Καθοριστικό ρόλο στην απόρριψη διαδραμάτισε η αλιεία, ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της ισλανδικής οικονομίας. Το Ρέικιαβικ επιδιώκει να διατηρήσει τον αποκλειστικό έλεγχο των αλιευτικών πόρων, γεγονός που συγκρούεται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις αλιευτικές ποσοστώσεις.

Το δημοψήφισμα διεξήχθη σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού και αυξημένου κόστους δανεισμού. Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας της Ισλανδίας ανέρχεται στο 8%, έναντι 2,25% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, επιβαρύνοντας σημαντικά τα νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια.

Το ιστορικό της ενταξιακής πορείας

Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που κατέστρεψε μεγάλο μέρος του τραπεζικού της τομέα. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2010 και προχώρησαν σε 27 κεφάλαια, με 11 να κλείνουν προσωρινά. Το 2013, η ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση ανέστειλε τις διαπραγματεύσεις και δύο χρόνια αργότερα η χώρα απέσυρε επισήμως την υποψηφιότητά της.

Η κεντροαριστερή κυβέρνηση που κέρδισε τις εκλογές του 2024, έχοντας δεσμευτεί για δημοψήφισμα, διαπίστωσε ότι οι Βρυξέλλες δεν είχαν ποτέ ακυρώσει την αίτηση. Η ΕΕ επιβεβαίωσε ότι η Ισλανδία θα μπορούσε να συνεχίσει από το σημείο που είχε σταματήσει.

Η αντίδραση της Κομισιόν και η δήλωση της Ισλανδής πρωθυπουργού

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σέβεται την επιλογή του ισλανδικού λαού. Η Ισλανδία παραμένει στενός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δήλωσε εκπρόσωπος της Κομισιόν. Η επιστροφή της Ισλανδίας στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα ήταν ένα θετικό μήνυμα για την ΕΕ,  με πιθανές επιπτώσεις και για χώρες όπως το Μαυροβούνιο και η Νορβηγία.

Η Ισλανδή πρωθυπουργός, Κριστρούν Φροσταντότιρ, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «νίκη για τη δημοκρατία» και ξεκαθάρισε: «Αυτή η κυβέρνηση δεν θα επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις στη διάρκεια αυτής της κοινοβουλευτικής περιόδου», που διαρκεί έως το 2028, παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε τάξει το «ναι».

Με το αποτέλεσμα αυτό, οποιαδήποτε συζήτηση για ένταξη της Ισλανδίας στην ΕΕ παγώνει τουλάχιστον μέχρι το 2028.