Η έρευνα κατέληξε στην παραπομπή των 22 εμπλεκομένων, ενώ οι κατηγορίες σε βάρος επτά άλλων εν ενεργεία βουλευτών απορρίφθηκαν.

Υπενθυμίζεται πως στις 24 Απριλίου 2026, το Ελληνικό Κοινοβούλιο έκανε δεκτό το αίτημα του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα για την άρση της βουλευτικήςασυλίας 11 ενεργών βουλευτών, ανοίγωντας τον δρόμο σε μια μεγάλης κλίμακας έρευνα για πράξεις που φέρονται να διαπράχθηκαν το 2021, διαπιστώνοντας τα γεγονότα αναζητώντας παράλληλα ενοχοποιητικά και απαλλακτικά στοιχεία.

Όπως αναφέρει στην ανακοίνωση της η Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι έρευνες έφεραν στο φως κοινά πρότυπα διαφθοράς στη διαχείριση των γεωργικών κονδυλίων της ΕΕ που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ).

Μέχρι στιγμής τα στοιχεία φέρεται να απολύπτουν παράνομες παρεμβάσεις σε διοικητικές διαδικασίες και ελέγχους, εκ των υστέρων αλλαγές δεδομένων μετά την ολοκλήρωση των υποχρεωτικών ελέγχων, παράνομες παρεμβάσεις σε επιτόπιες επιθεωρήσεις, απόκρυψη ή αλλοίωση ευρημάτων ελέγχων, καθώς και ψευδείς βεβαιώσεις.

Από τους τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, οι τρεις κατηγορούνται για ηθική αυτουργία σε απιστία, ενώ ένας για ηθική αυτουργία σε παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.

Ένας εκ των βουλευτών κατηγορείται επιπλέον για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης με χρήση πληροφοριακού συστήματος.

Οι έρευνες διακρίνονται και σε πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν αποκλειστικά το 2021, για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραπέμπει:

  • τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ για πέντε πράξεις απιστίας,
  • τον πρώην γενικό διευθυντή Άμεσων Ενισχύσεων για δύο πράξεις απιστίας,
  • δύο πρώην περιφερειακούς διευθυντές του ΟΠΕΚΕΠΕ για απιστία και παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Ανάμεσα στους υπόλοιπους κατηγορούμενους περιλαμβάνονται ένας υπάλληλος πολιτικού γραφείου εν ενεργεία βουλευτή, ένας συνεργάτης πρώην υπουργού, ένας κτηνιατρικός υπάλληλος, καθώς και αρκετοί δικαιούχοι αγροτικών ενισχύσεων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλημμεληματικές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για απάτη σχετικά με επιδοτήσεις, απόπειρα απάτης με χρήση πληροφοριακού συστήματος, ψευδή βεβαίωση σε δημόσια έγγραφα.

Ορισμένοι ορισμένοι κατηγορούνται και για αντίστοιχες πράξεις ηθικής αυτουργίας σε αδικήματα που φέρονται να διέπραξαν υψηλόβαθμα στελέχη.

Επισημαίνεται ότι οι κατηγορίες σε βάρος επτά ακόμη εν ενεργεία βουλευτών, καθώς και δύο πρώην βουλευτών, αρχειοθετήθηκαν λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σημειώνει ότι «όλα τα διαθέσιμα στοιχεία εξετάστηκαν αντικειμενικά και αμερόληπτα, με την ίδια βαρύτητα να δίνεται τόσο στα επιβαρυντικά όσο και στα απαλλακτικά στοιχεία».