Ο 73χρονος Λούλα εκτίει από τον Απρίλιο του 2018 ποινή 12ετούς κάθειρξης για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο διαφθοράς που είναι γνωστό ως «Πλυντήριο αυτοκινήτων». Η νέα καταδίκη του Λούλα αφορά εργασίες ανακαίνισης που φέρεται να χρηματοδοτήθηκαν από μια εταιρεία που εμπλέκεται στο εν λόγω σκάνδαλο για λογαριασμό του πρώην προέδρου σε μια αγροτική κατοικία στην Ατιμπάια στην πολιτεία του Σάο Πάολο.

Οι εργασίες αυτές φέρονται να έγιναν με αντάλλαγμα συμβόλαια με την κρατική εταιρεία πετρελαίου Petrobras. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το ποσό της ανακαίνισης ανήλθε σε περίπου 237.000 ευρώ.

Αν και ο Λούλα δήλωσε ότι η κατοικία αυτή δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά σε έναν φίλο του, τον Φερνάντο Μπιτάρ, η δικαστής Γκαμπριέλα Χαρντ επέμεινε ότι ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας πήγαινε συχνότερα στο σπίτι από ό,τι ο ιδιοκτήτης του και ήταν εκείνος που ζήτησε την ανακαίνιση.

Ο Λούλα απορρίπτει όλες τις κατηγορίες εναντίον του και δηλώνει αθώος, ενώ καταγγέλλει ότι είναι πολιτικά υποκινούμενες και είχαν στόχο να τον εμποδίσουν να θέσει ξανά υποψηφιότητα για την προεδρία.

Η Χαρντ ανέλαβε τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στο σκάνδαλο «Πλυντήριο αυτοκινήτων» στα τέλη του 2018 αφού ο προηγούμενος αρμόδιος δικαστής, ο Σέρτζιο Μόρο, παραιτήθηκε μετά τον διορισμό του στο υπουργείο Δικαιοσύνης από τον νέο πρόεδρο της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρου.

Ο Μόρο ήταν αυτός που καταδίκασε τον Ιούλιο του 2017 τον Λούλα σε πρώτο βαθμό. Ο Λούλα εμφανιζόταν για καιρό φαβορί να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Βραζιλία τον περασμένο Οκτώβριο. Ωστόσο ένα μήνα νωρίτερα το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορεί να είναι υποψήφιος, ανοίγοντας τον δρόμο για τον ακροδεξιό αντίπαλό του Μπολσονάρου.

Ο νέος πρόεδρος της Βραζιλίας, ο οποίος τον Οκτώβριο ευχήθηκε ο Λούλα να «σαπίσει στη φυλακή», χθες ανήρτησε αμέσως την απόφαση του δικαστηρίου στον λογαριασμό του στο Twitter, χωρίς όμως να κάνει κάποιο σχόλιο.