του Μαρουάν Εμίλ Τουμπάσι

Η σημασία των δηλώσεων του Κολομβιανού Προέδρου έγκειται στο γεγονός ότι ανοίγουν μια ευρύτερη συζήτηση για τη φύση της επιρροής που ασκούν ορισμένα κράτη πέρα από τα σύνορά τους, καθώς και για την ικανότητα των εθνικών κρατών να προστατεύσουν την πολιτική τους κυριαρχία και τη λαϊκή βούληση σε μια εποχή όπου η τεχνολογία και η πληροφορία έχουν καταστεί βασικά εργαλεία του διεθνούς ανταγωνισμού.

Το Ισραήλ δεν περιόρισε ποτέ τη δράση του αποκλειστικά στη Μέση Ανατολή. Εδώ και δεκαετίες επιδιώκει να οικοδομήσει ένα ευρύ δίκτυο παρουσίας στους τομείς της ασφάλειας, των πληροφοριών και της στρατιωτικής συνεργασίας σε διάφορες περιοχές του κόσμου, συχνά στο πλαίσιο σύγκλισης συμφερόντων με τη δυτική και ιδιαίτερα την αμερικανική στρατηγική. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το όνομά του συνδέθηκε με σχέσεις ασφαλείας και στρατιωτικής συνεργασίας με διάφορα καθεστώτα και πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα αυταρχικού και δικτατορικού χαρακτήρα, στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ευρώπη, διαδραματίζοντας κατά περιόδους ρόλο στις εσωτερικές συγκρούσεις και στην αναδιαμόρφωση πολιτικών συσχετισμών, ακόμη και μέσω της υποστήριξης στρατιωτικών πραξικοπημάτων.

Στη Λατινική Αμερική ειδικότερα, ο ισραηλινός ρόλος έγινε αισθητός σε μια σειρά στρατιωτικών και ασφαλείας υποθέσεων που συνδέονταν με τις συγκρούσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Το όνομα του Ισραήλ εμφανίστηκε επανειλημμένα στις συζητήσεις γύρω από την υπόθεση των «Κόντρας» στην Κεντρική Αμερική και τα δίκτυα υποστήριξης που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτήν.
Στην Ευρώπη, κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και αργότερα, αναπτύχθηκαν διάφορες μορφές συνεργασίας στους τομείς της ασφάλειας και των πληροφοριών μεταξύ του Ισραήλ και κρατών ή δυνάμεων που συνδέονταν με το δυτικό στρατόπεδο. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται υποθέσεις που προκάλεσαν συζητήσεις και ερωτήματα στην Ελλάδα, την Κύπρο και την περιοχή των Βαλκανίων. Παρότι οι ιστορικές εκτιμήσεις διαφέρουν ως προς την έκταση και τον άμεσο αντίκτυπο αυτών των σχέσεων, παραμένει γεγονός ότι το Ισραήλ διατηρούσε ενεργή παρουσία σε σειρά πολιτικών και ασφαλείας ζητημάτων πέρα από τον άμεσο γεωγραφικό του χώρο.

Ωστόσο, η σημαντικότερη μεταβολή της εποχής μας είναι η μετάβαση από τα παραδοσιακά στρατιωτικά και κατασταλτικά μέσα στις ψηφιακές και κυβερνο-διαστάσεις της ισχύος. Τα τελευταία χρόνια, έχουν ενταθεί οι συζητήσεις σχετικά με τη χρήση προηγμένων συστημάτων παρακολούθησης και κατασκοπείας που αναπτύχθηκαν από ισραηλινές εταιρείες και χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες για την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και δημόσιων προσώπων.

Παράλληλα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βραζιλία και άλλες, αναπτύχθηκαν έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από τη χρήση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών που δημιούργησαν ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ιδιωτικότητα και την εθνική κυριαρχία.

Τα δεδομένα, η πληροφορία και τα δίκτυα επικοινωνίας έχουν πλέον μετατραπεί σε βασικά εργαλεία ισχύος. Αντί για άμεσες παρεμβάσεις ή υποστήριξη πραξικοπημάτων, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες περιόδους του διεθνούς ανταγωνισμού, είναι πλέον δυνατή η επιρροή στη δημόσια σφαίρα, η παρακολούθηση αντιπάλων, η διαμόρφωση της κοινής γνώμης και ακόμη και η διείσδυση σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές κρατών μέσω τεχνολογικών μέσων χαμηλότερου κόστους αλλά υψηλής αποτελεσματικότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, όσα θέτει σήμερα ο Πρόεδρος Πέτρο υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια των κολομβιανών εκλογών. Στην ουσία πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά το μέλλον της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία έχει μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού για την επιρροή και την ισχύ. Παράλληλα, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα σχετικά με την ικανότητα των κρατών –ιδιαίτερα των αναπτυσσόμενων χωρών– να προστατεύσουν τον ψηφιακό τους χώρο και την πολιτική τους ανεξαρτησία από εξωτερικές παρεμβάσεις, ανεξαρτήτως προέλευσης.

Οι συγκρούσεις του 21ου αιώνα δεν αφορούν πλέον μόνο τον έλεγχο εδαφών ή φυσικών πόρων. Αφορούν επίσης τον έλεγχο της πληροφορίας, της συλλογικής συνείδησης και της πολιτικής απόφασης. Και αν στο παρελθόν τα στρατεύματα και οι στρατιωτικές βάσεις αποτελούσαν τα κύρια μέσα επιρροής, σήμερα οι αλγόριθμοι, οι βάσεις δεδομένων και τα ψηφιακά δίκτυα αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα πεδία του διεθνούς ανταγωνισμού.

Γι’ αυτό και η πραγματική πρόκληση για τα κράτη δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των παραδοσιακών μορφών παρέμβασης, αλλά επεκτείνεται στην οικοδόμηση ψηφιακής κυριαρχίας, ικανής να προστατεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ανεξαρτησία των πολιτικών αποφάσεων σε μια εποχή όπου οι εξωτερικοί παράγοντες μπορούν να ασκούν επιρροή πίσω από οθόνες και μέσω μέσων πολύ πιο διακριτικών και συχνά πιο επικίνδυνων από ό,τι στο παρελθόν.

Και αν αυτή η πρόκληση αφορά ακόμη και κυρίαρχα κράτη με ισχυρούς θεσμούς, γίνεται ακόμη πιο σοβαρή για λαούς που βρίσκονται υπό κατοχή ή υπό συνεχή εξωτερική πίεση και παρεμβάσεις. Αυτό ακριβώς επιβάλλει και σε εμάς, τους Παλαιστίνιους, να σκεφτούμε πιο σοβαρά πώς θα προστατεύσουμε την ανεξαρτησία της εθνικής μας απόφασης και τη βούληση του λαού μας, διαφυλάσσοντας τους πολιτικούς μας θεσμούς από κάθε μορφή επιρροής ή διείσδυσης, είτε πολιτικής, είτε ασφαλείας, είτε ψηφιακής. Διότι η μάχη για την κυριαρχία στην εποχή μας δεν αφορά πλέον μόνο τη γη και τα σύνορα, αλλά και την προστασία της εθνικής βούλησης από κάθε εξωτερική απόπειρα επηρεασμού των επιλογών και του μέλλοντος ενός λαού.

*Μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Κινήματος Φατάχ