Συγκεκριμένα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 27-04-2026 πράξη του, η οποία εκδόθηκε για την υπόθεση των υποκλοπών που του υποβλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τυχόν δικές του ενέργειες κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του ΚΠΔ, έκρινε, ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης.

Tα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Κατά συνέπεια τα συμπεράσματα των πορισμάτων του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται.

Υπενθυμίζεται ότι σε μια απόφαση – σταθμό, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο έκρινε ένοχα τέσσερα πρόσωπα, τον Ταλ Ντίλιαν, τη Σάρα Χάμου, τον Φέλιξ Μπίτζιο και τον Γιάννη Λαβράνο για το σκάνδαλο της λειτουργίας του παράνομου λογισμικού Predator, στην Ελλάδα.Καταδικάστηκαν για επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τετελεσμένη και σε απόπειρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, τετελεσμένη και σε απόπειρα, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, τετελεσμένη και σε απόπειρα. Τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 126 ετών και οκτώ μηνών, με εκτιτέα τα οκτώ έτη. Το δικαστήριο αποφάσισε να χορηγήσει αναστέλλουσα δύναμη στην έφεση των κατηγορουμένων.

Παράλληλα, το δικαστήριο διαβίβασε τη δικογραφία στην Εισαγγελία προκειμένου να ερευνηθεί αν οι πράξεις αυτές συνιστούν το κακούργημα της κατασκοπείας, ενώ διατάχθηκε έρευνα για ακόμη 7 στελέχη των εμπλεκόμενων εταιρειών,

Όπως είχε αναφέρει η ΕΡΤ, στις 1.930 σελίδες της καθαρογραμμένης απόφασής του, ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης, αιτιολογεί λεπτομερώς όχι μόνο την καταδίκη σε πολυετείς ποινές φυλάκισης των δύο Ελλήνων και του ζεύγους των αλλοδαπών επιχειρηματιών, αλλά και την εντολή του για την διενέργεια νέου κύκλου ερευνών για την υπόθεση του Predator για το αδίκημα της κατασκοπείας. Eπικαλούμενος δεδομένα που προέκυψαν κατά την διάρκεια της δίκης των τεσσάρων, αναφέρεται ενδελεχώς στον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού, στην δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης σε αρχεία καταγραφής και την έκταση των δεδομένων που μπορούν να αποσπαστούν, στοιχεία που συνδυάζει με τις ιδιότητες των αποδεκτών μολυσμένων μηνυμάτων «που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες».

Λίγες μέρες μετά την απόφαση, ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «λειτουργούμε αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, παρέχοντας τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε διεξάγει δραστηριότητες επιτήρησης. Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων».