γράφουν οι Άκης Ζαρκαδούλας, Παναγιώτης Δήμας, μέλη της Αναμέτρησης

Η κριτική αυτή δεν γράφεται απέναντι στο ΜέΡΑ25 σαν να επρόκειτο για αντίπαλό μας. Σε πολλά μέτωπα συνδικαλιστικά και μη (και σε πολιτικά επίδικα όπως η αντίθεση στη μνημονιακή λογική, η απαίτηση μείωσης των έμμεσων φόρων, η καταγγελία της φορολογικής ασυλίας του μεγάλου κεφαλαίου) βρισκόμαστε συχνά στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ακριβώς γι’ αυτό μάς προβληματίζει τόσο πολύ η συγκεκριμένη πρόταση.

Οι «μικρές» επιχειρήσεις δεν έχουν και «μικρό» εισόδημα

Το πρώτο και πιο κραυγαλέο σημείο είναι ο συντελεστής 10% για τις επιχειρήσεις με έως δέκα εργαζόμενους. Δεν μιλάμε για μια μικρή φορολογική διευκόλυνση αλλά για μείωση σε σχέση με τον ισχύοντα γενικό εταιρικό συντελεστή 22% κατά περισσότερο από το μισό. Και ποιο είναι το κριτήριο; Όλες όσες έχουμε δουλέψει σε «μικρές» επιχειρήσεις γνωρίζουμε ότι η «μικρή» σε μέγεθος επιχείρηση δεν σημαίνει «μικρή» σε εισόδημα, πλούτο ή κοινωνική ισχύ. Υπάρχουν πολλές τέτοιες «μικρές» επιχειρήσεις που έχουν πολύ υψηλά κέρδη και ανήκουν σε ιδιοκτήτες με σημαντικό εισόδημα και περιουσία. Η αριστερά και δη η ανατρεπτική, που εξ ορισμού αγωνίζεται και αποτελείται από τον κόσμο της εργασίας δε μπορεί να ξεχνά ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές. Είναι μισθωτοί και, ιδίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, συχνά βρίσκονται σε ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στον εργοδότη. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν σημαντική μισθολογική απόκλιση ανάμεσα σε επιχειρήσεις κάτω των 10 εργαζομένων και σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ενώ η συνδικαλιστική ή άλλη θεσμική εκπροσώπηση στους χώρους εργασίας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη και ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι έλεγχοι της Επιθεώρησης Εργασίας καταγράφουν εκτεταμένες παραβάσεις σχετικές με τον χρόνο εργασίας, τις δηλώσεις προσωπικού και την αδήλωτη εργασία. Για ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης, λοιπόν, το «μικρό αφεντικό» δεν είναι κάποιος κοινωνικά αδύναμος άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στις μεγάλες πολυεθνικές. Είναι απλώς το αφεντικό τους. Και αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μικρός εργοδότης είναι πλούσιος ή ότι οι μικρές επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα, αντίθετα για εμάς σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μετατρέπουμε μια οικονομική κατηγορία σε ταξική κατηγορία και το αντίστροφο.

10% για τον εργοδότη, 20% για τον εργαζόμενο;

Η σύγχυση αυτή αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όταν συγκρίνουμε τη φορολογία των επιχειρήσεων με τη φορολογία των φυσικών προσώπων. Ένας εργαζόμενος φορολογείται με βάση το εισόδημά του και η φορολογία του γίνεται προοδευτική όσο αυτό αυξάνεται. Από το φορολογικό έτος 2026, για φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, το εισόδημα από 10.001 έως 20.000 ευρώ φορολογείται με οριακό συντελεστή 20%. Έτσι, η πρόταση για συντελεστή 10% στα κέρδη επιχειρήσεων έως δέκα εργαζομένων σημαίνει ότι ο οριακός συντελεστής ενός εργαζομένου με εισόδημα σε αυτό το κλιμάκιο μπορεί να είναι διπλάσιος από τον συντελεστή της επιχείρησης στην οποία εργάζεται. Κι αυτό άραγε μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να αποτελεί μια «φιλολαϊκή φορολογική μεταρρύθμιση»; Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να βρει μια τέτοια πρόταση σε προγράμματα κομμάτων της δεξιάς, όπου οι «μικρές» επιχειρήσεις θα πρέπει να φορολογούνται λιγότερο, ως η ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας, προτάσεις που παραβλέπουν τελείως και επιτηδευμένα την ταξική διάσταση της φορολογίας. Ο μισθός είναι εισόδημα από την εργασία. Το επιχειρηματικό κέρδος είναι εισόδημα από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Μπορεί ο ιδιοκτήτης μιας μικρής επιχείρησης να εργάζεται ο ίδιος σε αυτήν, όμως αυτό δεν εξαφανίζει τη διαφορά ανάμεσα στον μισθό και το κέρδος ούτε τη σχέση εργοδότη και εργαζομένου. 

Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα: γιατί δεν επανέρχεται η πρόταση για αύξηση φόρου στα μερίσματα;

Το ΜέΡΑ25 έχει διαχρονικά προτείνει την ενσωμάτωση των μερισμάτων σε ενιαία προοδευτική κλίμακα εισοδήματος, μια πρόταση που, αν εφαρμοζόταν συνεπώς, θα αύξανε σημαντικά τη φορολόγηση των μεγάλων μερισμάτων. Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η θέση δεν επανεμφανίστηκε από κοινού με την πρόταση για τα εταιρικά κέρδη, και αν εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με αυτήν.

Αν λοιπόν, όπως όλα δείχνουν, η φετινή πρόταση μειώνει δραστικά τον φόρο των επιχειρηματικών κερδών χωρίς να επαναβεβαιώνει καμία αλλαγή στον φόρο των μερισμάτων -που παραμένει σήμερα στο 5%- το αποτέλεσμα είναι προφανές: η συνολική φορολογία του εισοδήματος που προέρχεται από το κεφάλαιο γίνεται εξαιρετικά χαμηλή. Με συντελεστή 10% στα εταιρικά κέρδη και 5% στο ποσό που απομένει και διανέμεται ως μέρισμα, η συνδυασμένη ονομαστική επιβάρυνση είναι 14,5%: για κάθε 100 ευρώ προ φόρων κέρδους, καταβάλλονται 10 ευρώ εταιρικού φόρου και στη συνέχεια 4,5 ευρώ φόρου μερίσματος επί των υπόλοιπων 90 ευρώ. Έτσι η Ελλάδα θα γινόταν από τους μεγαλύτερους φορολογικούς παραδείσους της Ευρώπης για επιχειρήσεις με δέκα εργαζόμενους.

Καλοπροαίρετα πιστεύουμε ότι η θέση για τα μερίσματα παραλήφθηκε – αν και πρόκειται για πολύ σημαντική παράλειψη –  να επαναβεβαιωθεί ως μέρος της στρατηγικής της «Επανάκτησης». Σε διαφορετική περίπτωση η πρόταση για μείωση του εταιρικού φόρου στις «μικρές» επιχειρήσεις είναι μια πρόταση προς μια εξαιρετικά χαμηλή φορολόγηση του επιχειρηματικού εισοδήματος και αυτό είναι δύσκολο να συμβαδίσει με μια αριστερή αντίληψη για τη φορολογία.

Και γιατί 500 εργαζόμενοι;

Η δεύτερη κλίμακα φόρου που προτείνεται είναι επίσης προβληματική. Το ΜέΡΑ25 προτείνει 20% για επιχειρήσεις με 11 έως 500 εργαζόμενους. Δηλαδή για μια τεράστια γκάμα επιχειρήσεων. Σε αυτό το σημείο η πρόταση δεν απέχει ιδιαίτερα από την κατεύθυνση που ήδη έχει χαράξει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από 22% στο 20%, ακόμα κι αν αυτή δεν ανακοινώθηκε τελικά από τον Πρωθυπουργό στα πλαίσια των δηλώσεών του στη ΔΕΘ. Η ειρωνεία είναι ότι μια πρόταση που παρουσιάζεται ως ριζοσπαστική αριστερή φορολογική μεταρρύθμιση καταλήγει να συμφωνεί με τη Νέα Δημοκρατία ότι ο φόρος των επιχειρήσεων πρέπει να μειωθεί. Απλώς διαφωνεί για το πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η επιχείρηση που θα πάρει τη φορολογική ελάφρυνση, αφού το ΜέΡΑ25 θέλει να κρατήσει τον χαμηλό συντελεστή για τις ακόμη μικρότερες επιχειρήσεις και να αυξήσει τη φορολογία των πολύ μεγάλων. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το βασικό πρόβλημα: η πλειοψηφία των επιχειρήσεων εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένας ενιαίος χώρος που χρειάζεται φορολογική ελάφρυνση. Αξίζει, επίσης, μια σημείωση για το ύψος του ανώτατου συντελεστή. Στις παλαιότερες θέσεις του κόμματος για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων ο συντελεστής για τις μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 500 εργαζομένων) ήταν 35%. Στη φετινή πρόταση εμφανίζεται στο 30%. Αν πρόκειται για συνειδητή αναθεώρηση προς τα κάτω, αξίζει να ειπωθεί ρητά και να εξηγηθεί ο λόγος· διαφορετικά, είναι ένα ακόμη ενδεικτικό στοιχείο της γενικότερης μετατόπισης προς μια πιο μετριοπαθή φορολογική πρόταση για το κεφάλαιο.

Το λάθος να μετράμε τους εργαζόμενους αντί για τα κέρδη

Υπάρχει και μια πολύ πρακτική αντίφαση. Αν ο φορολογικός συντελεστής εξαρτάται από τον αριθμό των εργαζομένων, τότε δημιουργείται ένα προφανές κίνητρο να μην προσληφθεί ο ενδέκατος εργαζόμενος. Μπορεί να ενισχυθεί η εξωτερικοποίηση (outsourcing) εργασιών, η χρήση εργολάβων και «μπλοκάκηδων», ο τεχνητός κατακερματισμός επιχειρήσεων ή άλλες πρακτικές ήδη διαδεδομένες στις «μικρές» επιχειρήσεις που θα επιτρέπουν σε μια επιχείρηση να εμφανίζεται μικρότερη από ό,τι πραγματικά είναι

Σε μια χώρα όπου ήδη η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή των επιχειρήσεων αποτελούν σημαντικό πρόβλημα και οι επιχειρήσεις -και μάλιστα και οι « μικρές»- πρωτοτυπούν ως προς την ευρηματικότητα ελαστικών σχέσεων εργασίας, είναι ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων να σχεδιάζεται -πόσο μάλλον από την αριστερά- ένα φορολογικό σύστημα που να δημιουργεί οικονομικό κίνητρο για να παραμένει μια επιχείρηση κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο εργαζομένων. Αντίθετα, αν χρειάζονταν να μπουν κλίμακες στη φορολογία των επιχειρήσεων, το προφανές κριτήριο είναι τα κέρδη και σε καμία περίπτωση ο αριθμός των εργαζόμενων.

Τι θα πρότεινε η αριστερά;

Από μια αριστερή ταξική σκοπιά, η αφετηρία για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων θα έπρεπε να είναι η ακριβώς αντίθετη. Όχι χρησιμοποιώντας ως βάση τον αριθμό εργαζόμενων που έχει το εκάστοτε αφεντικό, αλλά απαντώντας στο ερώτημα «πόσο κέρδος έχει και πόσο εισόδημα αποκομίζει από την ιδιοκτησία του;». Ένας γενικός φορολογικός συντελεστής για τα επιχειρηματικά κέρδη σημαντικά υψηλότερος από τον σημερινό, της τάξης του 35% ή και περισσότερο, θα ήταν μια πολύ πιο λογική αφετηρία. Εφόσον προτείνονται κλίμακες, θα έπρεπε να συνδέονται με το ύψος των κερδών και σε κάθε περίπτωση οι συντελεστές για τις χαμηλότερες κλίμακες δεν θα έπρεπε να είναι υψηλότεροι από τους φορολογικούς συντελεστές των φυσικών προσώπων με χαμηλά εισοδήματα.

Παράλληλα, θα έπρεπε να αυξηθεί σημαντικά η πολύ χαμηλή φορολογία των μερισμάτων, από το 5% τουλάχιστον στο 25%, δηλαδή πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ώστε να μην μπορεί το επιχειρηματικό εισόδημα να μετατρέπεται σε εξαιρετικά χαμηλά φορολογούμενο προσωπικό εισόδημα. Μια πολιτική ανασυγκρότησης των κοινωνικών δομών και στήριξης των εργαζόμενων δε μπορεί παρά να βασίζεται στην υψηλή φορολόγηση του πλούτου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αριστερά πρέπει να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τον αυτοαπασχολούμενο που δουλεύει μόνος του, την οικογενειακή επιχείρηση με ελάχιστα κέρδη και έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο. Αντίθετα δεν χρειάζεται η προστασία των μικρών εισοδημάτων να γίνεται μέσω μιας οριζόντιας φορολογικής ασυλίας στο «μικρό» κεφάλαιο.

Υπάρχουν άλλοι τρόποι να στηριχθεί ο αυτοαπασχολούμενος και η πολύ μικρή επιχείρηση, όπως η κοινωνική ασφάλιση, η πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση μέσω μίας μεγάλης δημόσιας τράπεζας επενδύσεων, δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες, έλεγχος των τραπεζικών πρακτικών, ρύθμιση των χρεών, μείωση του κόστους ενέργειας και πρώτων υλών, στήριξη των συνεταιριστικών μορφών και, κυρίως, δραστική μείωση των έμμεσων φόρων.

Προφανώς άλλες προτάσεις του ΜέΡΑ25, όπως η σημαντική μείωση του ΦΠΑ και ο μηδενισμός του σε είδη πρώτης ανάγκης έχουν ταξικό πρόσημο. Όμως, η μείωση του ΦΠΑ δεν είναι ταξικά το ίδιο πράγμα με τη μείωση του φόρου επί των κερδών. Η πρώτη μπορεί να ελαφρύνει άμεσα το λαϊκό νοικοκυριό που καταναλώνει ενώ η δεύτερη ελαφρύνει τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης που καρπώνεται το κέρδος.

Γιατί λοιπόν το ΜέΡΑ25 επιλέγει αυτή την πολιτική;

Η πρόταση του ΜέΡΑ25 δεν είναι παράλογη αν την εξετάσουμε από τη σκοπιά μιας πολιτικής που θέλει να συγκροτήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία απέναντι στη σημερινή οικονομική και πολιτική εξουσία. Η Ελλάδα έχει ένα πολύ μεγάλο στρώμα αυτοαπασχολούμενων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πρόκειται για ανθρώπους που πιέζονται από τις τράπεζες, τα ενοίκια, την ενέργεια, τις ασφαλιστικές εισφορές, τον ανταγωνισμό των μεγάλων αλυσίδων και τη φορολογία. Είναι επομένως απολύτως λογικό μια αριστερή πολιτική δύναμη να ενδιαφέρεται για αυτούς. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η υπεράσπιση του αυτοαπασχολούμενου μετατρέπεται σε υπεράσπιση του μικρού εργοδότη ως τέτοιου. Εκεί η ταξική ανάλυση αρχίζει να θολώνει γιατί ο μικροεπαγγελματίας που δουλεύει μόνος του, ο αυτοαπασχολούμενος που ουσιαστικά έχει μετατραπεί σε μισθωτό με μπλοκάκι και ο εργοδότης με δέκα εργαζόμενους δεν αποτελούν ενιαία κοινωνική τάξη. Μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι σε ορισμένες πλευρές του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά βρίσκονται σε διαφορετική θέση μέσα στις σχέσεις παραγωγής. Ούτως ή άλλως η πρόταση του ΜέΡΑ25 δεν αφορά τους αυτοαπασχολούμενους με ατομικές επιχειρήσεις, καθώς αυτοί ήδη φορολογούνται με την κλίμακα φόρου των μισθωτών, αλλά τα «μικρά» σε μέγεθος νομικά πρόσωπα.

Η θεωρητική δυσκολία εδώ είναι, κατά τη γνώμη μας, δομική. Ο μικρός εργοδότης που απασχολεί λίγους μισθωτούς κατέχει ταυτόχρονα δύο αντιφατικές θέσεις μέσα στις σχέσεις παραγωγής: είναι, εν μέρει, εργαζόμενος (συχνά δουλεύει ο ίδιος περισσότερες ώρες από τους υπαλλήλους του) και, εν μέρει, ιδιοκτήτης κεφαλαίου που αντλεί υπεραξία από την εργασία άλλων. Αυτή η «ενδιάμεση», μικροαστική τοποθέτηση δεν είναι μια ιδιομορφία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά το χαρακτηριστικό όλων των στρωμάτων που δεν χωρούν άνετα στο δίπολο κεφάλαιο–εργασία και κινούνται στα μεσοδιαστήματά του. Ακριβώς επειδή είναι αντιφατική, μπορεί να «τραβηχτεί» πολιτικά και προς τις δύο κατευθύνσεις: είτε προς μια συμμαχία με την εργατική τάξη ενάντια στο κεφάλαιο, είτε προς μια συμμαχία με το κεφάλαιο εν γένει ενάντια στην εργασία, ανάλογα με το ποιο από τα δύο πρόσωπά της αναδεικνύεται πολιτικά κάθε φορά εντός του κοινωνικού ανταγωνισμού. Μια αριστερή πολιτική που θέλει να είναι συνεπής δεν μπορεί να αγνοεί αυτή την αντίφαση κρύβοντάς την πίσω από τον αριθμό των εργαζομένων μιας επιχείρησης. Οφείλει να την ονομάζει ρητά και να επιλέγει με σαφήνεια ποια πλευρά της θέλει να ενισχύσει.

Η επιλογή του ΜέΡΑ25 μοιάζει έτσι ενδεχομένως να εκφράζει μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική: τη συγκρότηση μιας συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μικρομεσαία και μικροαστικά στρώματα απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Αυτό είναι πολιτικά θεμιτό να συζητηθεί σε επίπεδο αστικής πολιτικής ή στρατηγικά σε προεπαναστατική περίοδο. Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με μια ταξικά συνεπή φορολογική πολιτική της αριστεράς.

Η επιλογή αυτή, εξάλλου, δεν είναι αποσπασματική· εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική στροφή του κόμματος. Το ΜέΡΑ25 έχει θέσει ως κεντρικό πολιτικό του άξονα την «Επανάκτηση»: την επιστροφή κατά δήλωσή του κρίσιμων κοινών αγαθών -ενέργειας, κατοικίας, υποδομών- στον δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, μέσα από μια πιο θετική, συμπεριληπτική ρητορική που επιδιώκει ευρεία «συστράτευση» πέρα από τα στενά όρια της παραδοσιακής αριστεράς. Ως στρατηγική επιλογή, αυτό είναι απολύτως θεμιτό να συζητηθεί. Το ερώτημα είναι πού μπαίνει το όριο της «Επανάκτησης». Η επανάκτηση της ενέργειας ή της κατοικίας από την αγορά είναι, εξ ορισμού, ταξικά προσδιορισμένη διεκδίκηση: παίρνει πόρους και εξουσία από το κεφάλαιο και τα επιστρέφει στην κοινωνία. Στον αντίποδα, η φορολογική ελάφρυνση ενός εργοδότη με δέκα εργαζόμενους δεν αποτελεί επανάκτηση· είναι, αντίθετα, μια παραχώρηση προς ένα κομμάτι του κεφαλαίου, στο όνομα της ίδιας ευρύτερης συμμαχίας. Όταν η λογική της «ευρείας συστράτευσης» μεταφέρεται από τα κρίσιμα κοινά αγαθά στη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών, η ίδια η έννοια της Επανάκτησης κινδυνεύει να αδειάσει από το όποιο ταξικό της περιεχόμενο (θυμίζοντας σχετικές σοσιαλδημοκρατικές στροφές που έχουν στοιχήσει στην αριστερά και στην κοινωνία κατά το όχι πολύ μακρινό παρελθόν).

Όταν αυτή η συμμαχία, λοιπόν, μεταφράζεται σε φορολογία 10% για μια ολόκληρη κατηγορία εργοδοτών, η αριστερά δεν περιορίζεται στο να προστατεύσει τα μικρομεσαία στρώματα. Αρχίζει να υιοθετεί ως δικό της αίτημα ένα βασικό αίτημα των μικρομεσαίων επιχειρηματικών στρωμάτων. Υπάρχει βέβαια και μια πιο απλή, λιγότερο κολακευτική εξήγηση: το ενδεχόμενο η ασυνέπεια αυτή να μην είναι προϊόν συνειδητής στρατηγικής επιλογής αλλά δείγμα προχειρότητας στη σύνταξη της πρότασης, μιας πολιτικής ανακοίνωσης που δεν πέρασε από αυστηρό έλεγχο στο εσωτερικό της συμμαχίας πριν δημοσιοποιηθεί. Το ενδεχόμενο αυτό δεν πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων. Ωστόσο, ακόμη κι αν ισχύει, δεν αλλάζει το πολιτικό αποτέλεσμα εφόσον μια πρόταση που παρουσιάζεται δημόσια ως αριστερή φορολογική μεταρρύθμιση παραμένει εκτεθειμένη ως τέτοια.

Η αριστερά δεν φορολογεί τον «μεγάλο» για να χαρίζει στον «μικρό» εργοδότη

Η ταξική πολιτική δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια πολιτική «μεγάλων εναντίον μικρών επιχειρήσεων». Το βασικό όριο εξακολουθεί να είναι άλλο και οριοθετείται από την εργασία απέναντι στο κεφάλαιο. Και ακριβώς γι’ αυτό μια αριστερή φορολογική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να έχει ως βασική κατεύθυνση τη μεταφορά του φορολογικού βάρους από την εργασία και την κατανάλωση προς τα κέρδη, τα μερίσματα, την περιουσία και τον πλούτο.

Η μείωση των έμμεσων φόρων μπορεί να αποτελέσει ωστόσο ένα ισχυρό φιλολαϊκό μέτρο. Η φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών μπορεί να γίνει πολύ πιο επιθετική. Και η φορολογία των μερισμάτων πρέπει να αυξηθεί δραστικά. Αντίθετα, το να μειώνεται στο 10% η φορολογία των κερδών μιας ολόκληρης κατηγορίας εργοδοτών δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως φορολογική πολιτική της αριστεράς. Και το πρόβλημα δεν λύνεται επειδή οι επιχειρήσεις με πάνω από 500 εργαζόμενους θα φορολογούνται με 30%. Δεν είναι κοινωνικά αποτελεσματικό να φορολογείς περισσότερο το μεγάλο αφεντικό και λιγότερο το μικρό αφεντικό. Αναγκαίο και χρήσιμο είναι να φορολογείς περισσότερο το εισόδημα που προέρχεται από την ιδιοκτησία και το κέρδος και να μειώνεις το βάρος σε αυτούς που ζουν από την εργασία τους. Αυτό είναι το ταξικό κριτήριο που θα έπρεπε να βρίσκεται στην καρδιά μιας αριστερής φορολογικής πολιτικής. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η πρόταση του ΜέΡΑ25 παρουσιάζει μια σοβαρή πολιτική αντίφαση: ενώ σωστά στρέφεται ενάντια στη φορολογική ασυλία του μεγάλου κεφαλαίου και σωστά μειώνει τους έμμεσους φόρους, ταυτόχρονα επιλέγει να προσφέρει μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη φορολογική ελάφρυνση σε ένα σημαντικό τμήμα του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου.

Μπορεί αυτό να είναι μια επιλογή κοινωνικής συμμαχίας με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, πλειοδοτώντας προκειμένου να «μπει μια αριστερή φωνή στη Βουλή»; Σίγουρα, ναι. Δύσκολα όμως μπορεί να είναι η φορολογική πολιτική που θα περίμενε κανείς από μια αριστερά που ξεκινά από την ταξική πλευρά της κοινωνικής πλειοψηφίας.