Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η τρέχουσα τεχνολογία καθιστά δυσκολότατη τη νίκη σε μια πολεμική επιχείρηση, ακόμη και σε περιπτώσεις πολύ μεγάλης υπεροπλίας του επιτιθέμενου. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αρκέσει, ώστε να σταματήσουν οι πόλεμοι, πλην οι ηγεσίες δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για τις συντριπτικές απώλειες, έχοντας την εξουδετέρωση χώρων και δυναμικού του αντιπάλου ως οιονεί αυτοσκοπό. Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για οιονεί «εκδημοκρατισμό» του πολέμου με την έννοια ότι τα σχετικώς φθηνά πολεμικά μέσα μπορούν να εξουδετερώσουν τους πλέον πανάκριβους εξοπλισμούς υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο αμυνόμενος θα αντέξει ως κοινωνία τον πολλαπλασιασμό των θυμάτων.
Οι διαπραγματεύσεις ακόμη και για αυτήν την ευάλωτη εκεχειρία που συζητείται στο Ισλαμαμπάντ ως προς τον πόλεμο στο Ιράν έχουν καταστεί δυνατές, επειδή έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος του πολέμου, όπως φάνηκε και στο πολεμικό θέατρο της Ουκρανίας, αλλά και σε αυτό της Δυτικής Ασίας. Η ολοένα αυξανόμενη χρήση drones στους πολέμους σημαίνει ότι αφενός τα τεθωρακισμένα άρματα μάχης στις χερσαίες επιχειρήσεις και αφετέρου τα αεροπλανοφόρα στις αεροναυτικές είναι τόσο ευάλωτα, ώστε να μην μπορούν να είναι καθοριστικά για τις μάχες και να κινδυνεύουν με μαζικές απώλειες, αλλά όχι τόσο παρωχημένα ώστε να μπορεί να διεξαχθεί ο πόλεμος χωρίς αυτά. Έναν αιώνα μετά ζούμε κάτι αντίστοιχο με τις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι εντελώς ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο τέλεσης του πολέμου ανάγκασαν τους αντιπάλους να καθηλωθούν σε μακροχρόνιους πολέμους φθοράς. Σήμερα τον ρόλο αυτό παίζουν κυρίως τα drones, που οδηγούν αναπάντεχα σε «πολέμους των φτωχών».
Η τακτική του Ιράν υπήρξε λ.χ. μια διεθνοποίηση του ανταρτοπόλεμου με μια επιδίωξη να μεγιστοποιηθεί το κόστος του πολέμου λίγο πολύ για τον παγκόσμιο καπιταλισμό και όχι απλώς για το Ισραήλ, τις ΗΠΑ ή ούτε καν μόνο για τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου. Χρειαζόμαστε έναν άλλο Καρλ Σμιτ του 21ου αιώνα, για να αναλύσει πώς η μορφή του αντάρτη από το εσωτερικό μιας χώρας διεθνοποιείται στο σύνολο τοπίο της παγκοσμιοποίησης, καθώς σκοπός του Ιράν ήταν λίγο πολύ το να μετατραπεί η ίδια η ιδέα του πολέμου εναντίον του σε ταμπού, μέσω πρόκλησης βαθέος παγκοσμιοποιημένου τραύματος. Πρόκειται, βεβαίως, για συμπεράσματα που εξήχθησαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου επίσης η χρήση drones έχει αναγκάσει σε καθήλωση τον ισχυρότερο επιτιθέμενο, εν προκειμένω τη Ρωσία, με δυσκολία αμφοτέρων των πλευρών να χρησιμοποιήσουν τεθωρακισμένα, αλλά ακόμη και σε δυσχέρεια της Ρωσίας να αξιοποιήσει τον στόλο της στον Εύξεινο Πόντο. Το 2026 μάλιστα εντάθηκαν τα χτυπήματα σε διυλιστήρια ακόμη και βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας με αποτέλεσμα να πλήττονται και οι ενεργειακοί πόροι της επιτιθέμενης χώρας. Ύστερα από προσεκτική παρατήρηση, το Ιράν έχει αξιοποιήσει αυτά τα διδάγματα, αν και οι διαφορές στα δύο θέατρα του πολέμου είναι επίσης σημαντικές.
Μεταξύ των κοινών στοιχείων είναι ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύτηκαν να χρησιμοποιήσουν τα αεροπλανοφόρα τους στον Ινδικό ωκεανό, όπως η Ρωσία αντιμετώπισε δυσχέρειες στην αξιοποίηση του στόλου της στον Εύξεινο Πόντο. Μια απόβαση των ΗΠΑ στα νησιά του Περσικού Κόλπου ήταν δύσκολη, όπως και μια αντίστοιχη διακράτηση λ.χ. του Φιδονησιού από τη Ρωσία στη Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, όπως οι Ρώσοι απέτυχαν στη προσπάθειά τους να καταλάβουν το Κίεβο ή, έστω, να προκαλέσουν μια ταχεία αλλαγή καθεστώτος, χρησιμοποιώντας το αεροδρόμιο Αντόνοφ στο Γκοστομέλ κοντά στο Κίεβο, παρομοίως οι Αμερικανοί απέτυχαν στην επιχείρηση που επισήμως μεν χαρακτηρίστηκε ως «διάσωση πιλότου», αναφέρεται ωστόσο σε πολλές αναλύσεις ως προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρώματος εν όψει κάποιου είδους χερσαίας επιχείρησης. Παραμένει βεβαίως η σημαντική διαφορά ότι στο ουκρανικό θέατρο έχουμε γειτνιάζουσα δύναμη που έχει καταλάβει έδαφος με χερσαίες επιχειρήσεις και απλώς δυσκολεύεται να απεμπλακεί είτε μέσω ολοκληρωτικής επικράτησης, είτε μέσω ειρήνευσης, ενώ στο πολεμικό θέατρο της Δυτικής Ασίας έχουμε έναν πρωτοφανή τρόπο διεξαγωγής πολέμου χωρίς μαζικές χερσαίες επιχειρήσεις, με την εξαίρεση του νοτίου Λιβάνου όπου το Ισραήλ αντιμετωπίζει πάντως παρόμοια προβλήματα.
Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η τρέχουσα τεχνολογία καθιστά δυσκολότατη τη νίκη σε μια πολεμική επιχείρηση, ακόμη και σε περιπτώσεις πολύ μεγάλης υπεροπλίας του επιτιθέμενου. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αρκέσει, ώστε να σταματήσουν οι πόλεμοι, πλην οι ηγεσίες δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για τις συντριπτικές απώλειες, έχοντας την εξουδετέρωση χώρων και δυναμικού του αντιπάλου ως οιονεί αυτοσκοπό. Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για οιονεί «εκδημοκρατισμό» του πολέμου με την έννοια ότι τα σχετικώς φθηνά πολεμικά μέσα μπορούν να εξουδετερώσουν τους πλέον πανάκριβους εξοπλισμούς υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο αμυνόμενος θα αντέξει ως κοινωνία τον πολλαπλασιασμό των θυμάτων. Το φρόνημα του λαού αναδεικνύεται, επομένως, σε καθοριστικό και μαζί του ο πολιτισμικός έως και θρησκευτικός τρόπος πρόσληψης του πολέμου. Προτεραιότητα πλέον είναι η επιμελητεία και η δυνατότητα να εμπλέκεις ακριβό εξοπλισμό του αντιπάλου με μαζική παραγωγή φτηνότερου δικού σου. Στην περίπτωση του Ιράν είδαμε μια εντελώς ασύμμετρη απολυτοποίηση ενός εντελώς επιμέρους στοιχείου, των βαλλιστικών πυραύλων, σε συνδυασμό με τα drones.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο πόλεμος να λάβει τη μορφή ενός αγωνιώδους αγώνα δρόμου. Το Ιράν προσπάθησε να εξαντλήσει τα πολύ ακριβά αναχαιτιστικά μέσα του Ισραήλ και των ΗΠΑ και άλλων δυνάμεων στις αραβικές μοναρχίες. ΗΠΑ και Ισραήλ επεχείρησαν να καταστρέφουν τους εκτοξευτήρες και τις υπόγειες βάσεις του Ιράν. Ενώ αρχικώς φαινόταν ότι όποια από τις δύο πλευρές νικούσε σε αυτόν τον αγώνα δρόμου θα βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση να επιβάλει τους όρους της, εντέλει σε αυτό το, από ό,τι φαίνεται, «πρώτο ημίχρονο» της αναμέτρησης προέκυψε μια κοινή εξάντληση Ιράν και ΗΠΑ που προσδίδει μία ρεαλιστική βάση στις διαπραγματεύσεις παρά την παντελή έλλειψη αξιοπιστίας εκ μέρους των δυτικών δυνάμεων που κατά κανόνα εργαλειοποιούν τις διαπραγματεύσεις ως μέσα παραπλάνησης στην καλύτερη περίπτωση ή δολοφονίας των διαπραγματευτών και ηγετών του αντιπάλου στη χειρότερη. Εν προκειμένω, το Ιράν φαίνεται να νικά ως προς τον αγώνα δρόμου, αλλά από την άλλη να έχει υποστεί βαριές απώλειες ως προς τον αποδεκατισμό των πολλαπλών ηγεσιών του, τη διάλυση του στόλου του και πολλών υποδομών. Η αμερικανική πλευρά έχει ασφαλώς επιφέρει συντριπτικά πλήγματα, αλλά έχει πληγεί με πρωτοφανή τρόπο η παρουσία της στη Δυτική Ασία, το κύρος της ως προς την προσφορά προστασίας στις αραβικές μοναρχίας και ο ρόλος της ως φύλακα μιας διεθνούς δυτικής τάξης. Το Ισραήλ φαίνεται να εξακολουθεί να πιστεύει στη δυνατότητα μιας «τελικής λύσης», γεγονός που το καθιστά αστάθμητο παράγοντα. Αν υπάρχει μια ελάχιστη ελπίδα ότι δεν θα δούμε άλλη μια προσχηματική εκεχειρία, με σκοπό απλώς την ανασύνταξη δυνάμεων, αυτό έγκειται στο ότι τα αναχαιτιστικά μέσα ΗΠΑ και Ισραήλ που έχουν σπαταληθεί δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθούν σε λίγες εβδομάδες, αλλά χρειάζονται αρκετούς μήνες. Αυτός ο καθαρά υλιστικός και τεχνολογικός λόγος, σχετιζόμενος και με τη σπάνη των σπανίων γαιών είναι και η κυρίως αχνή ελπίδα για κάποιο πραγματολογικό έρεισμα στις προθέσεις ειρήνευσης.
Είναι εξίσου εντυπωσιακός ο εκδημοκρατισμός του μιντιακού πολέμου. Η συντριπτική υπεροπλία του πανάκριβου δυτικού μιντιακού κατεστημένου αμφισβητείται και αυτή από τον μιντιακό ανταρτοπόλεμο του Ιράν, όταν σιιτικά προτάγματα της αξιοπρέπειας και της επαναδιαπραγμάτευσης των κυρίαρχων σημαινόντων συναντούν τη μεταμοντέρνα τέχνη του τρολαρίσματος μέσω συνεπούς υπονομευτικού καθρεφτίσματος (mirroring) των αμερικανικών θεαματικών πρωτοβουλιών. Το τοπίο αυτό αντικειμενικού λόγω τεχνολογίας εκδημοκρατισμού του πολέμου και της επικοινωνίας θα έπρεπε να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο πασιφιστικό κίνημα σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι δεν είναι πλέον δυνατοί χωρίς εντελώς μάταιες μαζικές απώλειες, όπως στον Α΄ Παγκόσμιο. Μόνο που για αυτό θα χρειαστεί μια νέα αφύπνιση που θα πηγαίνει κόντρα στις πολλαπλές ματαιώσεις που έχει υποστεί το λαϊκό κίνημα.
