα μια αποφασιστική μεταβολή στην ισορροπία δυνάμεων. Αντιθέτως, υποδηλώνουν μια κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας, όπου καμία πλευρά δεν είναι σε θέση να επιβάλει πλήρως τη βούλησή της. Ακόμη και το Ισραήλ αντιμετωπίζει σήμερα ένα πιο σύνθετο στρατηγικό περιβάλλον που περιορίζει τη δυνατότητά του να μετατρέπει τη στρατιωτική υπεροχή σε διαρκή πολιτικά αποτελέσματα.

Οι πρόσφατες εμπειρίες στη Γάζα, στον Λίβανο και στις αντιπαραθέσεις με το Ιράν αποδεικνύουν ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί πλέον για τη διαμόρφωση βιώσιμων πολιτικών λύσεων.

Από παλαιστινιακή σκοπιά, οι μεταβολές αυτές ενδέχεται αφενός να δημιουργήσουν περιθώρια για έναν πιο πολυπολικό διεθνή ρόλο και αφετέρου να ενισχύσουν προσεγγίσεις που επιδιώκουν τη διαχείριση της σύγκρουσης αντί της επίλυσής της.

Η παλαιστινιακή υπόθεση παραμένει πρωτίστως ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης, που προϋποθέτει τον τερματισμό της κατοχής και την κατοχύρωση των αναφαίρετων εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό διοικητικό, οικονομικό ή ανθρωπιστικό πρόβλημα προς διαχείριση.

Τελικά, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια οριστική μετατόπιση ισχύος, αλλά σε μια σύνθετη μεταβατική περίοδο, όπου η δυνατότητα επιβολής από τις μεγάλες δυνάμεις μειώνεται, ενώ η διαχείριση κρίσεων και ισορροπιών αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους Παλαιστινίους είναι να μεταβούν από τη θέση του παθητικού αποδέκτη των εξελίξεων στη θέση του ενεργού παράγοντα που μπορεί να τις επηρεάσει και να τις αξιοποιήσει προς όφελος της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και των εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού.

Μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Κινήματος Φατάχ