Ειδικότερα, το κείμενο έλαβε 130 ψήφους υπέρ, 17 κατά και 25 αποχές, καταγράφοντας τον χαμηλότερο αριθμό θετικών ψήφων από το 1995. Το ψήφισμα, το οποίο δεν είναι νομικά δεσμευτικό, κατατίθεται κάθε χρόνο από το 1992 και αποσκοπεί στην άρση των αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος της Αβάνας.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η κουβανική κυβέρνηση κατηγορούσε την Ουάσιγκτον ότι ασκούσε διπλωματικές πιέσεις σε άλλα κράτη, προκειμένου να τα οδηγήσει στην απόσυρση της στήριξής τους στο ψήφισμα. Η φετινή εκδοχή του κειμένου περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, ειδική αναφορά στις συνέπειες του πετρελαϊκού αποκλεισμού, ο οποίος, σύμφωνα με την κουβανική πλευρά, επιβάλλεται στη χώρα τους τελευταίους εννέα μήνες.
Στο ψήφισμα εκφράζεται ανησυχία για τη συνεχιζόμενη θέσπιση και εφαρμογή νόμων και κανονισμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένου του νόμου Helms-Burton, που θεσπίστηκε το 1996. Σύμφωνα με το κείμενο, οι εξωεδαφικές επιπτώσεις αυτών των νομοθετικών ρυθμίσεων υπονομεύουν την κυριαρχία άλλων κρατών, τα νόμιμα συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, καθώς και την ελευθερία του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας.
Η Γενική Συνέλευση καλεί όλα τα κράτη να απέχουν από τη θέσπιση και την εφαρμογή τέτοιων νόμων και μέτρων, ενώ προτρέπει όσα κράτη έχουν υιοθετήσει και εξακολουθούν να εφαρμόζουν αντίστοιχες ρυθμίσεις να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την κατάργηση ή την ακύρωσή τους το συντομότερο δυνατό.
Παράλληλα, ζητεί από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ να συντάξει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του ψηφίσματος και να την υποβάλει στη Γενική Συνέλευση κατά την επόμενη ετήσια σύνοδό της.
«Ο κόσμος για ακόμη μια φορά τάχθηκε κατά πλειοψηφία εναντίον του αποκλεισμού, παρά τις πιέσεις και τους εκβιασμούς που ασκήθηκαν με τον πιο θρασύ τρόπο από τις ΗΠΑ», έγραψε στο Χ ο πρόεδρος της Κούβας, Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, σχολιάζοντας το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Από το βήμα του ΟΗΕ, ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας, Μπρούνο Ροδρίγκες, κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι επιδιώκουν να «καθορίσουν την τύχη» της χώρας του και να «ιδιοποιηθούν» τον πλούτο της. «Ο αποκλεισμός σκοτώνει και τιμωρεί τον πληθυσμό μας σιωπηρά όσο ποτέ πριν», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ, Μάικ Γουόλτς, αρνήθηκε ότι υφίσταται αποκλεισμός σε βάρος της Κούβας, υποστηρίζοντας ότι για τις ελλείψεις στη χώρα ευθύνεται «αποκλειστικά το διεφθαρμένο κομμουνιστικό καθεστώς».
Ο ίδιος ανέφερε ότι, από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο, οι Ηνωμένες Πολιτείες πούλησαν εμπορεύματα αξίας 875 εκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα στην Κούβα, συμπεριλαμβανομένων καυσίμων.
Οι δύο αξιωματούχοι είχαν ανταλλάξει σκληρές επικρίσεις και την Τρίτη, κατά τη συζήτηση επί του ψηφίσματος. Ο Γουόλτς επέκρινε τον τρόπο ζωής Κουβανών αξιωματούχων και την πολιτική καταστολής στην Κούβα, ενώ ο Ροδρίγκες τον αποκάλεσε «ψεύτη».
Το αμερικανικό εμπάργκο κατά της Κούβας ισχύει από το 1962 και αποτελεί διαχρονική πηγή έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών.
Σύμφωνα με υπολογισμούς της κουβανικής κυβέρνησης, το εμπάργκο προκάλεσε οικονομικές ζημίες ύψους 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά την περίοδο από τον Μάρτιο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026. Το ποσό αυτό αφορά την περίοδο πριν από την επιβολή του πετρελαϊκού αποκλεισμού και την εφαρμογή νέων αμερικανικών κυρώσεων σε κρατικές επιχειρήσεις και αξιωματούχους.
Παρά τη σταθερή υποστήριξη της πλειονότητας των κρατών-μελών του ΟΗΕ στα ψηφίσματα υπέρ του τερματισμού του εμπάργκο, η ετήσια απόφαση της Γενικής Συνέλευσης παραμένει μη δεσμευτική, χωρίς να υποχρεώνει νομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις κυρώσεις τους.